Κλονίζονται οικονομίες και κλάδοι από τη ραγδαία πτώση παραγωγής και πωλήσεων με την προσαρμογή σε νέες καταναλωτικές συνήθειες λόγω πληθωρισμού και κλιματικής αλλαγής.

Οι παραδοσιακές συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ και καφέ ανά τον κόσμο, οι οποίες επί δεκαετίες διαμόρφωσαν την κοινωνική ζωή, την αγροτική παραγωγή και τις εθνικές οικονομίες, φαίνεται ότι εισέρχονται σε περίοδο βαθιάς μετάβασης.

Από το κρασί της Αργεντινής και της Γαλλίας έως τη γερμανική μπίρα και τον καφέ στο Βέλγιο, οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές τάσεις, η πίεση του πληθωρισμού αλλά και η κλιματική αλλαγή αναδιαμορφώνουν τόσο τις καθημερινές συνήθειες όσο και ολόκληρους παραγωγικούς κλάδους.

Η μείωση της κατανάλωσης δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν οικονομικό δείκτη, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο που αποτυπώνει τη μετατόπιση των προτύπων της καθημερινότητας, την αναθεώρηση πολιτισμικών συνηθειών και τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις των νεότερων γενεών.

Η κρίση στην Αργεντινή

Η οινοποιία της Αργεντινής διανύει μία από τις πιο βαθιές κρίσεις των τελευταίων δύο δεκαετιών, χαρακτηριζόμενη από πτώση στις εξαγωγές, μειωμένη εγχώρια κατανάλωση και σοβαρά οικονομικά προβλήματα για τους παραγωγούς. Παρά την παγκόσμια φήμη του Μαλμπέκ (πορφυρή ποικιλία σταφυλιών που χρησιμοποιείται για την παρασκευή κόκκινου κρασιού) η βιομηχανία αντιμετωπίζει δομικές προκλήσεις, με τις εξαγωγές για το 2025 να πέφτουν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2004 σημειώνοντας μείωση 7,2% σε αξία και 6,8% σε όγκο.

Το 2025 οι εξαγωγές κρασιού ανήλθαν σε μόλις 550 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας τη χειρότερη επίδοση των τελευταίων 15 και πλέον ετών. Η κατανάλωση κρασιού στην Αργεντινή κατέρρευσε, με την κατά κεφαλήν κατανάλωση να πέφτει κάτω από τα 16 λίτρα το 2025, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Εμβληματικά οινοποιεία (όπως τα Norton και Bianchi) αναγκάστηκαν να επαναδιαπραγματευτούν χρέη ή να προσφύγουν σε νομικούς μηχανισμούς για την αποφυγή πτώχευσης, λόγω του υψηλού πληθωρισμού και της υποτίμησης του πέσο.

Η συγκομιδή του 2025 ήταν εξαιρετικά δύσκολη, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για μια από τις χειρότερες σοδειές των τελευταίων 70 ετών λόγω καύσωνα και χαλαζοπτώσεων. Παράλληλα, η αύξηση των τιμών σε δολάρια –σε συνδυασμό με την πτώση της παγκόσμιας ζήτησης– κατέστησε το αργεντίνικο κρασί λιγότερο ελκυστικό στις διεθνείς αγορές.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η πίεση στα περιθώρια κέρδους της οινοβιομηχανίας, καθώς η αύξηση των πωλήσεων χύμα κρασιού σε χαμηλές τιμές υπερκαλύπτει τη ζήτηση για εμφιαλωμένα κρασιά υψηλής ποιότητας στις βασικές διεθνείς αγορές, περιορίζοντας την κερδοφορία των παραγωγών.

Σε μια προσπάθεια να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την κατάργηση περίπου 1.000 κανονισμών (το 80% της νομοθεσίας για το κρασί), η οποία τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026 στοχεύοντας στην απελευθέρωση της αγοράς και την απλοποίηση των διαδικασιών.

Παρά την κρίση, ορισμένοι παραγωγοί εστιάζουν στην αναδιάρθρωση, την ανάπτυξη νέων ποικιλιών (όπως το Cabernet Franc) και την ενίσχυση των εξαγωγών premium κρασιών, αν και η εξάρτηση από την αγορά των ΗΠΑ παραμένει υψηλή.

Ιστορικό χαμηλό καταγράφει η Γαλλία

Παρόμοια και η Γαλλία, μία από τις κορυφαίες οινοπαραγωγές χώρες παγκοσμίως, βλέπει τις παραγωγές της να φτάνουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ο συνδυασμός κλιματικών πιέσεων και διαρθρωτικών αλλαγών στους αμπελώνες περιορίζει σημαντικά τις αποδόσεις. Το 2025 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου (OIV), η παραγωγή για το 2025 διαμορφώθηκε σε περίπου 35,9 εκατομμύρια εκατόλιτρα. Το επίπεδο αυτό σηματοδοτεί τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ιστορικά χαμηλής παραγωγής και υπολείπεται κατά περίπου 16% σε σχέση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.

