Από τα μέτωπα του πολέμου και τις θρυλικές συνεντεύξεις με ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες, στη σχέση με τον Αλέξανδρο Παναγούλη και τις αμφιλεγόμενες θέσεις των τελευταίων χρόνων της

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2006 πεθαίνει στη Φλωρεντία σε ηλικία 77 ετών η Οριάνα Φαλάτσι, ιταλίδα συγγραφέας και μία από τις διασημότερες, αλλά και πιο αμφιλεγόμενες δημοσιογράφους του 20ού αιώνα.

Μια ημέρα μετά τον θάνατό της, «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 16ης Σεπτεμβρίου 2006, αποχαιρετούσε τη μαχητική δημοσιογράφο με ρεπορτάζ του Αναστάση Βιστωνίτη, ο οποίος συμπυκνώνει ολόκληρη τη δημόσια διαδρομή της σε τέσσερις λέξεις:

«Προκλητική, εριστική, αντιφατική και ως δημοσιογράφος και ως συγγραφέας, η Φαλάτσι υπήρξε πάντοτε παθιασμένη, από την αρχή της σταδιοδρομίας της ως το τελευταίο της βιβλίο.

»Έγινε διάσημη με τις συνεντεύξεις που πήρε από πολιτικές φυσιογνωμίες, όπως ο Αραφάτ, η Γκόλντα Μέγιερ, ο Κίσινγκερ και ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, φέρνοντας πάντα τους συνομιλητές της σε εξαιρετικά δύσκολη θέση με τις ευφυείς ερωτήσεις της, τον εξαιρετικά μελετημένο επιθετικό τόνο που τους έδινε και την επιμονή της ώστε να λάβει τις απαντήσεις που ήθελε».

Η Οριάνα Φαλάτσι σε αυτοπορτρέτο με τη φωτογραφική μηχανή Rolleiflex, το 1960.

«Στην καρδιά των γεγονότων»

Η μαχητική της στάση είχε διαμορφωθεί από πολύ νωρίς. Ο πατέρας της συμμετείχε στην Αντίσταση εναντίον του Μουσολίνι και η ίδια, ακόμη έφηβη, πήρε μέρος στην αντιφασιστική δράση.

Αργότερα έγινε πολεμική ανταποκρίτρια, καλύπτοντας μεταξύ άλλων τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Το 1968, κατά τη διάρκεια των φοιτητικών ταραχών στο Μεξικό, τραυματίστηκε από πυρά.

Για τη Φαλάτσι η δημοσιογραφία δεν ήταν ποτέ μια διαδικασία ουδέτερης παρατήρησης.

«Η ίδια έλεγε ότι κάθε επαγγελματική της εμπειρία, ό,τι άκουγε ή έβλεπε, ήταν σαν να την αφορούσε προσωπικά και πάντοτε έπαιρνε θέση που βασιζόταν στις ηθικές της επιλογές. […]

»Θεωρούσε ότι οι συνεντεύξεις της ήταν εκδοχές της αυτοπροσωπογραφίας της και ότι ο δημοσιογράφος “ζει την Ιστορία τη στιγμή που δημιουργείται, την αγγίζει με τα χέρια του, την αφουγκράζεται με τα αφτιά του”. Αυτό το πάθος υπήρχε πάντοτε πίσω από το κάθε γραπτό της: “να πει μια ιστορία με σημασία”».

Οριάνα Φαλάτσι, 1963.

Μια από τις διασημότερες δημοσιογραφικές της αναμετρήσεις ήταν το 1972, με τον τότε Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ.

«Ας μιλήσουμε για τον πόλεμο. Δεν είστε ειρηνόφιλος, έτσι δεν είναι;», τον ρώτησε.

Η δημοσιογράφος κατάφερε να αποσπάσει από τον «μάγο της διπλωματίας» όπως τον χαρακτήριζε «ΤΟ ΒΗΜΑ», την
παραδοχή ότι ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν «άχρηστος»:

Ο ίδιος ο Κίσινγκερ έγραψε χρόνια αργότερα ότι δέχθηκε να παραχωρήσει τη συνέντευξη, γιατί πείστηκε ότι έπρεπε και αυτός να προστεθεί στο «δημοσιογραφικό πάνθεον» της ιταλίδας ρεπόρτερ.

Ωστόσο, χαρακτήρισε τη συνέντευξή τους «τη μόνη καταστροφική συζήτηση που είχα ποτέ με δημοσιογράφο».

Απέναντι στον Χομεϊνί

Εξίσου θρυλική έμεινε η συνέντευξή της με τον αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν, το 1979.

