Η απάντηση της Αθήνας στη ρητορική διεκδικήσεων της τουρκικής ηγεσίας πρέπει να στηρίζεται σε τρεις σταθερές: αποτροπή, διάλογο και πρωτοβουλία

ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΈΣ σχέσεις εισέρχονται εκ νέου σε περίοδο αυξημένης έντασης. Μετά τα «ήρεμα νερά» των τελευταίων ετών, επανέρχονται παλαιές διαφορές, νέες διεκδικήσεις και μια ρητορική που υπενθυμίζει ότι τίποτε στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν πρέπει να θεωρείται οριστικά τακτοποιημένο.

ΤΟ ΚΡΊΣΙΜΟ ερώτημα δεν είναι αν θα συνεχιστεί η ένταση. Πιθανότατα θα συνεχιστεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να οδηγήσει σε ελληνοτουρκική σύγκρουση.

Η ΑΣΦΑΛΈΣΤΕΡΗ εκτίμηση είναι ότι η Τουρκία δεν έχει σήμερα ως στρατηγικό στόχο την Ελλάδα και δεν επιδιώκει έναν πόλεμο μαζί της.

Η ΆΓΚΥΡΑ έχει ευρύτερες γεωπολιτικές φιλοδοξίες. Επιχειρεί να εδραιωθεί ως αυτόνομη περιφερειακή δύναμη, από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο έως τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα σχέσεις με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος.

ΠΊΣΩ από τις δημόσιες δηλώσεις και τις κατά καιρούς εντάσεις βρίσκεται σε εξέλιξη μια ευρύτερη διπλωματική «μαγειρική».

ΟΙ ΠΑΛΑΙΈΣ γεωπολιτικές γραμμές της περιοχής μεταβάλλονται. Η Τουρκία αποκαθιστά σχέσεις με την Αίγυπτο και διευρύνει τα ανοίγματά της προς τον αραβικό κόσμο. Οι αραβικές χώρες επαναπροσδιορίζουν τις σχέσεις τους και τη σχέση τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αντιπαράθεση Τουρκίας και Ισραήλ δημιουργεί νέες εξισώσεις, ενώ η ενέργεια, οι θαλάσσιες διασυνδέσεις και οι εμπορικοί διάδρομοι προσδίδουν στην Ανατολική Μεσόγειο αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία.

Η ΠΡΟΣΈΓΓΙΣΗ Αιγύπτου και Τουρκίας είναι χαρακτηριστική αυτής της νέας πραγματικότητας. Δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως κίνηση εναντίον της Ελλάδας. Επιβεβαιώνει, όμως, κάτι που η Αθήνα οφείλει να έχει πάντοτε κατά νου: στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν αιώνιες αντιπαλότητες και οι συμμαχίες δεν μπορούν να οικοδομούνται στην προσδοκία ότι τρίτες χώρες θα παραμένουν μόνιμα αντίπαλοι μεταξύ τους.

ΑΥΤΉ η διπλωματική κινητικότητα λειτουργεί και ως περιοριστικός παράγοντας για την Άγκυρα. Μια στρατιωτική σύγκρουση με την Ελλάδα θα ανέτρεπε ισορροπίες που η ίδια επιχειρεί να οικοδομήσει, θα δοκίμαζε τη συνοχή του ΝΑΤΟ, θα επιβάρυνε τις σχέσεις της με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα είχε σοβαρό οικονομικό και πολιτικό κόστος. Αυτό όμως δεν σημαίνει πραγματική εξομάλυνση.

Η ΤΟΥΡΚΊΑ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο μέσα από ένα πλέγμα μακροχρόνιων διεκδικήσεων. Η «Γαλάζια Πατρίδα», οι «γκρίζες ζώνες», η αμφισβήτηση της επήρειας των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες και το casus belli δεν είναι περιστασιακές εκφράσεις μιας κυβέρνησης. Έχουν αποκτήσει βάθος μέσα στο τουρκικό κράτος και σε σημαντικό μέρος του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου.

ΕΔΏ βρίσκεται η ουσιαστική δυσκολία στην πρόβλεψη των εξελίξεων: άλλο η στρατηγική πρόθεση και άλλο η δυναμική μιας κρίσης.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΉ ηγεσία της Τουρκίας μπορεί να μην επιθυμεί στρατιωτική σύγκρουση. Ένα ανεξέλεγκτο γεγονός όμως στο Αιγαίο, μια αεροπορική ή ναυτική εμπλοκή, ένα επεισόδιο γύρω από έρευνες, ενεργειακές δραστηριότητες ή θαλάσσιες ζώνες, μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο να δημιουργήσει διαφορετική πραγματικότητα.

