Ένα νέο είδος πεζογραφίας με ανοδικές τάσεις έρχεται από την Ανατολή και υπόσχεται παρηγοριά
Μπαίνεις σε ένα καφέ. Αν καθίσεις σε μια συγκεκριμένη καρέκλα, μπορείς να πραγματοποιήσεις ένα ταξίδι στον χρόνο – πίσω ή μπροστά. Θα έχεις την ευκαιρία να ξαναζήσεις μια σημαντική στιγμή ή να συναντήσεις έναν άνθρωπο για να του πεις λόγια που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε. Δεν μπορείς να αλλάξεις αυτά που έχουν συμβεί, αλλά θα αποδεσμευθείς από τα βαρίδια του παρελθόντος και θα χτίσεις ελεύθερα το μέλλον που θέλεις. Απλώς πρέπει να επιστρέψεις εγκαίρως στο παρόν. Εχεις το πολύ μία ώρα. Και πρόσεξε, όταν γυρίσεις, να… μην πατήσεις τη γάτα που γουργουρίζει δίπλα στο τραπέζι σου.
Δυστυχώς, αυτό το μέρος δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, παρά μόνο στις σελίδες του βιβλίου «Πριν κρυώσει ο καφές», που έγραψε ο Ιάπωνας Τοσικάζου Καβαγκούτσι το 2015. Μέχρι σήμερα, τα έξι βιβλία της σειράς έχουν ξεπεράσει τα 8,5 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις και έχουν μεταφραστεί σε 46 διαφορετικές γλώσσες. Οχι μόνον αυτό, αλλά καθιέρωσαν ένα νέο είδος πεζογραφίας: «θεραπευτική λογοτεχνία» (healing fiction).

Μέσα στην τελευταία δεκαετία έχουν κυκλοφορήσει εκατοντάδες αντίστοιχοι τίτλοι: ιστορίες που διαδραματίζονται σε ένα φιλόξενο περιβάλλον, όπως ένα μικρό γραφικό βιβλιοπωλείο, εστιατόρια, φωτογραφικά στούντιο, όπου μοναχικοί ήρωες με συναισθηματική κόπωση βρίσκουν παρηγοριά εκεί που δεν το περιμένουν, συχνά με μια υπόνοια μαγικού ρεαλισμού και πάντοτε με τουλάχιστον μία γάτα τριγύρω. Κατά κανόνα το φινάλε είναι καθαρτικό, θυμίζοντας ότι η ψυχική ηρεμία δεν βρίσκεται στις υπερβάσεις και στους έντονους ρυθμούς, αλλά στην επαφή με τις ρίζες, στη σοφία των μεγαλυτέρων, στις πιο αφαιρετικές απαιτήσεις και στην τακτοποίηση των συναισθηματικών εκκρεμοτήτων: σύζυγοι που απεβίωσαν, παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ, σύντροφοι που πληγώσαμε. Και όλα αυτά σε λιγότερες από 300 σελίδες.
Παστέλ αποχρώσεις
Σίγουρα θα έχετε δει κάποιο από τα αντιπροσωπευτικά εξώφυλλα: μοιάζουν με μικρές ζωγραφιές που έχουν γίνει σε παστέλ αποχρώσεις για κάποια ευχετήρια κάρτα. Οι εικονογραφήσεις, συχνά μονοδιάστατες, θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες για παζλ ενηλίκων. Το υπόβαθρο οφείλει να είναι εγκόσμιο, για παράδειγμα η βιτρίνα ενός παντοπωλείου, και ο ουρανός έναστρος ή ηλιόλουστος – ποτέ συννεφιασμένος. Αν υπάρχουν ανθρώπινες φιγούρες, είναι ντυμένες απλά –με μια λειτουργική στολή, π.χ. ταχυδρόμου ή ποδιά ζαχαροπλάστη– ή βρίσκονται πάνω σε ποδήλατο. Και, φυσικά, μην ξεχνάμε τις ξαπλωμένες γάτες.
«Yπάρχει κάτι στα συγκεκριμένα βιβλία που αναπόφευκτα σε κάνει να νιώθεις καλά κι αυτό είναι το στοιχείο της “δεύτερης ευκαιρίας”, κάτι που όλοι επιθυμούμε να μας δοθεί».
