Ερωτηθείς από δημοσιογράφο εάν εξετάζει το ενδεχόμενο να απομακρύνει την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ο Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να δώσει οριστική απάντηση, επιβεβαίωσε ωστόσο ότι το ζήτημα βρίσκεται υπό εξέταση.
Ανοιχτό άφησε ο Ντόναλντ Τραμπ το ενδεχόμενο αποπομπής της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, εκφράζοντας δημόσια τη δυσαρέσκειά του για τις αποκαλύψεις της WSJ. Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου έγιναν τη Δευτέρα (12/10), στον Λευκό Οίκο, στον απόηχο σειράς δημοσιευμάτων της Wall Street Journal για φερόμενες παρατυπίες πριν και μετά την ανάληψη των διπλωματικών καθηκόντων της.
Ερωτηθείς από δημοσιογράφο εάν εξετάζει το ενδεχόμενο να απομακρύνει την Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ο Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να δώσει οριστική απάντηση, επιβεβαίωσε ωστόσο ότι το ζήτημα βρίσκεται υπό εξέταση.
«Λοιπόν, το εξετάζουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «Ναι, δεν είμαστε ευχαριστημένοι».
Συγκεκριμένα, όταν δημοσιογράφος τον ρώτησε ευθέως «Σκέφτεστε να απολύσετε την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ;», ο πρόεδρος των ΗΠΑ απάντησε:
«Λοιπόν, το εξετάζουμε, ναι. Δεν είμαστε ευχαριστημένοι» («Well, we’re looking at it, yeah. We’re not happy»).
Η συγκεκριμένη δήλωση αφήνει να εννοηθεί ότι το ενδεχόμενο αντικατάστασης της Αμερικανίδας πρέσβειρας βρίσκεται υπό εξέταση από την κυβέρνηση Τραμπ.
Η τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου έρχεται μετά από διαδοχικά επικριτικά δημοσιεύματα της Wall Street Journal, τα οποία εγείρουν ερωτήματα για τη συμπεριφορά της Γκίλφοϊλ τόσο πριν από τον διορισμό της όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας της στην Ελλάδα.
Οι καταγγελίες που προκαλούν αναταράξεις
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται διαδοχικά δημοσιεύματα της Wall Street Journal, τα οποία αποδίδουν στην Κίμπερλι Γκίλφοϊλ σειρά αμφιλεγόμενων ενεργειών, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας της στην Αθήνα.
Μεταξύ των καταγγελιών περιλαμβάνονται φερόμενη απειλή εναντίον αξιωματούχου της χώρας υποδοχής, αποδοχή ακατάλληλων δώρων και υπηρεσιών, καθώς και ισχυρισμοί ότι προσφέρθηκε να αξιοποιήσει την επιρροή της στην αμερικανική κυβέρνηση με αντάλλαγμα την εξόφληση ενός ιδιαίτερα υψηλού λογαριασμού πιστωτικής κάρτας. Οι καταγγελίες αυτές, εφόσον επιβεβαιωθούν, εγείρουν σοβαρά ζητήματα σχετικά με τη συμπεριφορά και την άσκηση των καθηκόντων της Αμερικανίδας πρέσβειρας.
Η οργή του Ρούμπιο και η πρόσφατη επίσκεψη στην Αθήνα
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί, σύμφωνα με το Associated Press, η στάση του Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος φέρεται να είναι ιδιαίτερα ενοχλημένος από την εξέλιξη της υπόθεσης. Η δυσαρέσκειά του συνδέεται και με το γεγονός ότι επισκέφθηκε την Αθήνα μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, όταν οι καταγγελίες είχαν ήδη αρχίσει να δημοσιοποιούνται. Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ συμμετείχε στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις εκδηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών κατά την παραμονή του στην ελληνική πρωτεύουσα, ενώ κατά την άφιξή του τον υποδέχθηκε με θερμό εναγκαλισμό.
Αρχικά, ο Ρούμπιο είχε υπερασπιστεί την πρέσβειρα μετά το πρώτο δημοσίευμα, ωστόσο στη συνέχεια απέφυγε να τοποθετηθεί επί των νέων καταγγελιών. Μάλιστα, την Τετάρτη είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι «η πρέσβειρά μας έχει υπάρξει μια ισχυρή πρέσβειρα εδώ», εκφράζοντας δημόσια θετική άποψη για την παρουσία της στην Ελλάδα. Ωστόσο, μετά τη δημοσίευση νέων πληροφοριών αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, το κλίμα φέρεται να επιβαρύνθηκε περαιτέρω.