Οι βασικές αιτίες εντοπίζονται στις παρατεταμένες περιόδους ζέστης και ξηρασίας που έχουν μειώσει τις αποδόσεις σε σημαντικές οινοπαραγωγικές ζώνες. Παράλληλα, η αναδιάρθρωση των αμπελώνων επιδρά επιπρόσθετα στην παραγωγή: περιοχές όπως το Μπορντό και το Λανγκεντόκ-Ρουσιγιόν κατέγραψαν μείωση περίπου 20.000 εκταρίων αμπελώνων, περιορίζοντας περαιτέρω τον συνολικό όγκο.

Η εικόνα παραμένει άνιση μεταξύ των περιφερειών. Η Καμπανία, η κοιλάδα του Λίγηρα και η Βουργουνδία επωφελήθηκαν από ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες και αναμένεται να καταγράψουν μέτριες αυξήσεις. Αντίθετα, το Σαρέντ, η Αλσατία και το Μποζολέ συνεχίζουν να δέχονται έντονη πίεση από ακραία καιρικά φαινόμενα και ασθένειες των αμπελιών, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω μειώσεις.

Χωρίς αλκοόλ η τάση στη Γερμανία

Παρόμοιες τάσεις αλλαγής καταναλωτικών συνηθειών και οικονομικών πιέσεων παρατηρούνται και σε άλλους παραδοσιακούς τομείς αλκοολούχων ποτών, όπως η μπίρα. Οι Γερμανοί καταναλώνουν ολοένα λιγότερη μπίρα, την ώρα που οι μη αλκοολούχες ποικιλίες γνωρίζουν πρωτοφανή άνθηση.

Η βιομηχανία αποδίδει την υποχώρηση στην αυξανόμενη δημοτικότητα της μη αλκοολούχας μπίρας αλλά και στις πιο μετριοπαθείς καταναλωτικές συνήθειες γενικότερα. Οι πωλήσεις μπίρας στις γερμανικές ζυθοποιίες κατέγραψαν το 2025 τη μεγαλύτερη πτώση από τότε που άρχισαν να καταγράφονται στοιχεία πριν από περισσότερα από 30 χρόνια. Αντίθετα, σύμφωνα με την Destatis, ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας, οι πωλήσεις μη αλκοολούχων μπιρών έχουν υπερδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία καταγράφοντας αύξηση 109% από το 2013, παρότι η συνολική κατανάλωση μπίρας βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 και πλέον ετών.

Χαρακτηριστικά, στην Erdinger Weißbräu, ζυθοποιία κοντά στο Μόναχο που δραστηριοποιείται από τη δεκαετία του 1880, οι μη αλκοολούχες μπίρες καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο της παραγωγής. Ο διευθύνων σύμβουλός της Στέφαν Κράιστς υποστήριξε ότι οι συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ αλλάζουν και ότι η βιομηχανία πρέπει να προσαρμοστεί.

Σύμφωνα με τη Γερμανική Ενωση Ζυθοποιών (DBB), η οποία προέτρεψε τους πολιτικούς να μειώσουν το κόστος ενέργειας υπογραμμίζοντας ότι αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παράγοντες κόστους για τις ζυθοποιίες, η μη αλκοολούχα μπίρα αποτελεί πλέον το ταχύτερα αναπτυσσόμενο τμήμα της αγοράς.

«Η κατανάλωση αλκοόλ μειώνεται, ιδίως μεταξύ των νέων, κάτι που αποτελεί θετική εξέλιξη για τη δημόσια υγεία» τόνισε η Ανκε Ρέλινγκερ, υπουργός και πρόεδρος του κρατιδίου Ζάαρλαντ στη νοτιοδυτική Γερμανία, η οποία ανακηρύχτηκε «πρέσβειρα της μπίρας» για το 2025 από την DBB. «Οι Γερμανοί πίνουν πλέον πιο συνειδητά εκτιμώντας την παράδοση, την καινοτομία και την ποικιλομορφία της ζυθοποιίας, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς» πρόσθεσε η ίδια.

Σύμφωνα με την Destatis, οι συνολικές πωλήσεις μπίρας στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά έπεσαν κάτω από τα 8 δισεκατομμύρια λίτρα, για πρώτη φορά από το 1993, με πάνω από το 80% της παραγωγής να πωλείται στη Γερμανία. Τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τη μη αλκοολούχα μπίρα ή τα ποτά βύνης.

Η Γερμανία αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό μη αλκοολούχας μπίρας στον κόσμο. «Οι καταναλωτές αναζητούν μπίρες υψηλής ποιότητας και γεύσης που να ταιριάζουν σε κάθε στιγμή της ζωής τους» δήλωσε ο Κρίστιαν Βέμπερ, πρόεδρος της Ενωσης Ζυθοποιών.