Βάσια Τζανακάρη
Συγγραφέας
Ως είδος ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1970 στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα, αλλά απογειώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η οικονομική ύφεση και η επίθεση με χημικά στο μετρό του Τόκιο είχαν συγκλονίσει τον ιαπωνικό λαό, που στράφηκε σε βιβλία τα οποία μπορούσαν να επουλώσουν πληγές. Στην πανδημία του κορωνοϊού, οι αγγλόφωνες χώρες φαίνεται ότι αισθάνθηκαν κάτι αντίστοιχο. Ετσι, από το 2020 και έπειτα έχουμε μία από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές εκρήξεις, που συγκρίνεται μόνο με την άνοδο του σκανδιναβικού νουάρ δύο δεκαετίες νωρίτερα. Το φαινόμενο είναι πλέον παγκόσμιο, όπως λέει η Ναταλία Κόκκορη, acquisitions editor στις εκδόσεις Ψυχογιός. «Οι ιστορίες που δεν βασίζονται στην ένταση ή στην ανατροπή, αλλά στη θαλπωρή, τη νοσταλγία και τη διακριτική αισιοδοξία, συνιστούν ένα όχι γεωγραφικό, αλλά αφηγηματικό και αισθητικό φαινόμενο».
Το βιβλίο του Τοσικάζου Καβαγκούτσι κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος και η μετάφραση είναι της συγγραφέως Βάσιας Τζανακάρη. Η ίδια έχει μεταφράσει και τα πέντε βιβλία του Ιάπωνα συγγραφέα που κυκλοφορούν στη χώρα μας και λέει ότι «υπάρχει κάτι στα συγκεκριμένα βιβλία που αναπόφευκτα σε κάνει να νιώθεις καλά κι αυτό είναι το στοιχείο της “δεύτερης ευκαιρίας”, κάτι που όλοι επιθυμούμε να μας δοθεί. Σαφέστατα, όταν τελειώνεις την ανάγνωση μένεις με μια αίσθηση ζεστασιάς και αισιοδοξίας – ποιος δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο;».
«Η μοναξιά, το τραύμα, η αναζήτηση νοήματος στην καθημερινότητα είναι εμπειρίες που όλοι και όλες έχουμε ζήσει. Το διάβασμα θεωρείται πλέον μια μορφή συνειδητής αυτοφροντίδας».
Ολιάνα Φαλδαμή
Διευθύνουσα σύμβουλος των εκδόσεων Κλειδάριθμος
Η Ολιάνα Φαλδαμή, διευθύνουσα σύμβουλος των εκδόσεων Κλειδάριθμος, εκτιμά ότι η τάση δεν είναι καινούργια, αλλά μετεξέλιξη ενός παλαιότερου λογοτεχνικού είδους. «Περισσότερο θα το έβλεπα ως μια μετεξέλιξη βιβλίων που εντάσσονται στο ευρύτερο λογοτεχνικό φάσμα του κοινωνικού μυθιστορήματος, όπως το “Mικρό παριζιάνικο βιβλιοπωλείο”, που σημείωσε τεράστια επιτυχία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του, το 2013. Απλώς τώρα η ανάγκη γι’ αυτού του είδους τα μυθιστορήματα “χαρτογραφήθηκε” και απέκτησε μια πιο συστηματική δομή, με όνομα και ταυτότητα».
Η Αλεξάνδρα Αυγερινού, διευθύντρια Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων στις εκδόσεις Διόπτρα, θεωρεί ότι η απήχηση αυτών των βιβλίων εντάσσεται στην ευρύτερη επιρροή που ασκεί τα τελευταία χρόνια η ασιατική κουλτούρα διεθνώς. «Είτε μιλάμε για λογοτεχνία είτε για κινηματογράφο και τηλεοπτικές σειρές. Είναι φυσικό να βλέπουμε αγγλόφωνους συγγραφείς να υιοθετούν αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Τα δημιουργικά αντιδάνεια ήταν πάντοτε στοιχείο της τέχνης και της λογοτεχνίας», τονίζει.
