Η υπόθεση της Κυψέλης δεν αποκαλύπτει μια-δυο περιστασιακές αστοχίες αλλά συστημικές ελλείψεις. Δεν ισχύει ότι δεν ξέρουμε τι πρέπει να γίνει ούτε ότι δεν έχουμε εργαλεία. Όμως οι πολιτικές μας ηγεσίες μοιάζουν απρόθυμες να θεσμοθετήσουν ένα πραγματικό σύστημα παιδικής προστασίας.

Η υπόθεση της οικογένειας στην Κυψέλη συντάραξε το πανελλήνιο. Με τα όσα έχουν γίνει γνωστά μέχρι τώρα για την υπόθεση αυτή φαίνεται πως στα χρόνια που προηγήθηκαν της αποκάλυψης (αλλά και του θανάτου του βρέφους) από την πλευρά του όλου «συστήματος» υπηρεσιών παιδικής προστασίας είχαν μάλλον… εξαντληθεί τα λάθη και οι παραλείψεις στα βήματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν γίνει και θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν αποτρέψει την τελική τραγική κατάληξη των πραγμάτων.

Αυτή η αίσθηση – ότι δηλαδή αποτύχαμε συλλογικά να προλάβουμε και να αποτρέψουμε την τραγωδία – γίνεται ακόμα πιο έντονη αν κανείς αναλογιστεί την καθημερινή πρακτική επαγγελματιών και υπηρεσιών όλων των εμπλεκόμενων τομέων (δικαιοσύνη, αστυνομία, πρόνοια, υγεία, εκπαίδευση) στο μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής Ευρώπης.

Τι ισχύει σε χώρες της Ευρώπης

Σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης, όλα τα παιδιά στο πέρασμά τους από τη σχολική φοίτηση θα έρθουν σε επαφή με προληπτικά προγράμματα, ενημερωτικά για τα δικαιώματά τους, τα οποία να τα ευαισθητοποιούν, να τα ενθαρρύνουν να ζητήσουν βοήθεια αν κάτι πάει στραβά και να τα μαθαίνουν πού και πώς μπορούν να απευθυνθούν για να βοηθηθούν (και με αυτό τον τρόπο χιλιάδες παιδιά σε οικογενειακά περιβάλλοντα με επικινδυνότητα αποκαλύπτουν την θυματοποίησή τους και προστατεύονται πρώιμα, προτού τα πράγματα επιβαρυνθούν και οδηγηθούν σε τραγικές καταλήξεις).

Όλες οι γυναίκες, είτε είναι οι πλέον πλούσιες και μορφωμένες είτε εξαθλιωμένα φτωχές και περιθωριοποιημένες, μόλις γεννήσουν θα δεχθούν τις επόμενες μέρες ή εβδομάδες μετά την επιστροφή τους από το δημόσιο ή ιδιωτικό μαιευτήριο στο σπίτι τους (ακόμα και σε πληθυσμούς μετακινούμενους, χωρίς μόνιμη κατοικία) την προληπτική επίσκεψη ενός κοινωνικού λειτουργού (από την κοινωνική υπηρεσία της γειτονιάς τους) – σε κάποιες λίγες ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να είναι επισκέπτης υγείας ή άλλος επαγγελματίας υγείας ή πρόνοιας, αλλά στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών είναι κοινωνικός λειτουργός.

Οι καθολικές προληπτικές επισκέψεις αυτές έχουν συνεργατικό με την οικογένεια χαρακτήρα και σκοπό να υποβοηθηθεί η μητέρα να φροντίσει το βρέφος και υλικά (αν δεν έχει πόρους να αγοράσει π.χ. γάλα, πάνες κ.λπ.) και συμπεριφορικά (να εκπαιδευτεί να κοιμίζει το μωρό, να το καθησυχάζει όταν είναι ανήσυχο κ.ο.κ.) και ψυχικά (να διαχειριστεί τις αναδιατάξεις των σχέσεων μέσα στην οικογένεια που επιφέρει η έλευση ενός νέου μέλους). Και βεβαίως οι επαγγελματίες έχουν έτσι τη δυνατότητα να επισημάνουν προβλήματα ψυχικής υγείας, εξαρτήσεων, άλλων κοινωνικών προβλημάτων ή καταστάσεων δυνητικά επικίνδυνων για το βρέφος και να παρέμβουν όσο το δυνατόν νωρίτερα ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος για το παιδί.