Μειωμένη κατανάλωση και κλείσιμο επιχειρήσεων

Η DBB επισημαίνει ότι η συγκρατημένη κατανάλωση στη Γερμανία και σε άλλες αγορές αποτελεί κύριο παράγοντα της σημαντικής πτώσης των πωλήσεων μπίρας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο τομέας των επιτόπιων πωλήσεων, καθώς πολλές επιχειρήσεις δεν έχουν ακόμη ανακάμψει πλήρως από την πανδημία, ενώ η ισχυρή θέση των λιανοπωλητών συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση για τον κλάδο, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της DBB Χόλγκερ Αϊχελε.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλές ζυθοποιίες αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας, ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια. Οι ειδικοί της Destatis εκτιμούν ότι 137 ζυθοποιίες έχουν κλείσει από το 2019, σε έναν κλάδο που αριθμεί πλέον συνολικά λίγο λιγότερες από 1.500 επιχειρήσεις.

Η DBB επισημαίνει ότι οι μη αλκοολούχες μπίρες προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης. Το 2025 αποτέλεσαν το ταχύτερα αναπτυσσόμενο τμήμα της γερμανικής αγοράς μπίρας. Σύμφωνα με στοιχεία της διεθνούς εταιρείας ανάλυσης αγοράς και καταναλωτικών δεδομένων Nielsen IQ, οι μη αλκοολούχες μπίρες και τα μείγματα μπίρας ξεπέρασαν για πρώτη φορά το 10% στις λιανικές πωλήσεις, καταλαμβάνοντας μερίδιο όγκου 9,5%. Μετά την Pilsner με σχεδόν 50% και τη Helles/Lager με 12%, οι μη αλκοολούχες μπίρες κατατάσσονται πλέον στην τρίτη θέση.

Ωστόσο ακόμη και αυτό δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες της πλήρους αλκοολούχας μπίρας. Η Βαυαρική Ενωση Ζυθοποιών (BBA) ανέφερε ότι τα μέλη της πούλησαν σχεδόν 1,3 εκατ. εκατόλιτρα λιγότερη μπίρα το 2025 σε σχέση με το 2024 σημειώνοντας μείωση 4,5%, ενώ οι πωλήσεις μη αλκοολούχων μπιρών αυξήθηκαν κατά 260.000 εκατόλιτρα. Αμφότερες οι δύο ενώσεις εκτιμούν ότι και το 2026 θα είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για ολόκληρη τη βιομηχανία μπίρας, ποτών και τροφίμων.

Αναταράξεις και για τον καφέ

Εκτός από τα αλκοολούχα ποτά, και η αγορά του καφέ βιώνει αλλαγές, με τους καταναλωτές να προσαρμόζουν τις συνήθειές τους υπό το βάρος αυξημένων τιμών. Στο Βέλγιο καταγράφονται τα τελευταία χρόνια ενδείξεις επιβράδυνσης στην κατανάλωση, κυρίως λόγω του πληθωρισμού και των μεταβαλλόμενων καταναλωτικών συνηθειών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ReportLinker, πλατφόρμας που παρέχει αναλύσεις και εκθέσεις αγοράς για προϊόντα, κλάδους και καταναλωτικές τάσεις, η συνολική κατανάλωση αναμένεται να μειωθεί από περίπου 50.000 τόνους το 2023 σε περίπου 46.000 τόνους έως το 2028 καταγράφοντας ετήσια πτώση γύρω στο 1,5%. Παράλληλα, στοιχεία αγοράς που επικαλούνται αναλύσεις των εταιρειών έρευνας αγοράς Euromonitor και MarketResearch δείχνουν ότι το 2025 ο όγκος πωλήσεων παρέμεινε στάσιμος, ενώ η αξία της αγοράς αυξήθηκε κυρίως λόγω ανατιμήσεων και όχι λόγω μεγαλύτερης κατανάλωσης. Η πίεση φέρεται να προέρχεται κυρίως από τις αυξήσεις τιμών. Σύμφωνα με το ειδησεογραφικό μέσο για το λιανεμπόριο RetailDetail, οι τιμές του αλεσμένου καφέ αυξήθηκαν κατά περίπου 20% το 2025, ενώ οι αντίστοιχες για τις κάψουλες καφέ έφτασαν έως και 28% υψηλότερα, γεγονός που ώθησε πολλούς καταναλωτές είτε να περιορίσουν την κατανάλωση είτε να στραφούν σε φτηνότερες επιλογές. Η τάση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συμπεριφορά καταναλωτών υπό πληθωριστική πίεση, με τη κατανάλωση σε όγκο να μειώνεται ακόμη και όταν η συνολική δαπάνη παραμένει υψηλή. Ωστόσο η εικόνα της αγοράς δεν είναι εξ ολοκλήρου αρνητική. Η κατηγορία του specialty και premium καφέ συνεχίζει να αναπτύσσεται, ενώ το Βέλγιο διατηρεί τον ρόλο του ως σημαντικού ευρωπαϊκού κόμβου εισαγωγών και εμπορίας καφέ, σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Προώθησης Εισαγωγών από Αναπτυσσόμενες Χώρες (CBI). Συνολικά τα δεδομένα αποτυπώνουν μια δομική μετατόπιση: οι καταναλωτές αγοράζουν ελαφρώς λιγότερο καφέ, πληρώνουν περισσότερο για την ίδια ποσότητα και στρέφονται είτε σε οικονομικότερες επιλογές είτε σε ποιοτικότερα προϊόντα υψηλότερης αξίας.

documentonews.gr