Παλιές συνταγές για το «Νέο Σχολείο» του ελληνικού υπουργείου Παιδείας ● Τα αποτελέσματα των διαγωνισμών PISA, τεκμήρια αποτυχίας αυτών των «μεταρρυθμίσεων» ● Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιστρέφουν σε παραδοσιακά μοντέλα εγνωσμένης αποδοτικότητας και βρίσκουν τη «Χρυσή Τομή»

Πολλαπλό βιβλίο για τη «Διαφοροποιημένη Διδασκαλία», έτοιμα εκπαιδευτικά πακέτα και υπερενίσχυση του «ψηφιακού σχολείου». Αυτή είναι η πρόταση του υπουργείου Παιδείας για το «Νέο Σχολείο» σε συνδυασμό με το Εθνικό Απολυτήριο και τις απαιτούμενες αλλαγές στο Λύκειο. «Είναι μια μεγάλη και ουσιαστική μεταρρύθμιση» έχει πει πολλάκις η κ. Ζαχαράκη. Που θα μας φέρει σε «σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές χώρες» και θα μπει τέλος στην «ελληνική εξαίρεση». Μπαίνει, όντως, τέλος ή μήπως ξεκινά μια νέα εξαίρεση;

Αυτή τη στιγμή, σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιείται μια τεράστια στροφή στα μοντέλα εκπαίδευσης με οδηγό την αποτυχία του πολλαπλού βιβλίου και της συνταγής της «διαφοροποίησης» και στόχο την επαναφορά στα… βασικά: ένα βιβλίο, έντυπο και δομημένο, που θα αποτελεί τον κορμό της εκπαίδευσης, και ο καλός, παραδοσιακός δάσκαλος, που ξέρει να διαφοροποιεί το μάθημα μέσα στην τάξη και δεν χρειάζεται πολλά διαφορετικά βιβλία ή μαθήματα και ατέλειωτο ψηφιακό υλικό. Με άλλα λόγια, τώρα που οι άλλοι γυρίζουν πίσω, εμείς πηγαίνουμε. Προς το αδιέξοδο που ήδη χαρτογραφήθηκε. Με πακτωλό χρημάτων (450 εκατ. μόνον για τον «ψηφιακό μετασχηματισμό») και με μεγάλο κόστος για τους μαθητές, για τους εκπαιδευτικούς, για το ίδιο το σχολείο. Γιατί; Η πολιτική προπαγάνδα δεν αρκεί ως -μόνη- εξήγηση. Για την οικονομική δυσπραγία, ούτε συζήτηση.

Οι πρόσφατες διεθνείς εκθέσεις PISA ανέδειξαν τη βαθιά κρίση που περνούν τα εκπαιδευτικά συστήματα διεθνώς και κυρίως τα ευρωπαϊκά, συμπεριλαμβανομένων των «προχωρημένων» των σκανδιναβικών χωρών. Τα «μοντέλα» που εφαρμόζονται στην Ευρώπη έδειξαν ότι εξάντλησαν τις αντοχές και την αποδοτικότητά τους. Η κατηγοριοποίηση μαθητών και σχολείων, η κοινωνική, εκπαιδευτική και οικονομική ανισότητα, η εξάντληση (burnout) των εκπαιδευτικών, το χάος με τα διαφορετικά βιβλία και μαθήματα ανά τάξη ή ανά σχολείο, ακόμη και η απόλυτη ελευθερία και χαλάρωση της σχολικής δομής της Φινλανδίας οδήγησαν σε παραδοχές, αναθεωρήσεις και αναζήτηση λύσεων στη βάση πλέον της λεγόμενης «Χρυσής Τομής» (στην παγκόσμια βιβλιογραφία ονομάζεται Balanced Approach-Ισορροπημένη Προσέγγιση ή Hybrid Educational Model-Υβριδικό Μοντέλο).