Η Φαλάτσι εμφανίστηκε φορώντας τσαντόρ, όπως απαιτούσαν οι συνθήκες, αλλά δεν έχασε την ευκαιρία να προκαλέσει τον συνομιλητή της.

«Πώς κοιμάται κανείς με τσαντόρ;»

«Ο ιρανός ηγέτης απάντησε: “Αν δεν σας αρέσει η ισλαμική περιβολή, δεν είστε υποχρεωμένη να τη φορέσετε. Διότι η ισλαμική περιβολή είναι για τις καλές και ευπρεπείς γυναίκες”.

»Η Φαλάτσι δεν έχασε την ευκαιρία: “Πολύ ευγενικό από μέρους σας, ιμάμη. Και μια που το είπατε, θα βγάλω αμέσως αυτό το χαζό, μεσαιωνικό κουρέλι” είπε και πέταξε το τσαντόρ της. Ο Χομεϊνί σηκώθηκε και έφυγε νευριασμένος», περιγράφει η Τάνια Μποζανίνου στο «ΒΗΜΑ» της 17ης Σεπτεμβρίου 2006.

Η συνέντευξη ωστόσο, ολοκληρώθηκε λίγες ημέρες αργότερα, όπως διηγήθηκε η Φαλάτσι σε συνέντευξή της στο αμερικανικό περιοδικό “New Yorker”.

Παρά τις προειδοποιήσεις του γιου του Χομεϊνί να μην ξαναμιλήσει για το τσαντόρ, εκείνη επέλεξε η πρώτη ερώτηση να αφορά αυτό ακριβώς.

Αυτή τη φορά, ο Χομεϊνί χαμογέλασε.

«Πιστέψτε με, ποτέ δεν έχω δει τον πατέρα μου να γελά. Είστε ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που τον έκανε να γελάσει», της είπε, κατά τη διήγησή της, ο γιος του ιρανού ηγέτη».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.6.2006, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης

Για το ελληνικό κοινό, το όνομα της Οριάνα Φαλάτσι συνδέθηκε κυρίως με εκείνο του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Γνωρίστηκαν το 1973, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του με την αμνηστία που έδωσε το καθεστώς του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Η Φαλάτσι έφτασε στην Αθήνα για να του πάρει συνέντευξη και λίγο αργότερα ξεκίνησε η σχέση τους.

Όπως έλεγε η ίδια ο Παναγούλης έγινε «ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής της».

«Ήταν και οι δύο έντονες προσωπικότητες, αλλά δεν είχαν απόλυτη ταύτιση στις πολιτικές αναλύσεις. Εκείνη ήταν επιθετική και δεν έτρεφε καμία συμπάθεια προς τους κομμουνιστές», θυμόταν άνθρωπος που τους είχε γνωρίσει, μιλώντας στο «ΒΗΜΑ» της 17ης Σεπτεμβρίου 2006.

Μετά τον θάνατο του Παναγούλη σε αυτοκινητικό δυστύχημα το 1976, η Φαλάτσι έγραψε το «Ένας άνδρας», που κυκλοφόρησε το 1979. Εκεί αφηγείται, μέσα από τη δική της λογοτεχνική ματιά, τον αγώνα του εναντίον της δικτατορίας, τα βασανιστήρια, τις απόπειρες απόδρασης και τη ζωή του μετά την αποφυλάκισή του.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 23.8.1990, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

«Δεν ανήκω σε κανέναν»

Η τελευταία περίοδος της ζωής της ήταν και η πιο αμφιλεγόμενη.

Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η Φαλάτσι στράφηκε σε μια ολοένα πιο οργισμένη πολεμική εναντίον του Ισλάμ, των μουσουλμάνων μεταναστών και της στάσης της Ευρώπης απέναντί τους.

Οι θέσεις που διατύπωσε στα τελευταία βιβλία της, «Οργή και περηφάνια» και «Η δύναμη της λογικής» προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ακόμη και από ανθρώπους που επί δεκαετίες τη θεωρούσαν σύμβολο μιας μαχητικής, αντιεξουσιαστικής δημοσιογραφίας.

Η ίδια, όμως, αρνιόταν ότι είχε αλλάξει.

Σε συνέντευξή της που είχε παραχωρήσει στον δημοσιογράφο Φλέμινγκ Ρόουζ και δημοσιεύθηκε στο «ΒΗΜΑ» της 9ης Αυγούστου 2006, μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό της, απαντούσε για την απομάκρυνσή της από την ευρωπαϊκή Αριστερά:

«Μια αναρχική όπως εγώ δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί σύμβολο για αυτούς τους ανθρώπους […] Δεν ανήκω σε κανέναν».