ΣΕ ΣΥΝΘΉΚΕΣ κρίσης, το ζήτημα δεν θα είναι μόνο τι επιθυμεί η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας, αλλά ποιοι μηχανισμοί ενεργοποιούνται και πόσο γρήγορα η λογική της αποτροπής μπορεί να μετατραπεί σε λογική κλιμάκωσης. Άλλωστε, ορισμένες από τις πάγιες τουρκικές θέσεις απέναντι στην Ελλάδα έχουν ρίζες πολύ παλαιότερες από τη σημερινή ηγεσία.

ΓΙ’ ΑΥΤΌ η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει δύο εξίσου λανθασμένες αναγνώσεις. Η πρώτη είναι ότι η Τουρκία προετοιμάζει αναπόφευκτη σύγκρουση. Η δεύτερη ότι, επειδή δεν επιδιώκει πόλεμο, αποκλείεται μια σοβαρή κρίση. Η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει ότι οι επικίνδυνες στιγμές δεν προέκυψαν πάντοτε επειδή κάποια πλευρά είχε εξαρχής αποφασίσει τη σύγκρουση.

Η ΑΠΆΝΤΗΣΗ της Αθήνας πρέπει, συνεπώς, να στηρίζεται σε τρεις σταθερές: αποτροπή, διάλογο και πρωτοβουλία.

ΙΣΧΥΡΉ αποτροπή σημαίνει αξιόπιστες Ένοπλες Δυνάμεις, επιχειρησιακή ετοιμότητα και καθαρά μηνύματα, ότι η εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης υπό πίεση.

ΔΙΆΛΟΓΟΣ σημαίνει διατήρηση ανοικτών πολιτικών και στρατιωτικών διαύλων, ιδιαίτερα στις δύσκολες περιόδους. Δεν αποτελεί παραχώρηση. Είναι μηχανισμός αποτροπής του λάθους, της λανθασμένης εκτίμησης και της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΊΑ σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση των τουρκικών κινήσεων. Σε μια Ανατολική Μεσόγειο που αναδιατάσσεται, πρέπει να είναι συνδιαμορφωτής των εξελίξεων, αξιοποιώντας την ευρωπαϊκή της ταυτότητα, τις συμμαχίες της, τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και τους ανοικτούς διαύλους με την Τουρκία.

Η ΔΙΑΙΏΝΙΣΗ των διαφορών δεν αποτελεί από μόνη της στρατηγική ασφάλειας.

ΤΟ ΠΙΘΑΝΌΤΕΡΟ για το επόμενο διάστημα δεν είναι ούτε ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ούτε μια ιστορική συμφιλίωση. Είναι μια μακρά περίοδος ελεγχόμενου ανταγωνισμού: ένταση και διάλογος, συνεργασία και αντιπαράθεση, αποτροπή και διαπραγμάτευση θα συνυπάρχουν.

Ο ΜΕΓΑΛΎΤΕΡΟΣ κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μια προαποφασισμένη τουρκική επίθεση. Βρίσκεται στο απρόβλεπτο γεγονός που μπορεί να αποκτήσει δική του δυναμική και να ενεργοποιήσει μηχανισμούς και σχεδιασμούς πολύ παλαιότερους από τη συγκυρία που το προκάλεσε.

ΓΙ’ ΑΥΤΌ η ελληνική στρατηγική πρέπει να υπηρετεί έναν διπλό στόχο: να καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε αμφισβήτηση θα συναντήσει αποφασιστική και αξιόπιστη απάντηση και, ταυτόχρονα, να διατηρεί πάντοτε ανοικτή την έξοδο από την κρίση.

ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΈΣ σχέσεις, πραγματική ισχύς δεν είναι μόνο η ικανότητα να αντιμετωπίζεις μια κρίση. Είναι, κυρίως, η ικανότητα να προβλέπεις τις εξελίξεις και να εμποδίζεις το απρόβλεπτο να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.

*Βουλευτής Ηλείας, πρώην Ευρωπαίος επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας, πρώην υπουργός Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας

naftemporiki.gr