Βασικοί άξονές της: Ενα έντυπο κοινό βιβλίο ως εγγύηση αποδοτικής διδασκαλίας αλλά και ισότητας και ένας δάσκαλος που διαφοροποιεί ο ίδιος το υλικό ή τη διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν γίνει προτάσεις για την υιοθέτηση της μεθόδου «Διδάσκω προς τα πάνω» (Teaching Up) και μάλιστα από την ίδια την αρχιτεκτόνισσα της «Διαφοροποίησης της Εκπαίδευσης», την καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Βιρτζίνια, Carol Ann Tomlinson, αλλά και λύσεις όπως η συν-διδασκαλία με δύο καθηγητές, όπου υπάρχει ανάγκη.

Το χρονικό της «αναθεώρησης» είναι πλούσιο: Το μοντέλο της «Διαφοροποιημένης Διδασκαλίας» (Differentiated Instruction), με τον εκπαιδευτικό να κάνει τρία διαφορετικά μαθήματα στην ίδια τάξη (ανάλογα με το επίπεδο του μαθητή), αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη. Στη Γαλλία, την Αγγλία και τη Σουηδία οι καθηγητές αντέδρασαν έντονα. Ο όγκος δουλειάς ώστε να προετοιμάσουν διαφορετικό υλικό για κάθε παιδί τούς οδήγησε σε εξάντληση. Επιπλέον, στις τάξεις επικράτησε χάος. Καταργήθηκε η κοινή βάση (το ένα δομημένο βιβλίο αναφοράς) και κάθε σχολείο ή κάθε τάξη έκανε τελείως διαφορετικά μαθήματα. Ακόμα, οι αδύναμοι μαθητές έχασαν τον προσανατολισμό τους. Οι έρευνες έδειξαν ότι οι «έξυπνοι» ή οι μαθητές από πλούσιες οικογένειες (με γονείς που μπορούσαν να τους βοηθήσουν) άντεξαν τη διαφοροποίηση. Αντίθετα, οι αδύναμοι μαθητές και τα παιδιά από φτωχότερα στρώματα, χωρίς ένα σταθερό, ομοιόμορφο βιβλίο να τους καθοδηγεί, έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και οι επιδόσεις τους κατέρρευσαν.

Ταξικοί διαχωρισμοί

Στη Γερμανία, αμφισβητήθηκε όλο το σύστημα καθώς βασικός πυρήνας του είναι (και) ο διαχωρισμός των μαθητών σε διαφορετικά σχολεία (γενικά ή τεχνικά) από την ηλικία των 10 ετών. Δέχθηκε σκληρή κριτική καθώς απεδείχθη ότι ο διαχωρισμός εξαρτάται από το πορτοφόλι των γονέων. Τα παιδιά πλούσιων οικογενειών πήγαιναν στα «καλά» σχολεία και τα παιδιά μεταναστών ή φτωχών στα «υποβαθμισμένα».

Στη Γαλλία, η κοινωνική και εκπαιδευτική κατηγοριοποίηση των σχολείων ανά γειτονιά προκάλεσε τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις, με τους εκπαιδευτικούς να καταγγέλλουν ότι το σύστημα παράγει ανισότητες. Ακόμα και η Φινλανδία, χώρα-πρότυπο στην παγκόσμια εκπαίδευση, είδε τις επιδόσεις των μαθητών να πέφτουν κατακόρυφα. Η απόλυτη ελευθερία, η χαλάρωση της δομής και η υπερβολική στήριξη σε ψηφιακά μέσα δημιούργησαν μαθητές που δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν και να καταβάλουν προσπάθεια.

Η αντίδραση ήταν γρήγορη και ουσιαστική. Έγιναν διορθώσεις και ήδη εφαρμόζονται:

  • Επιστροφή στη δομή και στα βιβλία: Χώρες της Βόρειας Ευρώπης ξαναφέρνουν στα θρανία πιο δομημένα, παραδοσιακά βιβλία.
  • Μείωση του Διαχωρισμού (Desegregation): Στη Γαλλία (π.χ. στο Παρίσι και άλλες γαλλικές πόλεις) άρχισαν να εφαρμόζονται προγράμματα «ανάμειξης» των μαθητών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, περιορίζοντας τη δημιουργία σχολείων «ελίτ» και σχολείων «γκέτο».
  • Συν-διδασκαλία (Co-teaching): Αντί να ζητούν από έναν καθηγητή να τα κάνει όλα, οι διορθώσεις περιλαμβάνουν την παρουσία δύο καθηγητών ταυτόχρονα μέσα στην τάξη (ο ένας παραδίδει και ο άλλος κάθεται δίπλα στα παιδιά που δυσκολεύονται).

