Οι τροφοδότες της χρόνιας ακρίβειας
Το έργο είναι πλέον γνωστό αλλά σε κάθε επεισόδιο γίνεται όλο και πιο επώδυνο:
Ο πληθωρισμός έκανε ξανά άλμα στο 3,7% τον Αύγουστο από το 2,7% του περασμένου μήνα, η αποκλιμάκωση του Ιουλίου αποδείχθηκε απλή παρένθεση και η νέα έκρηξη στις διεθνείς τιμές της ενέργειας προδιαγράφει ακόμη πιο δύσκολες μέρες.
Η ένταση της δυσκολίας, αποτυπώνεται καθαρά στα αναλυτικά στοιχεία που έδωσε χθες η Eurostat. Η Ελλάδα εμφανίζει την έβδομη ταχύτερη άνοδο των τιμών στην Ευρωζώνη, με βασικούς τροφοδότες το κόστος της ενέργειας αλλά και το κόστος των υπηρεσιών.
Προσώρας, η μόνη απάντηση που δίνει η κυβέρνηση στην εικόνα αυτή είναι η παράταση της επιδότησης στα καύσιμα και οι μειώσεις κατά 7% σε 1.725 κωδικούς προϊόντων στα σούπερ μάρκετ.
Από την πολιτική οπτική, δύσκολα προσπερνά κανείς την επικοινωνιακή στόχευση: ήτοι, το γεγονός ότι οι εν λόγω μειώσεις, ενώ είχαν ήδη προαναγγελθεί από τον Ιούλιο, τέθηκαν σε εφαρμογή στο παρά πέντε της πρωθυπουργικής ανόδου στη ΔΕΘ.
Από οικονομική σκοπιά, εξίσου δύσκολα βλέπει κανείς ουσιαστικό αποτέλεσμα και πραγματική αποσυμπίεση για τα νοικοκυριά, ακόμη κι εάν πληρώσουν δέκα ή δεκαπέντε ευρώ λιγότερα στον μηνιαίο λογαριασμό του σούπερ μάρκετ.
Είναι προφανές πως η καθίζηση της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με κανένα pass και καμία περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού όσο δεν αγγίζονται οι δύο κρυφοί τροφοδότες της χρόνιας ακρίβειας: τα κραταιά ολιγοπώλια και ο δημοσιονομικός πειρασμός των αυξημένων εσόδων που φέρνουν οι πληθωρισμένοι έμμεσοι φόροι…
Δουλειά μέχρι τα βαθιά γεράματα
Η σύνταξη υποτίθεται ότι σηματοδοτεί το τέλος του εργασιακού βίου. Για ολοένα και περισσότερους όμως στην Ελλάδα, σημαίνει απλώς την έναρξη μιας νέας πραγματικότητας: της συνέχισης της εργασίας για τη συμπλήρωση του εισοδήματος. Χιλιάδες άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης εξακολουθούν να εργάζονται, καθώς το ποσό που λαμβάνουν κάθε μήνα δεν είναι αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες τους.
Τα διαθέσιμα στοιχεία από την ειδική πλατφόρμα του e-ΕΦΚΑ δείχνουν ότι περίπου 255.000 συνταξιούχοι έχουν δηλώσει ότι εργάζονται. Ο αριθμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν συνδυαστεί με το ύψος των συντάξεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του «ΗΛΙΟΣ» για τον Ιούνιο του 2026, η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώθηκε στα 866,40 ευρώ μεικτά.
Ακόμη χαμηλότερα, περίπου 672.000 συνταξιούχοι βρίσκονται στην κατηγορία έως 600 ευρώ μεικτά, ενώ περίπου 399.000 λαμβάνουν έως 500 ευρώ.
Έτσι, στην Ελλάδα η συνταξιοδότηση δεν σημαίνει πάντοτε ξεκούραση. Για ένα σημαντικό τμήμα των συνταξιούχων σημαίνει συνέχιση της εργασίας όσο αντέχουν οι δυνάμεις τους, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της καθημερινότητας.

Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού
Στην Ελλάδα οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, που όμως καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες στα σχολεία, αποτελούν σχεδόν το 25% του συνόλου του διδακτικού προσωπικού. Κάθε χρόνο προσλαμβάνονται με δόσεις από 40.000 ως 50.000 αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, πλήρους και μερικής απασχόλησης, για να καλύψουν κενά σε όλες τις βαθμίδες, από τα νηπιαγωγεία ως τα Λύκεια.
Η τελευταία φάση των προσλήψεων μπορεί να γίνει ακόμα και στη μέση της σχολικής χρονιάς, μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Αυτό σημαίνει ότι επί μήνες εκατοντάδες σχολεία λειτουργούν με κενές διδακτικές ώρες σε κρίσιμα μαθήματα και ειδικότητες. Για να μπαλωθούν ή να καμουφλαριστούν οι ελλείψεις επιστρατεύονται κάθε είδους αλχημείες: συγχωνεύσεις και συμπτύξεις τμημάτων, μετακινήσεις εκπαιδευτικών σε δύο, τρία και τέσσερα σχολεία για να συμπληρωθούν οι ώρες · κοπτοραπτική στα ωράρια και τα μαθήματα, για να καλυφθουν περισσότερες τάξεις με λιγότερους εκπαιδευτικούς κ.λπ.
Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Δέκα χρόνια με μια βαλίτσα στο χέρι

Δημόσιοι υπάλληλοι σε συνθήκες φτωχοποίησης
Ο μύθος ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι «προνομιούχοι» σε σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα έχει καταρριφθεί προ πολλού. Είναι χαρακτηριστική μελέτη του ΚΕΠΕ που δείχνει υστέρηση μηνιαίων αποδοχών μεταξύ 15,8% ως 18,6% του δημόσιου τομέα έναντι του ιδιωτικού – συγκρίνοντας εργαζόμενους με το ίδιο εκπαιδευτικό επίπεδο, προϋπηρεσία και ηλικία. Δεν είναι μόνο η απώλεια του 13ου και 14ου μισθού που έχει καταστήσει τους δημοσίους υπαλλήλους, ιδίως όσους δουλεύουν σε νευραλγικούς τομείς όπως η εκπαίδευση και η υγεία, εργαζομένους «β’ κατηγορίας».
Ο συνδυασμός των μνημονιακών περικοπών, που ουδέποτε αναπληρώθηκαν, των πληθωριστικών ανατιμήσεων, που καταπίνουν τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις καθιστούν το εργασιακό περιβάλλον του δημοσίου κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτο.
Προσθέστε την εργασιακή εξουθένωση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους ειδικευόμενους του ΕΣΥ, την εργασιακή περιπλάνηση, που βιώνουν για χρόνια οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, την υποχρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών, τις χρόνιες κακοδαιμονίες του πελατειακού κράτους (ευνοιοκρατία, κομματικά ρουσφέτια κ.λπ). Κερασάκι στην τούρτα η υποτίμηση ή ακόμα και η ανοιχτή εχθρότητα που βιώνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν επικρατούν τα ανακλαστικά του κοινωνικού αυτοματισμού.

Αλλαγή πορείας
Παραδοσιακά στη διάρκεια της ΔΕΘ η κυβέρνηση πλειοδοτεί σε παροχές και υποσχέσεις. Γνωρίζει ότι τα νοικοκυριά έχουν φτάσει σε οριακό σημείο και είναι πρόθυμα να σταθμίσουν κάθε συγκεκριμένο μέτρο που θα υπόσχεται κάποια οικονομική ανακούφιση.
Μόνο που αυτό που ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί στη σκέψη των πολιτών δεν είναι απλώς το πόσα θα πάρουν βραχυπρόθεσμα. Σε τελική ανάλυση, γνωρίζουν ότι σύντομα θα εξαλείψει την όποια αξία τους ο πληθωρισμός που, σύμφωνα με τη Eurostat, εξακολουθεί να είναι υψηλότερος του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Ωστόσο εάν κανείς παρατηρήσει την κυβερνητική ρητορική, αυτή λίγο πολύ είναι σαφής: «Η χώρα, αυτή τη στιγμή είναι στην καλύτερή της φάση. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιες “παροχές” ώστε κάποια ψίχουλα από την “ανάπτυξη” να φτάσουν και στα φτωχότερα στρώματα. Αλλά το μοντέλο είναι μονόδρομος».
Η χώρα είναι σε ένα σταυροδρόμι. Την οδυνηρή έξοδο από την κρίση που ολοκληρώθηκε με την έξοδο των μνημονίων τη διαδέχθηκε μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Ούτε παραγωγική ανασυγκρότηση έγινε, ούτε αναβάθμιση των θεσμών, ούτε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Αντιθέτως, το οικονομικό μοντέλο έγινε ακόμη πιο στρεβλό, οι θεσμοί υπονομεύτηκαν με κάθε δυνατό τρόπο και η κοινωνική συνοχή υπέστη μεγάλα πλήγματα. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το δίλημμα που τίθεται μπροστά μας είναι η συνέχιση της σημερινής κατάσταση, άρα και η παράταση των σημερινών αδιεξόδων χωρίς προοπτική, ή μια άλλη πορεία, δύσκολη αλλά όχι αδύνατη, για ένα άλλο αναπτυξιακό και κοινωνικό υπόδειγμα με πρωταγωνιστή την ίδια την κοινωνία, την αγωνιστικότητα, την αλληλεγγύη, τη γνώση και τη δημιουργικότητά της.
Εξωραϊσμός
Εξωραϊσμός είναι κάθε προσπάθεια να φανούν τα πράγματα καλύτερα και διαφορετικά, όπως αυτά προκύπτουν αυθόρμητα στην πραγματική ζωή.
Δεν χρειάζεται να περιπλανηθούμε στην ιστορία για ένα παράδειγμα. Στη ΔΕΘ, η συνολική παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού ήταν μια άσκηση εξωραϊσμού. Και στην ομιλία του και στην επιχειρηματολογία του στην καθιερωμένη συνέντευξη, ο εξωραϊσμός είναι ο στόχος, η αποφυγή της πραγματικότητας η πολιτική επιδίωξη, η μετάθεση της συνολικής κρίσης της εξουσίας του σε μελλοντικό χρόνο.
Ήδη η «απόκρυψη» των οκτώ χρόνων διακυβέρνησης είναι ο καθολικός εξωραϊσμός. Όταν αγνοείς στον λόγο σου τα οκτώ χρόνια, διεκδικείς τη διαγραφή τους. Όλα σαν να άρχισαν χθες. Στη ΔΕΘ. Χωρίς παρελθόν, χωρίς τα γεγονότα, τελικά και χωρίς τους ανθρώπους. Και μαζί τις συνέπειες στη ζωή τους των αποφάσεων μιας εξουσίας, ήδη, οκτώ χρόνων.
Όλες οι εξουσίες εξωραΐζουν. Δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί μια Κυβέρνηση, όπως η σημερινή, που αγάπησε πολύ τον εαυτό της. Μέσα στον εξωραϊσμό κατοικεί ένας στόχος. Η επιβολή μιας πραγματικότητας, που έρχεται να καταστείλει την αμφισβήτηση που γεννάει η συνειδητοποίηση αυτού που πραγματικά υπάρχει και αληθινά βιώνεται.
Εφτά χρόνια …φαγούρας
Η κυβέρνηση στα επτά χρόνια που βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας, διαχειρίστηκε ένα τεράστιο ποσό χρηματικών πόρων. Συνολικά 105 δισ. ευρώ, τα οποία αναλύονται σε 43 δισ. ευρώ που ήταν οι δαπάνες της πανδημίας σε συνθήκες δημοσιονομικής «ευελιξίας», 36 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και 26 δισ. ευρώ από την ολοκλήρωση του ΕΣΠΑ 2014-2020 και την υλοποίηση του ΕΣΠΑ 2021-2027. Τέτοια οικονομική άνεση δεν είχε καμία προηγούμενη κυβέρνηση από την εποχή της παγκόσμιας και εγχώριας οικονομικής κρίσης και μετά.
Κατά συνέπεια το καίριο πολιτικό ζήτημα αφορά το πού πήγαν αυτοί οι πόροι και τι αποτέλεσμα είχαν. Ωφελήθηκε η κοινωνία; Ωφελήθηκε ο πολίτης; Ισχυροποιήθηκε η οικονομία; Τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Η «Εφ.Συν.» αποκαλύπτει σήμερα στο βασικό της θέμα του λόγου το αληθές.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι με την πολιτική της έφερε ανάπτυξη. Η πραγματικότητα όμως λέει άλλα. Στα χρόνια των μνημονίων το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 26%, που αντιστοιχεί σε περίοδο πολέμου και όχι ειρηνική. Στην τελευταία επταετία το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις 10,8% – η υπόλοιπη αύξησή του οφείλεται στον πληθωρισμό. Το συμπέρασμα είναι προφανές. Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, παρά τον πακτωλό των χρημάτων, ήταν επτά χρόνια οικονομικής αποτυχίας την οποία πληρώνουν οι πολίτες.
Η εμφύλια σύγκρουση
Ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης όσο κι αν ακούγεται παράδοξο είναι ο εαυτός της. Και βασικά ο «κακός» εαυτός της. Είτε αφορά λάθος πολιτικές είτε κρούσματα διαφθοράς είτε θέματα συμπεριφοράς απέναντι σε ιστορικά στελέχη της Ν.Δ.
Οι εσωκομματικές κόντρες έχουν αρχίσει και αναμένονται να κορυφωθούν το επόμενο διάστημα. Η κορυφαία κόντρα φυσικά αφορά την προσωπική αναμέτρηση του Κ. Μητσοτάκη με τον Αντώνη Σαμαρά. Σύγκρουση που εγκαινιάστηκε στην ΔΕΘ… Όταν ο πρωθυπουργός έριξε την πρώτη εσωκομματική «σφαίρα» προς τον Αντώνη Σαμαρά.
Και το ερώτημα είναι ποιος κέρδισε από την πρώτη εμφύλια σύγκρουση σε επίπεδο κορυφής.
Η αλήθεια είναι ότι ο μεν πρωθυπουργός αναγκάστηκε να επιτεθεί στον Αντώνη Σαμαρά για να «μπετονάρει» το εκλογικό του σώμα. Και ότι ο Αντώνης Σαμαράς από «αουτσάιντερ» μπαίνει με αξιώσεις στην προεκλογική Νεοδημοκρατική αρένα.
Αναμένεται να είναι η πιο σπαρταριστή κόντρα στον εμφύλιο Μητσοτακικών- Σαμαρικών.