Αυτά τα προγράμματα οικουμενικών επισκέψεων κατ’ οίκον σε όλες ανεξαιρέτως τις λεχωίδες έχουν τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα στη μείωση των θανάτων βρεφών και νεογνών από κακοποίηση ή παραμέληση.

Όλα τα ανήλικα που θα διαγνωστούν με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα θα αποτελέσουν αντικείμενο διερεύνησης για τις συνθήκες με τις οποίες κατέληξαν να μολυνθούν και αυτό είναι αναπόδραστη υποχρέωση κάθε υπηρεσίας ή επαγγελματία υγείας που κάνει μια τέτοια διάγνωση ή θεραπεύει μια τέτοια κατάσταση (και μάλιστα με πολύ αυστηρές ποινές αν κάποιος σε τέτοια θέση παραλείψει να γνωστοποιήσει μια τέτοια περίσταση στις αρμόδιες αρχές για να διερευνηθεί η υπόθεση).

Όλα τα ανήλικα που η συντεταγμένη πολιτεία διά των οργάνων της έκρινε ότι κινδυνεύουν στο περιβάλλον της βιολογικής τους οικογένειας δεν θα οδηγούνταν ούτε για μέρα σε νοσοκομείο ή σε στεγαστική δομή (ίδρυμα), αλλά θα φιλοξενούνταν σε μια οικογένεια στο πλαίσιο της επείγουσας επαγγελματικής αναδοχής (κάτι που δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε θεσμικά ως πρόβλεψη ούτε υλικά ως μηχανισμός στη χώρα μας ακόμα….), δηλαδή σε ανάδοχους επαγγελματίες, εκπαιδευμένους επαρκώς για να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της επείγουσας φιλοξενίας θυματοποιημένων παιδιών, με τη σταθερή υποστήριξη από οργανωμένες κοινωνικοπρονοιακές υπηρεσίες.

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα του 2026 εξακολουθούμε να τοποθετούμε παιδιά σε νοσοκομεία ή σε ιδρύματα φέρνει τη χώρα σε παρόμοια βαθμίδα προνοιών παιδικής προστασίας η οποία μόνο με χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου συγκρίνεται πλέον. Το επιπλέον γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η τελευταία πια χώρα της γεωγραφικής Ευρώπης η οποία ακόμα έχει στεγαστικές δομές (ιδρύματα) για παιδιά και δεν έχει μεταρρυθμίσει το σύστημά της υπέρ οικογενειακών εναλλακτικών μορφών φιλοξενίας των παιδιών με ανάγκη (αναδοχή, ημιαυτόνομη υποστηριζόμενη διαβίωση για εφήβους σε διαμερίσματα κ.ο.κ.) αποτελεί μελανό σημείο για την κοινωνία μας.

Η δε μεταρρύθμιση της αποϊδρυματοποίησης στην παιδική προστασία σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο έγινε και επειδή αποδείχτηκε ότι δεν μπορεί να υπάρχει ασφαλές, «καλό» ίδρυμα για τα παιδιά.

Σχεδόν όλα τα παιδιά τα οποία θα τοποθετηθούν ακόμα και στην «καλύτερη» στεγαστική δομή θα ξανακακοποιηθούν εκεί σωματικά, ενώ περίπου 1 στα 3 με 1 στα 4 παιδιά θα ξανακακοποιηθεί και σεξουαλικά από τα ίδια τα παιδιά με τα οποία συνοικεί εκεί.

Και σίγουρα σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος (ή ίσως και σε κοινωνίες ακόμα λιγότερο αναπτυγμένες κοινωνικοοικονομικά), αν κάποια παιδιά με διάταξη των εισαγγελικών αρχών είχαν απομακρυνθεί από τη βιολογική τους οικογένεια τοποθετούμενα κάπου για την ασφάλειά τους και ένας εκ των γονέων τους πήγαινε και τα άρπαζε καταλύοντας έτσι την εισαγγελική διάταξη, κάτι θα γινόταν ώστε τα παιδιά να εντοπιστούν και να οδηγηθούν και πάλι σε ασφαλές περιβάλλον. Και ο δράστης που κατέλυσε την εισαγγελική εντολή θα είχε τιμωρηθεί επίσης.

