Μια ιστορική δημογραφική ανατροπή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη: οι ηλικιωμένοι είναι πλέον περισσότεροι από τα παιδιά έως 5 ετών – Τι σημαίνει για την εργασία, τις συντάξεις και την παγκόσμια οικονομία

Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η πυραμίδα του πληθυσμού είχε μια σταθερή μορφή: πολλά παιδιά στη βάση, αρκετοί ενήλικες στη μέση και λιγότεροι ηλικιωμένοι στην κορυφή. Αυτή η πυραμίδα ανατρέπεται.

Οι άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω είναι πλέον περισσότεροι παγκοσμίως από τα παιδιά ηλικίας έως 5 ετών, για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία, σύμφωνα με νέα έκθεση του U.S. Census Bureau που παρουσιάζει το Axios.

Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή διασταύρωση δύο καμπυλών, αλλά για την αρχή μιας βαθιάς δημογραφικής αλλαγής, η οποία αναμένεται να ενταθεί τις επόμενες δεκαετίες. Η ανθρωπότητα ζει περισσότερο, αποκτά λιγότερα παιδιά και εισέρχεται σε έναν κόσμο στον οποίο οι ηλικιωμένοι θα αποτελούν ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, της οικονομίας και της κοινωνίας.

Η ιστορική ανατροπή ήρθε νωρίτερα

Το 2023 περισσότερο από το 71% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε χώρες όπου ο δείκτης γονιμότητας βρισκόταν στο επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών —περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα— ή χαμηλότερα. Μόλις δέκα χρόνια νωρίτερα, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 45%.

Το ορόσημο, σύμφωνα με τους ερευνητές, έφθασε πολύ νωρίτερα από όσο προέβλεπαν οι δημογράφοι πριν από μία δεκαετία.

Η πτώση των γεννήσεων δεν περιορίζεται πλέον στις πλούσιες χώρες της Ευρώπης ή στην Ιαπωνία. Η Κίνα και η Ινδία, οι δύο πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου, βρίσκονται πλέον κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης. Στην ίδια κατηγορία έχουν περάσει από το 2013 χώρες όπως το Μπανγκλαντές, το Μεξικό και το Βιετνάμ.

Αυτό σημαίνει ότι η χαμηλή γεννητικότητα μετατρέπεται από πρόβλημα ορισμένων ανεπτυγμένων οικονομιών σε παγκόσμιο φαινόμενο.

Από 852 εκατομμύρια σε 2 δισεκατομμύρια

Το 2025 οι άνθρωποι άνω των 65 ετών υπολογίζονταν σε 852 εκατομμύρια. Έως το 2060 αναμένεται να πλησιάσουν τα 2 δισεκατομμύρια.

Η αύξηση αυτή θα αντιπροσωπεύει περίπου το 55% της συνολικής καθαρής πληθυσμιακής ανάπτυξης του πλανήτη κατά την ίδια περίοδο. Με άλλα λόγια, περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους που θα προστεθούν στον παγκόσμιο πληθυσμό μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα είναι ηλικιωμένοι.

Συνολικά, ο πληθυσμός της Γης προβλέπεται να αυξηθεί από 8,13 δισ. το 2025 σε 10,23 δισ. το 2060. Το ποσοστό των άνω των 65 ετών, όμως, θα αυξηθεί σχεδόν δύο φορές ταχύτερα: από 10,5% σε 19,6%.

Η μεγαλύτερη αριθμητική μεταβολή δεν θα σημειωθεί στην ήδη γερασμένη Ευρώπη αλλά στην Ασία. Ο πληθυσμός των άνω των 65 ετών στην ήπειρο προβλέπεται να εκτιναχθεί από 487 εκατομμύρια σε 1,24 δισεκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας αύξησης.

Ακόμη και η νεότερη ήπειρος, η Αφρική, δεν θα μείνει ανεπηρέαστη. Οι ηλικιωμένοι της αναμένεται να υπερτετραπλασιαστούν, από 60 εκατομμύρια σε 249 εκατομμύρια. Έως το 2060 θα είναι περισσότεροι αριθμητικά από τους ηλικιωμένους της Ευρώπης.

Η «παγίδα της γονιμότητας»

Σε πολλές χώρες η πτώση των γεννήσεων μπορεί να αυτοτροφοδοτείται, δημιουργώντας αυτό που η έκθεση αποκαλεί «παγίδα της γονιμότητας».

Οι μικρότερες γενιές διαθέτουν λιγότερους ανθρώπους σε αναπαραγωγική ηλικία. Ακόμη και αν κάθε γυναίκα αποκτά τον ίδιο αριθμό παιδιών, οι συνολικές γεννήσεις μειώνονται επειδή μειώνεται ο αριθμός των πιθανών γονέων. Παράλληλα, το υψηλό κόστος στέγασης, η εργασιακή ανασφάλεια, η καθυστερημένη δημιουργία οικογένειας και οι δυσκολίες συνδυασμού καριέρας και γονεϊκότητας πιέζουν περαιτέρω τη γεννητικότητα.

