Η κυβέρνηση της Σκωτίας προωθεί ένα νομοσχέδιο αντιμετώπισης του μισογυνισμού και μια πολυετή εκστρατεία πρόληψης, καθώς αυξάνονται τα περιστατικά έμφυλης βίας και εντείνονται οι ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων πολιτικών
Ο Πρώτος Υπουργός της Σκωτίας Τζον Σουίνι, παρουσίασε την Τρίτη το νέο πρόγραμμα διακυβέρνησης, θέτοντας μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών.
Όπως δήλωσε, η σκωτσέζικη κυβέρνηση θα επιδιώξει να προωθήσει εκ νέου ένα νομοσχέδιο για τον μισογυνισμό, το οποίο είχε αποσυρθεί στο παρελθόν, καθώς και να ξεκινήσει μια πολυετή εκστρατεία με στόχο την εξάλειψη μισογυνιστικών συμπεριφορών, ιδίως μεταξύ αγοριών και νεαρών ανδρών.
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπει την αναγνώριση του μισογυνισμού ως διακριτή μορφή προκατάληψης και κακοποίησης, σηματοδοτώντας ότι η βία, η παρενόχληση και οι μορφές κακοποίησης που εδράζονται στην εχθρότητα προς τις γυναίκες και τα κορίτσια συνιστούν σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα.
Αυξημένα περιστατικά και νέες μορφές βίας
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνονται αυτές οι δεσμεύσεις είναι σαφώς η σταθερή αύξηση της βίας κατά των γυναικών παγκοσμίως.
Συγκεκριμένα στη Σκωτία, τόσο η ενδοοικογενειακή βία όσο και τα σεξουαλικά εγκλήματα παρουσιάζουν ανοδική τάση.
Σύμφωνα με στοιχεία της Αστυνομίας της Σκωτίας, τα καταγεγραμμένα περιστατικά –συμπεριλαμβανομένων των βιασμών, των αποπειρών βιασμού και των σεξουαλικών παρενοχλήσεων – αυξήθηκαν κατά 10% το προηγούμενο έτος, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 1971.
Η οργάνωση Rape Crisis Scotland επισημαίνει ότι βάσει των δεδομένων και παρά τις προσπάθειες της ακροδεξιάς στη Σκωτία να συνδέσει την αύξηση των περιστατικών με τη μετανάστευση, η συντριπτική πλειοψηφία των εγκλημάτων διαπράττεται από πρόσωπα που είναι γνωστά στο θύμα.
Παράλληλα, οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν διευρύνει το φάσμα της κακοποίησης. Όπως σημειώνει ο Guardian, νέες μορφές βίας, όπως τα deepfakes, το λεγόμενο «revenge porn» και η παρακολούθηση μέσω ψηφιακών μέσων, συγκροτούν ένα νέο πεδίο απειλών, ενώ μισογυνιστικές απόψεις που αντανακλούν το manosphere εκδηλώνονται όλο και συχνότερα στην καθημερινότητα, ακόμη και σε σχολικά περιβάλλοντα.
Ενδεικτικά, έρευνα σε μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έδειξε ότι ένας στους τρεις θεωρεί πως τα κορίτσια που φορούν αποκαλυπτικά ρούχα «προκαλούν», ενώ αντίστοιχο ποσοστό γυναικών εκπαιδευτικών ανέφερε περιστατικά σεξιστικής συμπεριφοράς από παιδιά ηλικίας μόλις οκτώ ετών.
Από τη θεσμική πρόοδο στο «κενό εφαρμογής»
Παρά τη σημερινή συγκυρία, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η Σκωτία προσπαθεί να θεσπίσει ένα ευνοϊκότερο θεσμικό πλαίσιο για τις γυναίκες.
Όταν η πρώην Πρώτη Υπουργός Νίκολα Στέρτζον αναλάμβανε την ηγεσία της σκωτσέζικης κυβέρνησης το 2014, η παρουσία μιας γυναίκας στην κορυφαία πολιτική θέση δημιουργούσε την αίσθηση μιας ευρύτερης αλλαγής, όπως περιγράφει ο Guardian.
Η περίοδος εκείνη συνοδεύτηκε από μια σειρά φιλόδοξων πρωτοβουλιών. Το πρόγραμμα Equally Safe, που ξεκίνησε το 2014, επιδίωξε τον συντονισμό κεντρικής και τοπικής διοίκησης για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, ενώ το Εθνικό Συμβουλευτικό Συμβούλιο για τις Γυναίκες και τα Κορίτσια, που ιδρύθηκε το 2017 από την ίδια την Στέρτζον, διατύπωσε προτάσεις για μέτρα όπως η αμειβόμενη άδεια πατρότητας και τη θέσπιση μιας κορυφαίας παγκοσμίως διαδικασίας για τις καταγγέλλουσες σεξουαλικής βίας.
Το 2018, η Σκωτία προχώρησε στην ποινικοποίηση του χειρισμού, μια νομοθεσία που χαιρετίστηκε διεθνώς ως πρωτοποριακή, ενώ το 2021 θεσπίστηκαν επιπλέον μέτρα πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν προγράμματα πρόληψης σε σχολεία και πανεπιστήμια και δημιουργήθηκαν υπηρεσίες υποστήριξης για τα θύματα στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας. Το 2025, μεταρρύθμιση-ορόσημο κατάργησε την ετυμηγορία του «μη αποδεδειγμένου», η οποία θεωρούνταν ότι επηρέαζε τα χαμηλά ποσοστά καταδίκης σε υποθέσεις βιασμών.
Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ετών αναδεικνύει αυτό που ο Guardian περιγράφει ως «κενό εφαρμογής». Παρά τη θεσμική πρόοδο, η πρακτική αξιοποίηση των εργαλείων παραμένει περιορισμένη. Το 2018 θεσπίστηκε ένα νομικό πλαίσιο με σημαντικές δυνατότητες, ωστόσο η αναγκαία προσαρμογή των αρχών –από την εκπαίδευση της αστυνομίας έως την αλλαγή πρακτικών στις διώξεις– δεν έχει ολοκληρωθεί.
Ενδεικτικά, μόλις το 4% των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας διώχθηκαν με βάση τη συγκεκριμένη νομοθεσία το προηγούμενο έτος, ενώ ορισμένα από τα μέτρα του 2021 παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανενεργά λόγω δυσκολιών στην εφαρμογή τους.
Για αυτό και η οργάνωση Σκωτσέζικη Συμμαχία για την Κρίση του Βιασμού (SRCA) χαιρέτισε μεν το εγχείρημα του Σουίνι, αλλά δήλωσε πως είναι η ώρα «να γίνουν τα λόγια πράξη», ενώ και συγγενείς θύματος ενδοοικογενειακής βίας, μιλώντας στο BBC χαρακτήρισαν τις προτάσεις από μόνες τους «ανεπαρκείς».