Στη μεταπολίτευση οι πελατειακές σχέσεις κράτησαν ζωντανή τη σύνδεση ανάμεσα στα κόμματα και τους πολίτες.
Τα δύο μεγάλα κόμματα, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, συσπείρωναν τους οπαδούς τους και συνομιλούσαν διαρκώς με την κοινωνία για κάθε τοπικό πρόβλημα. Οι κομματάρχες και οι παράγοντες σε κάθε χωριό και γειτονιά μετέφεραν τα αιτήματα της βάσης στους βουλευτές, κι εκείνοι στις κομματικές ηγεσίες. Οι βουλευτές λειτουργούσαν ως αναγκαίοι ενδιάμεσοι, καθώς τα ελληνικά κόμματα δεν απέκτησαν ποτέ τη θεσμική λειτουργία των ευρωπαϊκών. Ήταν αρχηγικά σχήματα, διατηρούσαν όμως γείωση με την πραγματικότητα. Οι ηγεσίες υπολόγιζαν τις τοπικές ανάγκες, τις κοινωνικές συγκρούσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα. Στις μέρες μας αυτή η αλυσίδα έσπασε οριστικά.
Τα κόμματα έπαψαν προ πολλού να είναι μαζικά και οι αριθμοί αποτυπώνουν την κατάρρευση. Το 2004, στη Μεσσηνία, Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ συγκέντρωναν μαζί πάνω από 105.000 ψήφους. Τον Ιούνιο του 2023, ακόμα κι αν προσθέσουμε στον λογαριασμό τον ΣΥΡΙΖΑ, και τα τρία κόμματα μαζί συγκέντρωσαν τοπικά μόλις 64.641 ψήφους, με τη Νέα Δημοκρατία στις 39.053, τον ΣΥΡΙΖΑ στις 15.634 και το ΠΑΣΟΚ στις 9.954. Η ίδια κατάρρευση καταγράφεται και σε πανελλαδικό επίπεδο. Το 2004 τα δύο κόμματα εξουσίας άθροιζαν πάνω από 6,3 εκατομμύρια ψήφους στην επικράτεια.
Τον Ιούνιο του 2023, Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ μαζί συγκέντρωσαν μόλις 3,66 εκατομμύρια. Η άλλοτε κραταιά κοινωνική βάση εξατμίστηκε, οι κάλπες άδειασαν και η αποχή εκτοξεύτηκε. Χωρίς ουσιαστική επαφή με την κοινωνία, οι κομματικοί επιτελείς κλείστηκαν στα γραφεία τους και στράφηκαν στις δημοσκοπήσεις. Εκεί νομίζουν πως αφουγκράζονται την κοινή γνώμη. Στην πράξη διαβάζουν απλώς τον αντίλαλο των δικών τους συνθημάτων, καθώς οι μετρήσεις επηρεάζονται άμεσα από την προπαγάνδα της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης.
Κανείς λογικός άνθρωπος δεν ζητά την επιστροφή των πελατειακών συναλλαγών του παρελθόντος. Το πολιτικό σύστημα όμως απέτυχε να αντικαταστήσει εκείνο το δίκτυο με έναν αξιόπιστο διάλογο. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον αντισυστημισμό και τους πολιτικούς της διαμαρτυρίας. Πρόσωπα με ακραία ρητορική και φαιδρότητες κερδίζουν λίγα λεπτά δημοσιότητας και τα εξαργυρώνουν στην κάλπη. Θυμάται άραγε κανείς εκείνον τον υποψήφιο δήμαρχο στον Δήμο Καλαμάτας το 2023, που δήλωνε σίγουρος νικητής από την πρώτη Κυριακή και μόλις πήρε μονοψήφιο ποσοστό εξαφανίστηκε από την πόλη; Την ίδια ακριβώς πορεία θα ακολουθήσουν και οι σημερινοί επικεφαλής των κομμάτων διαμαρτυρίας. Το όριο του 3% για την είσοδο στη Βουλή αποδεικνύεται επιζήμιο, καθώς ευνοεί τον κατακερματισμό και την πολιτική ασυναρτησία. Ένα όριο στο 5% θα εξασφάλιζε στοιχειώδη κοινοβουλευτική σοβαρότητα. Όμως ούτε οι εκλογικοί νόμοι αρκούν. Αν η πολιτική νομενκλατούρα δεν βγει από τους κλιματιζόμενους διαδρόμους της για να ακούσει την πραγματική ζωή, η αποξένωση των πολιτών θα βαθαίνει επικίνδυνα.