Και εξηγούσε τη στάση της μέσα από την εμπειρία της στο Βιετνάμ. Όταν, όπως έλεγε, έγραφε επικριτικά για τον πόλεμο από τη Σαϊγκόν, οι κομμουνιστές αξιοποιούσαν τα κείμενά της. Όταν όμως ταξίδεψε στο Βόρειο Βιετνάμ και κατήγγειλε και εκεί όσα αντίκρισε, στράφηκαν εναντίον της.

«Το θέμα με τον ελεύθερο άνθρωπο είναι ότι δεν μπορούν να τον ελέγξουν. Άνθρωποι όπως εγώ κηρύττουμε την αλήθεια όταν τη βρίσκουμε. Κάποιες φορές ευνοεί την Αριστερά, κάποιες τη Δεξιά. Και οι δύο αρχίζουν να σε μισούν μόλις καταλάβουν ότι δεν μπορούν να σου φορέσουν ταμπέλες».

Η Οριάνα Φαλάτσι υπογράφει αντίτυπα του βιβλίου της, το 1980.

«Είμαστε αντιμέτωποι με τον ισλαμικό φασισμό»

Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ερμήνευε και την τελευταία μεγάλη σύγκρουση της ζωής της.

«Αυτή τη στιγμή κάνω ακριβώς αυτό που έκανα και παλιά. Αντιμετωπίζω έναν νέο φασισμό στην Ευρώπη: τον ισλαμικό φασισμό», έλεγε.

Η ίδια συνέδεε ευθέως τις εμπειρίες της από τον φασισμό, τον πόλεμο και τις δικτατορίες με όσα πίστευε ότι έβλεπε πλέον να συμβαίνουν στην Ευρώπη:

«Είδα τι είναι ο φασισμός, τι είναι ο ναζισμός, η τυραννία, η βία, η καταστροφή, τα βασανιστήρια, η επίθεση κατά μιας κουλτούρας. Εναντίον αυτών πολεμώ. […]

»Η ελευθερία […] είναι πολύτιμη. Δεν είναι η ελευθερία να κάνεις ό,τι θέλεις, να είσαι ασύδοτος. Η ελευθερία απαιτεί θυσία. Είναι ακριβή […] Και δεν πρέπει ποτέ να μπερδεύεις την ελευθερία με την ελευθεριότητα».

Μόνο που η υπεράσπιση αυτής της ελευθερίας πήρε στα τελευταία βιβλία της τη μορφή μιας συνολικής καταδίκης του Ισλάμ και συχνά των ίδιων των μουσουλμάνων.

«Οι μουσουλμάνοι δεν θέλουν την ελευθερία μας. […] Δεν καταλαβαίνουν έννοιες όπως η ατομική επιλογή και η ανεξαρτησία», υποστήριζε, φτάνοντας στο σημείο να απορρίπτει οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές και παραδόσεις του Ισλάμ: «Υπάρχει μόνο ένα Ισλάμ και βρίσκεται μέσα στο Κοράνι».

«Ο εχθρός είχε αλλάξει»

Η πολεμική της, ωστόσο, δεν περιοριζόταν μόνο στο Ισλάμ. Είχε επίσης καταφερθεί με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εναντίον των ομοφυλοφίλων, ενώ σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις της επιτέθηκε και στους Μεξικανούς, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την εικόνα μιας βαθιά αμφιλεγόμενης δημόσιας προσωπικότητας.

Οι θέσεις αυτές την αποξένωσαν από μεγάλο μέρος του κοινού που την είχε θαυμάσει για την αντιφασιστική της διαδρομή και τις συγκρούσεις της με την εξουσία. Ταυτόχρονα, τα τρία τελευταία βιβλία της σημείωσαν τεράστια εμπορική επιτυχία. Η ίδια δήλωνε ότι είχαν ξεπεράσει συνολικά τα πέντε εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην Ιταλία.

Η γυναίκα που ως παιδί είχε μεγαλώσει μέσα στην Αντίσταση και που για δεκαετίες είχε παρουσιάσει τον εαυτό της ως εχθρό κάθε μορφής ολοκληρωτισμού, χρησιμοποιούσε τώρα αυτή ακριβώς την αντιφασιστική ταυτότητα για να δικαιολογήσει μια ρητορική που οι επικριτές της θεωρούσαν ξενοφοβική και μισαλλόδοξη.

Η ίδια, πάντως, ως το τέλος επέμενε ότι δεν είχε αλλάξει. Όπως έλεγε, είχε απλώς αλλάξει ο εχθρός.

tovima.gr

(Σαν σήμερα)