Την Πέμπτη, λίγο πριν αναχωρήσει από την Αθήνα, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας αντέδρασε έντονα στις ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με την υπόθεση. Όπως ανέφερε, δεν γνώριζε εάν οι καταγγελίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν επρόκειτο να απαντήσει σε ισχυρισμούς τους οποίους δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει.
Η απάντηση της Γκίλφοϊλ: «Ο Ντίτερς μου οφείλει 150.000 δολάρια»
Απαντώντας στις καταγγελίες, οι δικηγόροι της Αμερικανίδας πρέσβειρας, Τζέσι Μπινάλ και Ντέιβιντ Μ. Σουάρτς, υποστηρίζουν ότι ο Έρικ Ντίτερς επιχειρεί να εμφανίσει ως υπόθεση επιλήψιμης συμπεριφοράς μια οικονομική διαφορά που αφορά υπηρεσίες οι οποίες είχαν παρασχεθεί πριν από την πρότασή της για το διπλωματικό αξίωμα.
Όπως αναφέρουν, ο Ντίτερς εξακολουθεί να οφείλει στην Γκίλφοϊλ περίπου 150.000 δολάρια, ενώ εξετάζονται νομικές ενέργειες για την είσπραξη του ποσού και ενδεχόμενες πρόσθετες αξιώσεις.
Σύμφωνα με τους νομικούς εκπροσώπους της, οι οικονομικές απαιτήσεις αφορούν αποκλειστικά ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες που παρείχε στη διάρκεια του 2024 και στις αρχές του 2025.
Απορρίπτουν, μάλιστα, τον χαρακτηρισμό των συναλλαγών ως «quid pro quo», δηλαδή την παροχή ανταλλάγματος έναντι εξυπηρέτησης, υποστηρίζοντας ότι η Γκίλφοϊλ ζητούσε απλώς να πληρωθεί για εργασία που είχε ήδη πραγματοποιήσει. Όπως εξηγούν, επιχείρησε να τακτοποιήσει τις εκκρεμείς οικονομικές απαιτήσεις της ενόψει της μετάβασής της από τον ιδιωτικό τομέα στη δημόσια υπηρεσία.
Στην ανακοίνωσή τους, οι δικηγόροι της πρέσβειρας αναφέρουν ότι ο Ντίτερς είχε προσλάβει την Γκίλφοϊλ ως κεντρική ομιλήτρια στις εκδηλώσεις «Freedom Fest» στο Κεντάκι. Σύμφωνα με την ίδια πλευρά, ο πρώην πολιτευτής αξιοποιούσε τις συγκεκριμένες διοργανώσεις για να ενισχύσει τη δημόσια εικόνα του ενόψει των υποψηφιοτήτων του για κυβερνήτης και μέλος του Κογκρέσου.
Στις 20 Μαΐου 2024 υπέγραψε σύμβαση με το πρακτορείο που είχε αναλάβει τις εμφανίσεις και την είσπραξη των αμοιβών της Γκίλφοϊλ. Η συμφωνία προέβλεπε κατ’ αποκοπήν αμοιβή 200.000 δολαρίων, η οποία έπρεπε να καταβληθεί έως τις 31 Μαΐου του ίδιου έτους.
Κατά τους δικηγόρους της, συμφωνήθηκαν επίσης πρόσθετες ομιλίες και υπηρεσίες στρατηγικής επικοινωνίας και συγκέντρωσης χρηματοδότησης. Για τη συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών επικαλούνται τρίτο πρόσωπο, το οποίο, όπως αναφέρουν, ήταν παρόν και έχει επιβεβαιώσει ενόρκως τους σχετικούς όρους.
Η πλευρά της Γκίλφοϊλ υποστηρίζει ότι ο Ντίτερς δεν τήρησε την αρχική προθεσμία πληρωμής και στη συνέχεια κατέβαλλε τμηματικά χρήματα επί αρκετούς μήνες, χωρίς να εξοφλήσει το σύνολο των υποχρεώσεών του.
Επικαλείται ακόμη γραπτά μηνύματα στα οποία ο Ντίτερς φέρεται να απέδιδε τις καθυστερήσεις στον επιχειρηματικό του εταίρο και στους δικηγόρους του, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «εκατομμυριούχο με πρόβλημα ρευστότητας».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το ανεξόφλητο ποσό για το σύνολο των συγκεκριμένων υπηρεσιών ανέρχεται σε περίπου 150.000 δολάρια.