Το γεγονός ότι η Εισαγγελία Ανηλίκων Αθήνας και η Ελληνική Αστυνομία απέτυχαν να το κάνουν αδυνατώντας να εντοπίσουν μια οικογένεια με τρία παιδιά (που ως τέτοια δεν «κρύβεται» και τόσο εύκολα), η οποία μάλιστα φέρεται να διέμενε όλο τον τελευταίο χρόνο σε ακτίνα 1 χιλιομέτρου από το Αστυνομικό Τμήμα Πατησίων, είναι ενδεικτικό αμέλειας και αβελτηρίας τέτοιου μεγέθους, ώστε οφείλουν να ελεγχθούν αν θέλουμε να μην επαναληφθούν.

Διότι, με δεδομένα τα τραγικά αποτελέσματα αυτής της αμέλειας και της αστοχίας, στην εκ των υστέρων απόδοση ευθυνών, δεν μπορεί να υπάρχουν «ιερές αγελάδες» που θα μένουν στο απυρόβλητο.

Τέλος, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (αν και όχι ακόμα σε όλες), εξαιτίας της αναγνώρισης ότι στις κοινωνίες μας ο θάνατος ενός παιδιού, και δη μικρής ηλικίας, είναι πολύ σημαντικό πλήγμα για όλο το κοινωνικό σύνολο, έχει καθιερωθεί ο θεσμός της δημόσιας ανασκόπησης των αιτιών θανάτου κάθε παιδιού: κάθε φορά που ένα παιδί πεθαίνει μια ad hoc διεπιστημονική ανεξάρτητη επιτροπή έχει υποχρέωση να διερευνά τις αιτίες και τις συνθήκες του θανάτου του παιδιού, αν υπήρχαν πράξεις –και/ή παραλείψεις– υπηρεσιών και επαγγελματιών είτε στην περίοδο του θανάτου είτε και σε προγενέστερες επαφές του πεθαμένου παιδιού με το όλο «σύστημα» υπηρεσιών οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την κατάληξη του παιδιού.

Η επιτροπή αυτή είναι υποχρεωμένη εντός σύντομου χρονικού περιθωρίου να καταθέσει το πόρισμά της δημοσίως ώστε όλη η κοινωνία –και οι διωκτικές αρχές– να μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά της αν κάτι πήγε λάθος, αν κάποιος φταίει, αν κάποιος υποτίμησε τους κινδύνους ή υπέπεσαν στην αντίληψή του μεν αλλά αδιαφόρησε για την προστασία του παιδιού από αυτούς… Αυτή η διαδικασία τής post mortem διερεύνησης και η δημοσιοποίηση των πορισμάτων της ανασκόπησης των συνθηκών θανάτου φαίνεται ότι δρουν προληπτικά, κάνοντας όλους τους επαγγελματίες και τις υπηρεσίες να μην αμελούν, να μην αδιαφορούν και να μη ρίχνουν η μια στην άλλη το «μπαλάκι» της ευθύνης για την παρέμβαση όποτε ένα παιδί κινδυνεύει….

Το χαμένο πρωτόκολλο

Και φυσικά σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες για τα περιστατικά κακοποίησης-παραμέλησης παιδιών υπάρχουν θεσμοθετημένα ενιαία πρωτόκολλα αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών που προβλέπουν με σαφήνεια πότε κάνει ποιος τι, πώς οφείλουν να συντονιστούν και να συνεργαστούν εισαγγελίες, η αστυνομία, οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες σωματικής και ψυχικής υγείας και κάθε άλλος δυνητικά εμπλεκόμενος. Στην Ελλάδα, ενώ έχουμε αρκετά τέτοια πρωτόκολλα, δυστυχώς ακόμα δεν έχει θεσμοθετηθεί κανένα ώστε να είναι δεσμευτικό και καθολικής εφαρμογής.

Έτσι, π.χ. τον Ιανουάριο του 2023 η παρούσα κυβέρνηση συνέστησε μια διεπιστημονική ομάδα εργασίας (της οποίας είχα την τιμή να οριστώ συντονιστής), ομάδα η οποία συνέταξε και κατέθεσε τον Ιούλιο του 2023 στην προεδρία της κυβέρνησης ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στην Ελλάδα, ένα πρωτόκολλο που μια τριετία τώρα η κυβέρνηση δεν θεσμοθετεί για να μπορέσει να εφαρμοστεί.

Επίσης το 2017 το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, μαζί με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης και τον Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας, ανέπτυξαν ένα Εθνικό Πρωτόκολλο για την εκτίμηση της γονεϊκής επικινδυνότητας για τις οικογένειες για τις οποίες υφίσταται καταγγελία ή υπόνοια ότι τα παιδιά μπορεί να κινδυνεύουν. Κι αυτό, μολονότι υπήρξε σύσταση να γενικευτεί η χρήση του με την 5/2021 Εγκύκλιο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ακόμα δεν έχει θεσμοθετηθεί.

Σε αρκετές επίσης χώρες της Ευρώπης, ακριβώς για να μη «χάνεται» στα γρανάζια του «συστήματος» καμία πληροφορία για όλα τα περιστατικά υπόνοιας ότι ένα παιδί μπορεί να θυματοποιείται, έχουν αναπτυχθεί εργαλεία ψηφιακής διακλαδικής-διατομεακής επιδημιολογικής επιτήρησης του φαινομένου.

Στην Ελλάδα η πολιτεία είχε από το 2021 στη διάθεσή της ένα πρωτοποριακό τέτοιο εργαλείο ψηφιακής καταγραφής των «επαφών» όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών δικαιοσύνης, προστασίας του πολίτη, πρόνοιας, υγείας και εκπαίδευσης με κάθε παιδί που είναι θύμα κακοποίησης ή παραμέλησης, ένα εργαλείο που επέτρεπε την ηλεκτρονική διασύνδεση των υπηρεσιών και συνεπώς την αυτόματη ενημέρωση των αρμοδίων π.χ. για τα ανήλικα τα οποία «απήχθησαν» από το νοσοκομείο και βρίσκονται ξανά σε κίνδυνο.

Το ηλεκτρονικό αυτό διατομεακό αρχείο καταγραφής περιστατικών κακοποίησης-παραμέλησης παιδιών είχε αναπτυχθεί από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (που είναι φορέας του δημοσίου, εποπτευόμενος από το Υπουργείο Υγείας) στα πλαίσια διακρατικών δράσεων με επιχορήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και φυσικά προσφερόταν δωρεάν προς χρήση από το σύνολο των υπηρεσιών του δημοσίου τομέα.

Η πολιτεία ωστόσο, αντί να το χρησιμοποιήσει, προτίμησε να χρηματοδοτήσει με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ιδιωτικές εταιρείες της επιλογής της για να αναπτύξουν ένα σύστημα εκ νέου, που μάλλον όμως θα κατέγραφε μόνο περιστατικά από εποπτευόμενους φορείς του νεοσύστατου Υπουργείου Οικογένειας, ένα νεότευκτο σύστημα το οποίο βεβαίως ακόμα δεν λειτουργεί…

Όλα αυτά θα γίνονταν στις ευρωπαϊκές χώρες και θα απέτρεπαν ενδεχομένως σε περιπτώσεις σαν της οικογένειας της Κυψέλης μια τόσο τραγική κατάληξη.

Στη χώρα μας έγιναν και γίνονται εξακολουθητικώς τα αντίθετα: η υπόθεση της Κυψέλης δεν αποκαλύπτει μια-δυο περιστασιακές αστοχίες ή κακές επιλογές προσώπων ή υπηρεσιών σε μια μεμονωμένη περίσταση. Αναδεικνύει συστημικές ελλείψεις και κενά του τρόπου λειτουργίας των θεσμών στην Ελλάδα που εξαιτίας τους εξακολουθητικώς καθημερινά αποτυγχάνουμε ως κοινωνία να προστατέψουμε τα πλέον αδύναμα παιδιά που είναι θύματα βίας, κακοποίησης ή παραμέλησης. Και δεν ισχύει ότι δεν ξέρουμε τι πρέπει να γίνει ούτε ότι δεν έχουμε εργαλεία.

Συμβαίνει όμως για κάποιους λόγους οι πολιτικές μας ηγεσίες – κι αυτές εξακολουθητικώς – να μοιάζουν απρόθυμες να θεσμοθετήσουν τις περισσότερο από ποτέ αναγκαίες θεσμικές τομές ώστε να υπάρξει και στη χώρα μας πραγματικό σύστημα παιδικής προστασίας.

Τι θα έπρεπε να γίνει; Στο ερώτημα αυτό θα επανέλθουμε στο επόμενό μας σημείωμα.

Το Μέρος Β’ του άρθρου θα δημοσιευτεί αύριο

Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος, Διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού και τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Λανζαρότε (για την προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση) του Συμβουλίου της Ευρώπης.