Στις μικρές, κλειστές κοινωνίες της ελληνικής περιφέρειας, η καθημερινότητα ρυθμίζεται συχνά από έναν άγραφο νόμο, πιο ισχυρό από κάθε επίσημο διάταγμα: το «τι θα πει ο κόσμος». Στην Ηλεία, έναν νομό με πλούσια αγροτική παράδοση και έντονο το στοιχείο της κοινοτικής συνύπαρξης, το «βλέμμα του γείτονα» λειτουργεί ως ένας αόρατος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Όταν όμως αυτό το βλέμμα στρέφεται προς τα ζητήματα της ψυχικής υγείας, μετατρέπεται από απλή περιέργεια σε ένα βαρύ, ασήκωτο κοινωνικό στίγμα, το οποίο εγκλωβίζει τους πάσχοντες στη σιωπή και τη συναισθηματική απομόνωση.

Το φαινόμενο του στιγματισμού της ψυχικής νόσου δεν είναι βέβαια καινούργιο. Ωστόσο, στην επαρχία προσλαμβάνει διαστάσεις που επηρεάζουν άμεσα τη δημόσια υγεία. Ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα η επίσκεψη σε έναν ψυχολόγο ή η λήψη ψυχιατρικής υποστήριξης έχουν απολέσει σε μεγάλο βαθμό την παλαιότερη αρνητική τους φόρτιση, στις τοπικές κοινωνίες η παραδοχή μιας ψυχικής δυσκολίας εξακολουθεί να θεωρείται «αδυναμία χαρακτήρα» ή, ακόμα χειρότερα, «τρέλα». Η λέξη «ψυχίατρος» προφέρει ακόμα έναν υπόκωφο φόβο, ικανό να περιθωριοποιήσει κοινωνικά και επαγγελματικά έναν άνθρωπο.
Ως αποτέλεσμα αυτής της προκατάληψης, οι πολίτες της περιφέρειας τείνουν να υποφέρουν βουβά. Άνθρωποι που βιώνουν σοβαρές αγχώδεις διαταραχές, βαριές μορφές κατάθλιψης ή μετατραυματικό στρες –ιδίως μετά από διαδοχικές τοπικές κρίσεις, όπως οι καταστροφικές πυρκαγιές και οι οικονομικές ανακατατάξεις στην αγροτική παραγωγή– αρνούνται να ζητήσουν έγκαιρα εξειδικευμένη βοήθεια. Ο φόβος μήπως τους δει κάποιος γνωστός να περνούν το κατώφλι μιας δομής ψυχικής υγείας ή ενός ιδιωτικού ιατρείου λειτουργεί αποτρεπτικά.
Αυτή η καθυστέρηση στη διάγνωση και τη θεραπεία έχει σοβαρές ιατρικές συνέπειες. Η ψυχική πίεση, όταν δεν εκφράζεται και δεν αντιμετωπίζεται επιστημονικά, νομοτελειακά σωματοποιείται. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλά Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Ε.Π.) επαρχιακών νοσοκομείων προσέρχονται και ασθενείς με έντονα ψυχοσωματικά συμπτώματα –όπως έντονες ταχυκαρδίες, δύσπνοια, κρίσεις πανικού ή αιφνίδιες υπερτάσεις– τα οποία, μετά τις απαραίτητες εξετάσεις, αποδεικνύεται ότι έχουν πιθανότατα ψυχογενή αίτια. Ο ασθενής προτιμά να καταφύγει στο νοσοκομείο επικαλούμενος ένα παθολογικό πρόβλημα, το οποίο φαίνεται να είναι κοινωνικά «αποδεκτό», παρά να παραδεχθεί ότι η ψυχή του νοσεί.