Στόχος, πλέον, η λεγόμενη «Χρυσή Τομή». Δηλαδή, κοινή, δομημένη βάση για όλους: Ενα κοινό έντυπο βιβλίο που εξασφαλίζει ότι όλα τα παιδιά της χώρας μαθαίνουν τα ίδια βασικά πράγματα με την ίδια αυστηρότητα (για να υπάρχει δικαιοσύνη). Ελεγχόμενη διαφοροποίηση στην τάξη: Ο καθηγητής να έχει την ελευθερία να βοηθήσει τον αδύναμο ή τον δυνατό μαθητή, όχι αλλάζοντας το βιβλίο, αλλά αλλάζοντας τις ασκήσεις, χρησιμοποιώντας ψηφιακά εργαλεία ή κάνοντας εξατομικευμένη υποστήριξη. Η νέα τάση για την αναζήτηση της «Χρυσής Τομής» βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο των συζητήσεων των μεγαλύτερων εκπαιδευτικών οργανισμών, αλλά και εθνικών αρχών.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ UNESCO

● Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τον δάσκαλο: Η αλόγιστη χρήση οθονών και ψηφιακών εργαλείων χωρίς την καθοδήγηση εκπαιδευτικού μειώνει τις επιδόσεις των μαθητών. Τα ψηφιακά μέσα πρέπει να είναι συμπλήρωμα, όχι υποκατάστατο.

● Η ψηφιοποίηση αυξάνει τις ανισότητες: Όταν η διαφοροποίηση του μαθήματος μεταφέρεται αποκλειστικά στο διαδίκτυο, οι φτωχότεροι μαθητές ή όσοι ζουν σε περιοχές με κακή σύνδεση αποκλείονται.

● Ελλειψη ανεξάρτητων δεδομένων: Τα περισσότερα στοιχεία που παρουσιάζουν τις ψηφιακές πλατφόρμες ως «μαγικές λύσεις» προέρχονται από τις ίδιες τις εταιρείες τεχνολογίας (EdTech) που τις πουλάνε και όχι από ανεξάρτητες παιδαγωγικές έρευνες.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ UNESCO

α) Εντυπο βιβλίο ως εγγύηση ισότητας: Ζητεί από τις κυβερνήσεις να διατηρήσουν τα ποιοτικά έντυπα εγχειρίδια ως βάση του μαθήματος. Το βιβλίο στο θρανίο διασφαλίζει ότι όλοι έχουν πρόσβαση στην ίδια γνώση χωρίς να εξαρτώνται από οθόνες.

β) Τεχνολογία με όρους του μαθητή: Η τεχνολογία πρέπει να εισάγεται στα σχολεία μόνο αν αποδεδειγμένα βοηθά τον μαθητή και όχι επειδή είναι «μόδα».

γ) Εμφαση στην υποδομή και την επιμόρφωση: Αντί το κράτος να ξοδεύει πόρους σε αγορές λογισμικού, προτείνεται να επενδύει στην ουσιαστική επιμόρφωση των δασκάλων ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται τις ιδιαιτερότητες της τάξης τους.

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΣΕΙΣ

Ένα σταθερό, ποιοτικό έντυπο και ένας καλά εκπαιδευμένος δάσκαλος

Σε έγκυρες πλατφόρμες εκπαιδευτικής ανάλυσης (ResearchGate ή Frontiers in Education) τίθενται καθαρά και ρεαλιστικά τα πρακτικά προβλήματα της διαφοροποίησης, όπως η κόπωση των δασκάλων και η κατηγοριοποίηση μαθητών και σχολείων. Βασικό σημείο σύγκλισης: Ενα σταθερό, ποιοτικό έντυπο εγχειρίδιο για όλους (που εγγυάται την ισότητα και τη δικαιοσύνη στις εξετάσεις), το οποίο όμως θα πλαισιώνεται από έναν καλά εκπαιδευμένο δάσκαλο που ξέρει να προσφέρει επιπλέον ψηφιακά ή έντυπα βοηθήματα σε όποιον το έχει ανάγκη.