Έτσι, μικρότερες νεότερες γενιές καλούνται να υποστηρίξουν πολυπληθέστερες ομάδες συνταξιούχων. Η αναλογία εργαζομένων προς ηλικιωμένους περιορίζεται, ενώ αυξάνονται οι ανάγκες για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και μακροχρόνια φροντίδα.

Ο λογαριασμός για την οικονομία

Η δημογραφική γήρανση επηρεάζει σχεδόν κάθε μεγάλη οικονομική μεταβλητή.

Λιγότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν μικρότερη παραγωγική βάση και χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, την ώρα που αυξάνονται οι δημόσιες δαπάνες. Τα ασφαλιστικά συστήματα, τα περισσότερα από τα οποία σχεδιάστηκαν όταν υπήρχαν πολλοί εργαζόμενοι για κάθε συνταξιούχο, θα δεχθούν ολοένα εντονότερες πιέσεις.

Οι ελλείψεις προσωπικού ενδέχεται να επιταχύνουν την αυτοματοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και να αυξήσουν τον ανταγωνισμό για μετανάστες. Κυβερνήσεις θα χρειαστεί να εξετάσουν υψηλότερα όρια συνταξιοδότησης, μεγαλύτερες ασφαλιστικές εισφορές ή περιορισμό παροχών — επιλογές οικονομικά αναγκαίες αλλά πολιτικά δύσκολες.

Θα αλλάξει και η ίδια η αγορά. Η ζήτηση θα μετατοπιστεί προς την υγεία, τη φροντίδα, τα φάρμακα, τις ασφαλίσεις, την προσβάσιμη κατοικία και τις υπηρεσίες που απευθύνονται στη λεγόμενη «ασημένια οικονομία» (από το γκριζάρισμα στα μαλλιά). Την ίδια στιγμή, σχολεία και ολόκληρες τοπικές οικονομίες σε περιοχές με λίγα παιδιά θα συρρικνώνονται.

Θέμα (και) επιλογής ή γιατί τα επιδόματα δεν αρκούν

Όλα τα παραπάνω έχουν σημάνει συναγερμό στις κυβερνήσεις. Αλλά μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Η αντιμετώπιση των χαμηλών γεννήσεων αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, ειδικά στις πλούσιες οικονομίες της Δύσης, επειδή το φαινόμενο δεν εξηγείται μόνο από τις οικονομικές δυσκολίες.

Πολλές κυβερνήσεις έχουν προσφέρει επιδόματα, φοροελαφρύνσεις, άδειες και άλλες παροχές, χωρίς να επιτύχουν σταθερή αναστροφή της τάσης. Το κόστος της στέγασης, η εργασιακή ανασφάλεια και η ανεπαρκής φροντίδα παιδιών ασφαλώς επηρεάζουν τις αποφάσεις.

Παράλληλα, όμως, έχουν αλλάξει βαθύτερα οι προτεραιότητες και ο τρόπος ζωής. Οι νέοι επενδύουν περισσότερο στην εκπαίδευση και στην καριέρα, παντρεύονται πιο αργά, καθυστερούν την απόκτηση του πρώτου παιδιού και τελικά αποκτούν μικρότερες οικογένειες.

Όσο μετατίθεται η τεκνοποίηση, περιορίζεται και το χρονικό περιθώριο για δεύτερο ή τρίτο παιδί. Τα οικονομικά κίνητρα μπορούν να διευκολύνουν μια οικογένεια· δεν μπορούν να αλλάξουν μια επιλογή ζωής.

Η μακροζωία δεν είναι καταστροφή

Δεν μπορούμε πάντως να μην επισημάνουμε πως η γήρανση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομική απειλή. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του τελευταίου αιώνα: λιγότεροι άνθρωποι πεθαίνουν στη βρεφική ή στη μέση ηλικία και περισσότεροι φθάνουν στα γηρατειά με καλύτερη υγεία.

Το ζητούμενο είναι να προσαρμοστούν οι θεσμοί σε αυτή την επιτυχία. Η πρόληψη, η παράταση του υγιούς εργασιακού βίου, οι ευέλικτες θέσεις απασχόλησης και η αξιοποίηση της εμπειρίας των μεγαλύτερων ανθρώπων μπορούν να μετατρέψουν μέρος του δημογραφικού κόστους σε οικονομικό πλεονέκτημα.

Ο ερευνητής Άντριου Σκοτ υποστηρίζει ότι οι κοινωνίες πρέπει να πάψουν να αντιλαμβάνονται τα γηρατειά αποκλειστικά ως περίοδο εξάρτησης. Εκατομμύρια μεγαλύτεροι άνθρωποι μπορούν να παραμένουν στην εργασία, να φροντίζουν συγγενείς, να προσφέρουν εθελοντικά και να στηρίζουν τις κοινότητές τους.

Η μεγάλη δημογραφική ανατροπή δεν είναι, επομένως, ότι ο κόσμος απέκτησε ξαφνικά «πάρα πολλούς» ηλικιωμένους. Είναι ότι οι κοινωνίες, οι πόλεις, οι χώροι εργασίας και τα ασφαλιστικά συστήματα εξακολουθούν να είναι σχεδιασμένα για μια πληθυσμιακή πυραμίδα που δεν υπάρχει πια.

naftemporiki.gr