Και γιατί, πλην ορισμένων τρανταχτών εξαιρέσεων, συναντάμε όλο και περισσότερες γυναίκες συγγραφείς, ειδικά στο πρόσφατο κύμα του είδους; Η κ. Κόκκορη το αποδίδει «στη δομή των ασιατικών κοινωνιών, όπου οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων επηρεάζουν την καθημερινότητα και κατ’ επέκταση την κοινωνική φαντασία. Η φροντίδα, η κοινότητα, η ευαλωτότητα έχουν ιστορικά συνδεθεί περισσότερο με τις γυναίκες, οπότε πολλές συγγραφείς βρίσκουν εκεί έναν φυσικό χώρο έκφρασης».
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται παρά για ένα παρακλάδι της ψυχαγωγικής λογοτεχνίας, εκείνης που στο εξωτερικό χαρακτηρίζεται «feelgood» – η κυρία Ελένη Παπαγεωργίου, εκδότρια του οίκου Μεταίχμιο, δεν θεωρεί, εντούτοις, ότι τα είδη ταυτίζονται: «Το λεγόμενο feelgood δίνει έμφαση στη σημασία της σύνδεσης και την αξία της κοινότητας. Αντίθετα, η θεραπευτική λογοτεχνία είναι κάτι πιο εσωτερικό και στοχευμένο, που εστιάζει στη συναισθηματική αποφόρτιση, στην ίαση τραυμάτων και στη σταδιακή επανασύνδεση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τους άλλους».
Γυναίκες αναγνώστριες
Οι γυναίκες σίγουρα κινούν ξεκάθαρα τα νήματα ως αναγνώστριες, σύμφωνα με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, εμπορικό διευθυντή Κατηγορίας Ψυχαγωγίας στα Public. «Η πρόσφατη έρευνα φιλαναγνωσίας που πραγματοποιήσαμε», σχολιάζει, «κατέγραψε ότι το 85% των αναγνωστών διαβάζει για να χαλαρώσει και να αποδράσει από την καθημερινότητα, ακριβώς αυτό δηλαδή που υπόσχεται η θεραπευτική λογοτεχνία. Το φαινόμενο σίγουρα βρίσκει μεγαλύτερη απήχηση στις γυναίκες. Οι αναγνώστριες 30-40 ετών αποτελούν, ούτως ή άλλως, μία από τις πιο ενεργές ομάδες όσον αφορά τη συχνότητα και το πλήθος βιβλίων που διαβάζουν κατ’ έτος».
Η κ. Φαλδαμή προσθέτει ότι η θεματολογία αυτών των βιβλίων αφορά τους πάντες: «Η μοναξιά, το τραύμα –παιδικό και διαγενεακό–, η αναζήτηση νοήματος στην καθημερινότητα είναι εμπειρίες που όλοι και όλες έχουμε ζήσει σε κάποιο βαθμό. Το διάβασμα θεωρείται πλέον μια μορφή συνειδητής αυτοφροντίδας».
Περισσότερα από 50 μυθιστορήματα που κυκλοφορούν μεταφρασμένα στη χώρα μας την τελευταία τετραετία μπορούν να λογίζονται «θεραπευτικά», με ορισμένα να έχουν ξεπεράσει τις 25.000 αντίτυπα σε πωλήσεις. «Μέσα σε ένα χρόνο, αν ένα τέτοιο βιβλίο ξεπεράσει τις 4.000 αντίτυπα, ο αριθμός κρίνεται ικανοποιητικός. Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι δεν πρόκειται για παροδική τάση, αλλά για κάτι που έχει ξεκάθαρη δυναμική και δεδομένο αναγνωστικό ενδιαφέρον», λέει η κ. Παπαγεωργίου από το Μεταίχμιο. Οι εκδόσεις Μεταίχμιο, παρακινημένες από την επιτυχία του βιβλίου «Τέσσερις εποχές στο εργαστήριο κεραμικής» της Γιαν Σομίν, διοργάνωσαν μέχρι και εργαστήρι κεραμικής στον πολυχώρο εκδηλώσεών τους, ενισχύοντας τη βιωματική σχέση των αναγνωστών με τον συγκεκριμένο τίτλο.