Στη Σουηδία, η κυβέρνηση αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τη μαζική επιστροφή στα έντυπα, δομημένα βιβλία. Το υπουργείο Παιδείας διευκρινίζει ότι δεν καταργεί τους υπολογιστές, αλλά επαναφέρει το βιβλίο ως τον «ακλόνητο κορμό» για να προστατεύσει τη συγκέντρωση των μαθητών. Η UNESCO και το Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης (IBE) έχουν εκδώσει αναλύσεις που υποστηρίζουν τη διατήρηση ενός σταθερού οδηγού (όπως το κοινό βιβλίο) σε συνδυασμό με ελεγχόμενη διαφοροποίηση.

Στην πρόσφατη Παγκόσμια Εκθεση Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης (GEM Report), ο Οργανισμός προειδοποιεί ρητά για τους κινδύνους της αλόγιστης ψηφιοποίησης και τονίζει την ανάγκη για «τεχνολογία με όρους ισότητας», ορίζοντας το έντυπο βιβλίο ως βάση. Στον Οδηγό Διαφοροποίησης του Αναλυτικού Προγράμματος (μελέτη με τίτλο Changing teaching practices: using curriculum differentiation) η UNESCO αναφέρει (και αναλύει) πως η διαφοροποίηση πρέπει να γίνεται μέσα στην τάξη από τον δάσκαλο (με βάση τις διαδικασίες και τις ασκήσεις) και όχι με τη διάσπαση του κεντρικού εκπαιδευτικού υλικού.

(shutterstock.com)
(shutterstock.com)

ΜΕΘΟΔΟΣ TOMLINSON

Η τάξη λειτουργεί σαν μια «εθνική οδός» και ο καθηγητής δημιουργεί απλώς «λωρίδες εξόδου»

Δεν αλλάζουμε το βιβλίο ούτε το μάθημα, αλλά αλλάζουμε το πώς βοηθάμε το κάθε παιδί να φτάσει στον ίδιο στόχο
Ακόμη και η αυθεντία στη Διαφοροποιημένη Εκπαίδευση, η Carol Ann Tomlinson, αναθεωρεί και αναζητεί τρόπους για «Ελεγχόμενη Διαφοροποίηση» ώστε να μην οδηγεί στο χάος. Κεντρική της ιδέα: Δεν αλλάζουμε το βιβλίο ούτε το μάθημα, αλλά αλλάζουμε το πώς βοηθάμε το κάθε παιδί να φτάσει στον ίδιο στόχο. Στο βιβλίο της «The Differentiated Classroom: Responding to the Needs of All Learners», εξηγεί ότι η σωστή διαφοροποίηση δεν σημαίνει 30 διαφορετικά μαθήματα ή πολλά διαφορετικά βιβλία. Σημαίνει ότι υπάρχει ένα κοινό κείμενο αναφοράς (το κοινό βιβλίο) και ο δάσκαλος διαφοροποιεί το προϊόν (product) ή τη διαδικασία (process), δίνοντας κλιμακούμενες ασκήσεις ανάλογα με τις ικανότητες του μαθητή.

Η ίδια ομολογεί ότι το μοντέλο είχε διαφορετική από την εκτιμώμενη εφαρμογή, με κύριες συνέπειες την εξάντληση των καθηγητών και τη μείωση του επιπέδου των μαθητών. Τώρα, τεκμηριώνει τη «Χρυσή Τομή» της μέσα από τέσσερις βασικές παραδοχές:

1. Απορρίπτει τον «Μικρο-διαχωρισμό» (Micro-differentiation). Αυτή η προσέγγιση είναι «μη βιώσιμη παράνοια», που εξουθενώνει τον εκπαιδευτικό. Η σωστή διαφοροποίηση είναι μια γενική φιλοσοφία σχεδιασμού. Η τάξη πρέπει να λειτουργεί σαν μια «εθνική οδός» όπου όλοι κινούνται μαζί και ο καθηγητής δημιουργεί απλώς «λωρίδες εξόδου» (exit ramps) ή προσωρινές υποστηρίξεις (scaffolding) για όσους κολλάνε, χωρίς να διασπάται ο κοινός κορμός της τάξης.

