Περίπου 30 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη γυναικοκτονία, ολικά ή εν μέρει, ως ξεχωριστό ποινικό αδίκημα. Πρώτες ήταν οι χώρες της κεντρικής και νότιας Αμερικής. Αργά και δειλά ακολούθησαν κάποια ευρωπαϊκά κράτη, με τη χώρα μας να παραμένει εγκληματικά σε άρνηση να κατανοήσει τη δυστυχή ανάγκη.
Μετά τη γυναικοκτονία της Ελένης Τοπαλούδη, τον Νοέμβριο του 2018, ξεκίνησε να δίνεται μία μεγάλη μάχη για την κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» στοn δημόσιο λόγο. Αν εξαιρέσουμε ορισμένες συντηρητικές ή/και αντιδραστικές παραφωνίες, η γυναικοκτονία ως αυτοτελές, με σαφή έμφυλα κριτήρια έγκλημα, έχει αρχίσει να επικρατεί στη δημόσια συζήτηση. Ο ποινικός κώδικας, όμως, αρνείται πεισματικά να απαντήσει στη δυστυχή αναγκαιότητα των καιρών.
Από το 2020 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει σημάνει συναγερμό: η έμφυλη βία λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ από το 2024 έως σήμερα έχουν δολοφονηθεί σε συνθήκη ειρήνης από συντρόφους ή μέλη της οικογένειάς τους πάνω από 50.000 γυναίκες και κορίτσια. Και μιλάμε μόνο για τις περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί.
Σχεδόν 1 στις 3 γυναίκες (περίπου 30-35%) παγκοσμίως έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία, κυρίως από συντρόφους ή συγγενείς. Δηλαδή μιλάμε για εκατοντάδες εκατομμύρια γυναίκες και κορίτσια σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος που ο ο ΠΟΥ χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο “επιδημία”, είναι επειδή η βία κατά των γυναικών δεν είναι μεμονωμένο γεγονός. Είναι μία συστημική παθογένεια με τεράστιες προεκτάσεις στην ψυχική και σωματική υγεία του πληθυσμού. Και η ίδια η έμφυλη βία συνδέεται άμεσα με μακροχρόνια προβλήματα υγείας, όπως είναι η κατάθλιψη και το μετατραυματικό στρες (PTSD), οι ανεπιθύμητες κυήσεις και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα σε περίπτωση βιασμού και, τελικά, ο θάνατος.
Σε μία Ελλάδα που μετρά 174 γυναικοκτονίες από τον Ιανουάριο του 2018 ως τον Αύγουστο του 2026, σύμφωνα πάντα με το ελληνικό Τμήμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία και άλλες σχετικές εκθέσεις, έχουμε το δικαίωμα να αγνοούμε το πρόβλημα; Και, τέλος πάντων, γιατί επιμένουμε τόσο πολύ στην ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστό έγκλημα; Γιατί δεν μας καλύπτει ως όρος η ανθρωποκτονία;
Το 100% των ανθρώπων που τέλεσαν το αδίκημα της γυναικοκτονίας ήταν άντρες. Η απόλυτη πλειοψηφία των ανδρών που δολοφονήθηκαν από το 2018 ως σήμερα ήταν θύματα άλλων ανδρών. Ο αριθμός των ανθρώπων που σκοτώθηκαν από γυναίκες, ξανά από το 2018 ως σήμερα, είναι 14.
Τι συνέβη στις χώρες που προχώρησαν σε αναγνώριση και τι πρέπει να γίνει ακόμη
Ως γυναικοκτονία ορίζεται η ανθρωποκτονία μίας γυναίκας ή ενός κοριτσιού, ως αποτέλεσμα έμφυλης βίας για λόγους που συνδέονται με το φύλο της. Τον ορισμό μας δίνει, ξανά, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, όπως και ο ΟΗΕ και εξηγούν τη φύση του εγκλήματος ως εξής: κάθε σκόπιμη ανθρωποκτονία γυναικών και κοριτσιών. «Επειδή είναι γυναίκες», λέει ο ΠΟΥ, «που διαπράττονται με έμφυλα κίνητρα», λέει ο ΟΗΕ. Αλλά στο διά ταύτα αλλάζει μία λάθος αντίληψη αιώνων: αυτό που κάποτε χαρακτηιζόταν ως «έγκλημα πάθους» είναι, όταν αφορά σε ανθρωποκτονία με θύμα μια γυναίκα, ένα έγκλημα που έχει έμφυλη διάσταση. Ακριβώς όπως έχει η ίδια η ενδοοικογενειακή βία και κατανοώντας τη σύνδεση, μπορούμε να δούμε πώς προοδευτικά η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να καταλήξει σε γυναικοκτονία. Κι επομένως, να προληφθεί το τελικό έγκλημα.