Η έρευνα δείχνει ότι το στίγμα δεν περιορίζεται μόνο στον γενικό πληθυσμό, αλλά δυστυχώς πολλές φορές διεισδύει και στους ίδιους τους επαγγελματίες υγείας των νοσοκομείων, οι οποίοι συχνά αναπαράγουν ασυνείδητα κοινωνικές προκαταλήψεις. Αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον τείχος δυσπιστίας ανάμεσα στον ασθενή και το σύστημα υγείας. Παράλληλα, το φαινόμενο της αυτοθεραπείας –όπου ο πάσχων λαμβάνει ηρεμιστικά ή αγχολυτικά χάπια που του «σύστησε» ένας φίλος ή συγγενής– διογκώνεται, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα.
Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, η πολιτεία εισήγαγε το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ψυχική Υγεία, το οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη κοινοτικών δομών και στην καταπολέμηση του αποκλεισμού. Ωστόσο, η θεσμική θωράκιση δεν αρκεί αν δεν αλλάξει η νοοτροπία της ίδιας της τοπικής κοινωνίας. Η ενημέρωση στα σχολεία, η ανοιχτή συζήτηση στους δήμους και η απομυθοποίηση της ψυχικής ασθένειας μέσα από τον τοπικό τύπο αποτελούν επιτακτική ανάγκη.
Για την ανατροπή αυτής της παγιωμένης νοοτροπίας απαιτούνται άμεσες, στοχευμένες τοπικές παρεμβάσεις. Αρχικά, η διοργάνωση ανοιχτών ενημερωτικών δράσεων και βιωματικών σεμιναρίων από εξειδικευμένους ψυχολόγους στους δήμους μπορεί να απομυθοποιήσει την ψυχική νόσο. Παράλληλα, η εισαγωγή προγραμμάτων ψυχικής ανθεκτικότητας στα σχολεία θα εκπαιδεύσει τη νέα γενιά στην ενσυναίσθηση, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο της προκατάληψης από νωρίς. Τέλος, καθοριστικό ρόλο οφείλει να διαδραματίσει ο τοπικός τύπος, προβάλλοντας ιστορίες ανθρώπων που αναζήτησαν βοήθεια και βγήκαν νικητές. Η δημόσια ομολογία και η ορατότητα αποτελούν το ισχυρότερο αντίδοτο απέναντι στην απομόνωση, μετατρέποντας το στίγμα σε συλλογική υποστήριξη.
Η ψυχική υγεία δεν είναι πολυτέλεια, ούτε θέμα προς σχολιασμό πίσω από τις κουρτίνες. Είναι το θεμέλιο της συνοχής μας. Το «βλέμμα του γείτονα» πρέπει επιτέλους να μετατραπεί από βλέμμα κριτικής και καχυποψίας, σε βλέμμα ενσυναίσθησης, αλληλεγγύης και ουσιαστικής φροντίδας για τον συνάνθρωπο που δοκιμάζεται δίπλα μας.
Ενδεικτικές Βιβλιογραφικές Παραπομπές
- Karakasi, M. V., Stylianidis, S., & Markopoulou, M. (2022). Mental health-related stigma, discrimination and prejudices among Greek healthcare professionals. Frontiers in Psychiatry, 13, Article 1027304.
- World Health Organization. Regional Office for Europe & European Observatory on Health Systems and Policies. (2023). Greece releases its National Action Plan for Mental Health. Health Systems and Policy Monitor.
- Georgiou, A., Michaelides, M. P., & Constantinou, E. (2025). Prevalence and predictors of mental health stigma among Greek and Greek-Cypriots. Journal of Community Psychology, 53(2), 145–162.
- Mavreas, V., Tomaras, V. (2026). The improvement of mental health in the Greek population: The completion of the psychiatric reform. Hellenic Journal of Psychiatry, 37(1), 22.
Ο Θεοδόσιος Σταυριανόπουλος είναι Νοσηλευτής ΤΕ, MSc, PhD(c), Προϊστάμενος Τ.Ε.Π. Γ.Ν. Ηλείας – Ν.Μ. Πύργου, Υποψήφιος Διδάκτορ Τμήματος Νοσηλευτικής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.