2. Υιοθετεί τη στρατηγική τού «Διδάσκω προς τα Πάνω» (Teaching Up). Σε πολλές χώρες, η διαφοροποίηση χρησιμοποιήθηκε για να «απλοποιηθεί» το μάθημα στους αδύναμους μαθητές. Τους έδιναν υποβαθμισμένες, υπερβολικά εύκολες ασκήσεις (π.χ. ζωγραφική αντί για κείμενο), με αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά να μένουν μόνιμα πίσω. Τώρα, συνιστά το Teaching Up. Δηλαδή, ο καθηγητής να σχεδιάζει το μάθημα με βάση τις υψηλές απαιτήσεις των προχωρημένων μαθητών. Όπως λέει, η διαφοροποίηση δεν σημαίνει «κατεβάζω το επίπεδο για τον αδύναμο», αλλά «κρατάω το επίπεδο ψηλά και του χτίζω σκαλοπάτια (βοήθειες) για να ανέβει».

3. Καταργεί τις στατικές «ταμπέλες». Τα σχολεία άρχισαν να χωρίζουν μόνιμα τους μαθητές σε ομάδες «αδύναμων», «μεσαίων» και «δυνατών», εγκλωβίζοντάς τους σε μια κατηγοριοποίηση. Ετσι, τώρα προτείνει τη δημιουργία ευέλικτων ομάδων (flexible grouping) που θα αλλάζουν κάθε 2-3 εβδομάδες με βάση καθημερινά δεδομένα (formative assessment). Ενας μαθητής μπορεί να είναι αδύναμος στις εξισώσεις, αλλά εξαιρετικός στη γεωμετρία. Δεν υπάρχουν «αδύναμοι μαθητές», υπάρχουν «μαθητές που χρειάζονται προσωρινή υποστήριξη σε μια συγκεκριμένη έννοια».

4. Δίνει προτεραιότητα στην ψυχολογία έναντι της ύλης. Στα πιο πρόσφατα κείμενά της (ιδιαίτερα μετά την πανδημία), τεκμηριώνει ότι η διαφοροποίηση αποτυγχάνει αν εστιάζει μόνο στο γνωστικό κομμάτι. Χρησιμοποιεί τη φράση «Maslow before Bloom» (αναφορά στους δύο κορυφαίους Αμερικανούς ψυχολόγους του 20ού αιώνα που αναδιαμόρφωσαν ριζικά την εκπαίδευση σε παγκόσμιο επίπεδο). Είναι μια διάσημη φράση που αντικατοπτρίζει τη θεμελιώδη παιδαγωγική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία οι βασικές βιολογικές και συναισθηματικές ανάγκες ενός μαθητή πρέπει να ικανοποιούνται πριν ξεκινήσει η ανώτερη γνωστική μάθηση. Αλλιώς: Αν το παιδί δεν νιώσει ασφάλεια και αποδοχή (ανάγκες κατά Maslow), ο εγκέφαλός του μπλοκάρει, δεν μπορεί να σκεφτεί δημιουργικά και να επεξεργαστεί διαφοροποιημένες ασκήσεις (γνωστική ανάπτυξη κατά Bloom).

Είναι εμφανής η σύγκλιση της Tomlinson με την UNESCO στην ανάγκη για εκπαίδευση με ένα κοινό, ισχυρό πρόγραμμα σπουδών (συνοχή) και ευέλικτη διδασκαλία. Το να αλλάζεις τα βιβλία ή να σπας την τάξη σε κομμάτια αποδείχθηκε αναποτελεσματικό. Τώρα αναδεικνύεται η χρησιμότητα προσδιορισμού ενός κοινού, υψηλού στόχου για όλους, με τον καθηγητή να λειτουργεί ως υποστηρικτής που δίνει το κατάλληλο εργαλείο την κατάλληλη στιγμή.