Σε 29 χώρες παγκοσμίως έχουν ψηφιστεί νόμοι που σχετίζονται με τη γυναικοκτονία. Αυτό σημαίνει διαφορετικά πράγματα. Δεν έχουν προχωρήσει όλες αυτές οι χώρες σε πλήρη αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως αυτούσιο έγκλημα. Ορισμένες το έκαναν (όπως η Κύπρος και πολλές χώρες της νότιας και κεντρικής Αμερικής), άλλες χώρες (όπως η Ιταλία και η Ισπανία) προχώρησαν σε επιμέρους τροποποιήσεις του ποινικού κώδικα. Θεωρήθηκε το φύλο ως κίνητρο για την ανθρωποκτονία ή αναγνωρίστηκε η γυναικοκτονία ως φόνος που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια σεξουαλικού εγκλήματος.
Την αρχή παγκοσμίως έκαναν οι χώρες της κεντρικής και νότιας Αμερικής. Όταν πλέον το έγκλημα έλαβε διαστάσεις που δεν μπορούσαν πια να αγνοηθούν, δεν γινόταν και να συνεχίσουν τα το καταγράφουν ως «ανθρωποκτονία», αφού τα θύματα ήταν αποκλειστικά και επί τούτου γυναίκες.
Ο λόγος που αυτές τις 18 χώρες της αμερικανικής ηπείρου προχώρησαν στη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ήταν η παραδοχή πως αυτές οι γυναίκες δε σκοτώθηκαν τυχαία. Σκοτώθηκαν επειδή ήταν γυναίκες. Επομένως, το φύλο αποτελεί κίνητρο και αν αυτό δεν καταγραφεί, δεν θα αλλάξει τίποτα ως προς την πρόληψη.
Αυτή η αλλαγή έχει αποτυπωθεί πολύ περισσότερο στις 18 αμερικανικές χώρες, καθώς μετρούν από 20 και πάνω χρόνια από όταν εισήλθε η γυναικοκτονία στον ποινικό κώδικα κι ας μην εισήλθε με τον ίδιο τρόπο παντού. Αυτό που άλλαξε πρώτα και άμεσα, ήταν η αυστηροποίηση των ποινών, όπου στις περισσότερες χώρες προβλέπεται πλέον ισόβια κάθειρξη. Επίσης, καταργήθηκαν τα ελαφρυντικά, όπως το «εν βρασμώ ψυχής» ή το «έγκλημα τιμής», που ως τότε υπήρχε σε ορισμένες νομοθεσίες. Και δημιουργήθηκαν ειδικά πρωτόκολλα έρευνας. Οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές υποχρεούνται να ακολουθούν συγκεκριμένες οδηγίες για τη διερεύνηση των αιτιών πίσω από τη δολοφονία μιας γυναίκας, όπως το προηγούμενο ιστορικό ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας.
Σε κοινωνικό επίπεδο, άλλαξε η καταγραφή δεδομένων. Δημιουργήθηκαν επίσημοι εθνικοί δείκτες και βάσεις δεδομένων αποκλειστικά για τις γυναικοκτονίες, κάτι που βοηθά στην ακριβή αποτύπωση του προβλήματος. Και η ίδια η χρήση του όρου από τα θεσμικά όργανα διευκόλυνε την κοινωνική κατανόηση ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ή «την κακιά την ώρα», αλλά για συστημικό πρόβλημα έμφυλης βίας.
Γυναικείες οργανώσεις και μεμονωμένες φωνές ισχυροποιήθηκαν, κάνοντας ορατή την μια πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από «κώδικες τιμής» και ομαδικούς τάφους.
Αρκεί η νομική αναγνώριση;
Η διάσταση μεταξύ νόμου και κοινωνίας είναι σαφής. Το έγκλημα δεν μειώθηκε, με μόνη και φωτεινή εξαίρεση την Χιλή, όπου η κοινωνική ευαισθητοποίηση και το κοινωνικό πεδίο δράσης ανάγκασαν και τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό να ενεργοποιηθεί. Αυτήν την στιγμή η Χιλή καταγράφει από τους χαμηλότερους δείκτες γυναικοκτονιών παγκοσμίως.
Συγκεκριμένα, η έκθεση της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τις υπόλοιπες αμερικανικές χώρες μας δίνει μία άγρια εικόνα. Παρά την ποινικοποίηση, η μείωση των κρουσμάτων είναι ελάχιστη ή μηδενική. Καταγράφονται πάνω από 3.700 με 3.800 γυναικοκτονίες ετησίως, σύμφωνα με το κέντρο ερευνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στη Βραζιλία, παρά την ψήφιση του αυστηρού νόμου Maria da Penha (2006) και τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας το 2015, οι δολοφονίες αυξήθηκαν, αγγίζοντας ιστορικά υψηλά επίπεδα. Είναι ένα γεγονός που αποδεικνύει ότι ο νόμος από μόνος του δεν αρκεί χωρίς αλλαγή κουλτούρας και κρατική προστασία.
Επομένως, τι κερδήθηκε εφόσον το έγκλημα δεν μειώθηκε; Εφόσον η διαφθορά μπορεί να εξαγοράσει τη σιωπή του κρατικού μηχανισμού και της δικαιοσύνης συγκεκριμένα;
Κερδήθηκε η ορατότητα. Το έγκλημα βγήκε από την ιδιωτική σφαίρα. Είναι γεγονός πως υπάρχει κοινωνικό και μάλιστα μαζικό πρόβλημα. Και το κράτος οφείλει να ξοδέψει από τον προϋπολογισμό του σε δομές φιλοξενίας, στήριξη, έρευνα και όλα τα βήματα που πρόκειται να γίνουν στο μέλλον, ώστε να σωθούν περισσότερες ζωές.
Οι κοινές εκθέσεις του UN Women και του Γραφείου του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά (UNODC) μας λένε πως, συμπερασματικά, η νομική αναγνώριση ανάγκασε τα κράτη να δημιουργήσουν ειδικά πρωτόκολλα έρευνας (όπως το Latin American Model Protocol). Αυτό βοήθησε να ξεχωρίζουν οι έμφυλες δολοφονίες από τις κοινές ανθρωποκτονίες, να καταγραφούν και να μελετηθούν.
Επίσης, κάτι βασικό για την Λατινική Αμερική, είναι μία διάκριση μεταξύ «ιδιωτικού» και «οργανωμένου εγκλήματος». Έγινε, δηλαδή, η διάκριση των γυναικοκτονιών που συμβαίνουν από συντρόφους, νυν ή πρώην, σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο, από τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος συμμοριών και διακινητών. Στην Κεντρική Αμερική, όπου το οργανωμένο έγκλημα είναι ισχυρό, μεγάλος μέρος των γυναικοκτονιών συνδέεται με δράση συμμοριών.
Πρόσφατα, έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας για τους νόμους σχετικά με τις γυναικοκτονίες διεθνώς με τίτλο: «50 χρόνια εξέλιξης και συστηματικά κενά», αναφέρει δύο δομικά προβλήματα στη σχέση του νόμου και της εφαρμογής κι αποτύπωσης στην κοινωνική αλλαγή: οι νόμοι εστιάζουν κυρίως στην καταστολή (ποινές φυλάκισης) και όχι στην πρόληψη (εκπαίδευση, καταφύγια γυναικών, οικονομική στήριξη θυμάτων). Η ύπαρξη του νόμου στα χαρτιά δεν μεταφράζεται πάντα σε δικαιοσύνη. Το δικαστικό σύστημα σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής πάσχει από βαθιά ριζωμένη πατριαρχική κουλτούρα, με αποτέλεσμα πολλές υποθέσεις να μην διώκονται σωστά ή να υποβαθμίζονται.
Αυτό που δεν αναιρείται, όμως, είναι η σημασία της ποινικής αναγνώρισης του εγκλήματος. Τα 50 χρόνια της εξέλιξης των νομοθετημάτων διεθνώς, είναι μόνο η αρχή για να φτάσουμε στη ριζική λύση.
Την Αμερική ακολούθησε η Ευρώπη αργότερα. Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι χώρες της ΕΕ που έχουν εισαγάγει τη γυναικοκτονία στον ποινικό τους κώδικα είναι η Κύπρος, η Μάλτα, η Κροατία και η Ιταλία. Το Βέλγιο και η Ισπανία έχουν ψηφίσει ειδικές διατάξεις. Συγκεκριμένα:
-Η Κύπρος προχώρησε σε θεσμική αναγνώριση του έμφυλου κινήτρου πίσω από συγκεκριμένες δολοφονίες γυναικών.
-Η Μάλτα ενσωμάτωσε τον όρο στον Ποινικό Κώδικα το 2022.
-Η Κροατία εισήγαγε ξεχωριστό αδίκημα το 2024.
-Η Ιταλία ακολούθησε το 2025.
Η Ελλάδα ως αρνητικό παράδειγμα
Το 2021 η χώρα ήταν σοκαρισμένη από τις ασταμάτητες ειδήσεις για νέες γυναικοκτονίες. Υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο Κώστας Τσιάρας και τον Νοέμβριο επρόκειτο να γίνει τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα. Τότε, κόμματα της αντιπολίτευσης σε συνεργασία με γυναικείες οργανώσεις είχαν διεκδικήσει τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως αυτοτελούς εγκλήματος.
Στις 3 Νοεμβρίου ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Πλιώτας, εξέδωσε μία εγκύκλιο-ορόσημο για τα ελληνικά δεδομένα. Ο κ. Πλιώτας αναφέρει για πρώτη φορά τη γυναικοκτονία ως έγκλημα. Ο εισαγγελέας αναγνώρισε ότι τα εγκλήματα αυτά στρέφονται κατά των γυναικών λόγω του φύλου τους και σημείωσε την ανάγκη να εξεταστεί η διακριτή τυποποιημένη ποινική πρόβλεψη του όρου. Δηλαδή η εισαγωγή της γυναικοκτονίας ως διακεκριμένης μορφής ανθρωποκτονίας στον Ποινικό Κώδικα.
Ο κ. Πλιώτας ζήτησε από τους εισαγγελείς της χώρας να βρίσκονται σε «κόκκινη έτοιμότητα» και να παρεμβαίνουν άμεσα και χωρίς καθυστέρηση σε περίπτωση τέτοιων εγκλημάτων. Έδωσε οδηγίες στις εισαγγελικές αρχές να μην υποτιμούν καμία καταγγελία ή ακόμη και αναφορά για ενδοοικογενειακή βία και προέτρεψε σε ενεργοποίηση κοινωνικών δομών και βοήθεια των εισαγγελέων προς την αστυνομία, ώστε να κινούνται άμεσα οι διαδικασίες προστασίας των γυναικών και συλλογής των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων πριν την τέλεση του εγκλήματος. Αναγνώρισε, δηλαδή, πως η κλιμάκωση της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας μπορεί να οδηγήσει σε γυναικοκτονία.
Η πρόταση δεν έγινε δεκτή. Ο υπουργός Κώστας Τσιάρας ανέφερε συγκεκριμένα πως αποδέχεται τον «κοινωνιολογικό όρο» της γυναικοκτονίας, αλλά όχι τη νομική καθιέρωση.
Αντ’ αυτού, αυστηροποιήθηκαν οι ποινές για την ανθρωποκτονία οριζόντια, με μοναδική προβλεπόμενη κάθειρξη την ισόβια ποινή. Το επιχείρημα ήταν πως όλες οι ζωές αξίζουν το ίδιο. Και πως πρέπει να δοθεί βάση στην πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας. Αλλά δόθηκε;
Στην τελευταία αξιολόγηση της Ελλάδας από την GREVIO, την επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης που εποπτεύει την τήρηση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης για την ενδοοικογενειακή βία, διαπιστώθηκαν ουσιαστικές και δομικές ελλείψεις. Διαπιστώνει την ανάγκη λήψης μέτρων βελτίωσης σε διάφορους τομείς όπως τη λειτουργία κέντρων αντιμετώπισης θυμάτων βιασμού και κέντρων προστασίας γυναικών θυμάτων βίας και των παιδιών τους, καθώς και τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο στις διαδικασίες επιμέλειας και καθορισμού των δικαιωμάτων επίσκεψης ζητημάτων ενδοοικογενειακής βίας. Ειδικότερα για τις γυναίκες που ζητούν άσυλο απαιτείται η παροχή ασφαλούς καταλύματος, η πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες διερμηνείας και η παροχή νομικής βοήθειας.
Ταυτόχρονα, ο ΟΗΕ επισημαίνει πως η μη αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως αυτούσιου αδικήματος συσκοτίζει το ζήτημα του κινήτρου και εμποδίζει την καταγραφή, τη μελέτη και, τελικά, την αντιμετώπιση της φύσης του εγκλήματος.
Κάποια πράγματα που τυπικά εξαγγέλλονται, όπως οδηγίες για εκπαίδευση αστυνομικών, είναι ευχολόγιο. Στην πράξη πηγαίνει λάθος. Τα θύματα δε μειώνονται. Οι εξουσιαστικές αντιλήψεις δε μειώνονται, σε πολύ νεαρά άτομα το παρατηρείς κι αυτό είναι οδυνηρό.
Αρκεί η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας;
Το in μίλησε με τη Μαρία Αποστολάκη, δικηγόρο από το κέντρο ΔΙΟΤΙΜΑ, η οποία μας εξήγησε πως ναι μεν η νομική αναγνώριση είναι απαραίτητη, αλλά από μόνη της δεν αλλάζει κάτι. Όπως δεν άλλαξε απολύτως τίποτε η αύξηση της ποινής για την ανθρωποκτονία σε ισόβια κάθειρξη.
«Ο ποινικός κώδικας» λέει η κ. Αποστολάκη «αντιμετωπίζει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με δόλο ως ένα ουδέτερο ως προς το φύλο έγκλημα κι έτσι δεν καλύπτονται τα δομικά υλικά της γυναικοκτονίας, δηλαδή ο μισογυνισμός, ο σεξισμός, οι διακρίσεις βάσει του φύλου. Αλλά η νομική αναγνώριση είναι απαραίτητη. Θέλουμε να ξέρουμε ότι οι γυναικοκτονίες θα καταμετρώνται ως έμφυλα εγκλήματα και θα μπορούμε μετά κι εμείς προτείνουμε λύσεις. Η νομοθεσία, επίσης, επιδέχεται αλλαγές. Είναι ένας μηχανισμός να εκπαιδεύει, όχι μόνο να καταστέλλει και να τιμωρεί. Χρειαζόμαστε τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας για να πούμε ότι η μισογύνικη και σεξιστική δολοφονία είναι μια άλλη συμπεριφορά, δεν είναι μόνο ανθρωποκτονία από πρόθεση».
«Κι αυτό που λένε διάφοροι νομικοί κύκλοι πως πρόκειται για “εισαγωγή αντισυνταγματικής διάκρισης”, με βάση το φύλο, είναι λάθος. Δεν αποτελεί διάκριση να παίρνεις θετικά μέτρα που να προωθούν την ισότητα των δύο φύλων. Εμείς θέλουμε το άρθρο να εμπεριέχει όλες τις διακρίσεις, την ανισότητα, την ανισορροπία των δυνάμεων. Αυτά δεν μπορούν να αποτυπωθούν στο υπάρχον αδίκημα».
«Αλλά» συμπληρώνει η κ. Αποστολάκη «μια σκέτη αναγνώριση του όρου στον ποινικό κώδικα δεν κάνει κάτι από μόνη της, αν δεν ληφθούν κι άλλα μέτρα και δε γίνουν κι άλλες δράσεις για την απάλειψη του φαινομένου. Η ανισότητα ξεκινά από την πρώτη μέρα. Δεν θα αλλάξει κάτι αν δεν ξεκινήσουμε να βλέπουμε ανθρώπους και όχι παιδιά ως ισότιμα όντα. Εμείς, οι γυναίκες, δεν πρέπει να προσέχουμε και να είμαστε οι γενναίες, δεν είναι λύση αυτό, όπως μας λένε κάποιοι. Πρέπει να ζούμε ελεύθερες. Και να μάθουν τα αγόρια τα όρια. Να ξεκινήσει η αλλαγή από τη σχολική αγωγή, αν χρειαστεί, να συζητήσουν στα σχολεία ενάντια στο μισογυνισμό και το σεξισμό».
Η ειδική νομική αντιμετώπιση είναι εργαλείο κατανόησης και αντιμετώπισης, όχι αυτούσια λύση. Την στιγμή που η διαβόητη «ανδρόσφαιρα» εντείνει το μίσος απέναντι στις γυναίκες, χρειάζεται να γίνει η αρχή, σαν πρώτη νίκη υπέρ των γυναικών και σαν απόδειξη καλής θέλησης από την πλευρά της Πολιτείας..
Στην Ελλάδα έχουμε, μέχρι σήμερα, 15 καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες από την αρχή του έτους. Η πιο πρόσφατη ήταν αυτή της 25χρονης Πηνελόπης στην Ηγουμενίτσα. Είναι δίκαιο να πούμε ότι δεν αντέχουμε άλλο πια. Και η αλλαγή, που θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει χρόνια τώρα, έχει καθυστερήσει ήδη πάρα πολύ.