Με άλλα λόγια, η «Χρυσή Τομή» δεν είναι παρά… η επιστροφή στα βασικά. Σ’ αυτό, δηλαδή, που πάντα έκανε ο καλός, παραδοσιακός δάσκαλος. Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η επιστήμη της εκπαίδευσης «ανακαλύπτει τον τροχό», δίνοντας εντυπωσιακές ορολογίες σε πρακτικές που με την κοινή λογική και την εμπειρία των εκπαιδευτικών εφαρμόζονταν στα σχολεία εδώ και δεκαετίες.

Ο καλός δάσκαλος ανέκαθεν: Δεν άφηνε κανέναν πίσω. Καταλάβαινε ποιο παιδί δυσκολευόταν, πήγαινε πάνω από το θρανίο του και εξηγούσε το μάθημα με άλλα λόγια. Εβαζε προκλήσεις στους καλούς. Εδινε μια πιο δύσκολη άσκηση στο παιδί που τελείωνε πρώτο, για να μη βαριέται. Αξιολογούσε καθημερινά. Εκανε μια γρήγορη ερώτηση στην αρχή του μαθήματος για να δει αν η τάξη θυμόταν το χθεσινό μάθημα πριν προχωρήσει παρακάτω.

Βέβαια, για να γίνει αυτή η στροφή πίσω στα βασικά, χρειάστηκε να διανυθεί μια μεγάλη διαδρομή καθώς τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα έγιναν «εργοστασιακά», έντονα γραφειοκρατικά και μαζικά. Οταν οι τάξεις γέμισαν με 25+ μαθητές, η ύλη έγινε τεράστια και ασφυκτική και οι εκπαιδευτικοί εγκλωβίστηκαν στην υποχρέωση για την εξεταστέα, η παραδοσιακή ανθρωποκεντρική τέχνη του δασκάλου άρχισε να χάνεται. Γεγονός που δημιούργησε νέο προβληματισμό για τη λειτουργία της σωστής τάξης και ευτυχώς ενεργοποίησε θεσμούς και αρχές, οδηγώντας σε αναθεωρήσεις και διορθώσεις.

Ουραγός η Ελλάδα, επιλέγει να αγοράζει τα προς απόσυρση

Τι κάνει η Ελλάδα εν έτει 2026; Υιοθετεί τη συνταγή της διαφοροποίησης ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι το εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται -ξανά- περισσότερη δομή και ομοιομορφία προκειμένου να προστατεύσει τους μαθητές. Το ακόμη χειρότερο, επιχειρεί να εφαρμόσει τη Διαφοροποιημένη Διδασκαλία διατηρώντας ένα εξεταστικό πλαίσιο βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η ομοιομορφία.

Τόσο στην Τράπεζα Θεμάτων όσο και στις Πανελλαδικές, όλα είναι ομοιόμορφα. Ιδια ύλη, ίδιος χρόνος εξέτασης, ίδια κριτήρια βαθμολόγησης, ίδιοι διορθωτές. Οι αλλαγές στην Τράπεζα Θεμάτων που έχουν ανακοινωθεί δεν πρόκειται να αλλάξουν την αρχιτεκτονική της, αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, τότε θα οδηγηθούμε πιο γρήγορα στα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ευρωπαϊκές χώρες. Ταυτόχρονα, οι Πανελλαδικές -αναπόφευκτα- θα μετατραπούν σε ακόμη μεγαλύτερο κόφτη για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η Ελλάδα, για ακόμη μια φορά, βλέπει (ή όχι) την Ευρώπη να δημιουργεί αναβαθμισμένα μοντέλα, αλλά επιλέγει να αγοράζει τα προς απόσυρση. Βαφτίζει το λάθος «μεταρρύθμιση» και βάζει το ταλαιπωρημένο ελληνικό σχολείο σε νέες και άσκοπες περιπέτειες.


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr