Αν ξύσει κανείς προσεκτικά τον σοβά ενός παλιού κυκλαδίτικου σπιτιού, θα δει να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του μια πολύ διαφορετική εικόνα για τα χρώματα που είχαν κάποτε τα κτίσματα του νησιωτικού αιγαιοπελαγίτικου συμπλέγματος
Αν ξύσει κανείς προσεκτικά τον σοβά ενός παλιού κυκλαδίτικου σπιτιού, θα δει να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του μια πολύ διαφορετική εικόνα για τα χρώματα που είχαν κάποτε τα κτίσματα του νησιωτικού αιγαιοπελαγίτικου συμπλέγματος. Κάτω από τα διαδοχικά στρώματα του λευκού που σήμερα μοιάζει να εναρμονίζεται τόσο φυσικά με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, εμφανίζονται η ώχρα, το κόκκινο, το μαύρο και το βαθύ λουλακί. Είναι τα χρώματα ενός Αιγαίου που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη συλλογική μας μνήμη. Εκεί όπου σήμερα ο επισκέπτης βλέπει κατάλευκους κυβόσχημους όγκους οικημάτων, σκούρα μπλε παράθυρα και ασβεστωμένα σοκάκια, παλαιότερα υπήρχαν πέτρινες όψεις, γήινες αποχρώσεις και πολύ μεγαλύτερη χρωματική ποικιλία.

Αυτή η τόσο γνώριμη σημερινή εικόνα των Κυκλάδων είναι, σε σημαντικό βαθμό, αποτέλεσμα μιας μακράς μεταμόρφωσης που ολοκληρώθηκε κατά τον 20ό αιώνα. Η αρχιτέκτων–μηχανικός και διδάκτωρ του ΕΜΠ Μυρτώ Στενού, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Heritage το 2019, υπό τον τίτλο «Live Your Myth in Greece: Towards the Construction of a Heritage Identity», επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι στα κατώτερα στρώματα παλαιών επιχρισμάτων των Κυκλάδων έχουν εντοπιστεί ακριβώς αυτές οι αποχρώσεις, τεκμηριώνοντας μια παλαιότερη πολυχρωμία η οποία απέχει αισθητά από τη σημερινή εικόνα των νησιών.
Αναφορικά με το πώς συντελέστηκε αυτή η μεταστροφή, από την πιο πολύχρωμη και συχνά πέτρινη όψη των κυκλαδίτικων οικισμών στη σημερινή κυριαρχία του λευκού, έχει δημιουργηθεί εδώ και χρόνια μια ευρέως διαδεδομένη αφήγηση. Σύμφωνα με αυτήν, το 1938, όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με πανδημία χολέρας, ο δικτάτορας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς διέταξε να ασβεστωθούν όλα τα σπίτια των Κυκλάδων, επειδή ο ασβέστης λειτουργούσε ως απολυμαντικό. Αργότερα, συνεχίζει η ίδια ιστορία, η βασίλισσα Φρειδερίκη αντιλήφθηκε την τουριστική δύναμη της κατάλευκης εικόνας των σπιτιών και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέβαλε το 1955 με νόμο ή διάταγμα, ανάλογα με την εκδοχή, το άσπρο και το μπλε ως τη χρωματική παλέτα των νησιών του Αιγαίου.

Τι προκύπτει από την έρευνά μας
Η αφήγηση αυτή έχει αναπαραχθεί τόσο πολλές φορές, ώστε σήμερα παρουσιάζεται συχνά ως απολύτως εξακριβωμένο ιστορικό γεγονός. Η αναζήτηση όμως που κάναμε σε πρωτογενή τεκμήρια μας οδηγεί σε πολύ πιο σύνθετα συμπεράσματα. Οσον αφορά την εκδοχή ότι επί Μεταξά επιβλήθηκε στις Κυκλάδες το γενικευμένο ασβέστωμα για λόγους δημόσιας υγείας, έχει περάσει ακόμη και στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία. Ωστόσο η σχετική αναφορά δεν συνοδεύεται από παραπομπή στο ίδιο το διάταγμα, ενώ στις νομοθετικές πηγές που ελέγξαμε, όπως και στο Ιστορικό Αρχείο της «Καθημερινής», δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί τέτοιο κείμενο.

Εξίσου προβληματική αποδεικνύεται και η αναφορά σε «πανδημία χολέρας του 1938», καθώς η διεθνής περιοδολόγηση των πανδημιών της νόσου δεν καταγράφει πανδημία χολέρας εκείνη τη χρονιά. Αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη τοπικών κρουσμάτων, υγειονομικού φόβου ή προληπτικών μέτρων, αλλά δεν μας επιτρέπει να παρουσιάζεται η χολέρα ως τεκμηριωμένη πανδημική αιτία του γενικευμένου ασβεστώματος.
Το περίφημο «διάταγμα Καραμανλή»
Ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι όσα προκύπτουν από τον έλεγχο της νομοθεσίας του 1955. Αναζητώντας το συχνά αναφερόμενο «διάταγμα Καραμανλή», εντοπίσαμε μονάχα στο ΦΕΚ 208/Α΄ της 5ης Αυγούστου 1955 ένα Βασιλικό Διάταγμα που αφορούσε ειδικά τη Μύκονο, με τίτλο «Περί εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως Μυκόνου και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού». Πρόκειται, επομένως, για πραγματικό διάταγμα της εποχής και για ένα νησί που βρισκόταν ήδη στο επίκεντρο της αναδυόμενης τουριστικής εικόνας των Κυκλάδων. Το περιεχόμενό του, όμως, είναι διαφορετικό από εκείνο που του αποδίδει η μεταγενέστερη αφήγηση. Οριζε ότι οι οικοδομές δεν μπορούσαν να έχουν περισσότερους από δύο ορόφους ούτε συνολικό ύψος μεγαλύτερο από 8,50 μέτρα, προέβλεπε την κάλυψή τους με οριζόντια στέγη και απαγόρευε την κατασκευή γείσων. Πουθενά στο Διάταγμα των μόλις δύο άρθρων δεν υπάρχει πρόβλεψη που να επιβάλλει λευκούς τοίχους, μπλε πόρτες ή παράθυρα, ούτε κάποιος αποκλειστικός χρωματικός συνδυασμός.

Ο έλεγχός μας όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Εντοπίσαμε ότι λίγες ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου 1955, εκδόθηκε ο νέος Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός του Κράτους, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, στο ΦΕΚ 266/Α΄. Το άρθρο 46, με τίτλο «Αισθητική διαμόρφωση των κτιρίων», όριζε ότι οι προσόψεις και τα ορατά μέρη των οικοδομών έπρεπε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της «κοινής αισθητικής» και να διατηρούνται ευπαρουσίαστα. Ούτε σε αυτή τη γενική και σαφώς αισθητικού χαρακτήρα ρύθμιση υπάρχει αναφορά στο λευκό και στο μπλε ή ειδική διάταξη για τις Κυκλάδες.
Η λεπτομέρεια που… κάνει τη διαφορά
Υπάρχει και μία χρονολογική λεπτομέρεια που καθιστά ακόμη πιο προβληματική την έκφραση «νόμος Καραμανλή του 1955». Οταν δημοσιεύθηκε το Διάταγμα για τη Μύκονο, στις 5 Αυγούστου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ήταν ακόμη πρωθυπουργός, αλλά υπουργός Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου. Πρόεδρος της κυβέρνησης θα αναλάμβανε τον Οκτώβριο του 1955. Το ίδιο το διάταγμα της Μυκόνου εκδόθηκε από τον βασιλιά Παύλο ύστερα από πρόταση, όπως διαβάζουμε στο σχετικό ΦΕΚ, του αρμόδιου υφυπουργού Οικισμού και Σεισμοπλήκτων Νήσων Β. Παπαρρηγόπουλου και όχι από κάποια «κυβέρνηση Καραμανλή».

Ολα αυτά δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι το λευκό σταδιακά επιβλήθηκε και μετατράπηκε σε κυρίαρχο γνώρισμα της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής. Ανατρέπουν, όμως, την απλή και εξαιρετικά ελκυστική ιστορία σύμφωνα με την οποία ένας δικτάτορας έβαψε τις Κυκλάδες λευκές για να αντιμετωπίσει μια πανδημία και, δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ένας πρωθυπουργός πρόσθεσε με έναν νόμο το μπλε. Η πραγματική διαδρομή ήταν πολύ μακρύτερη: το ασβέστωμα υπήρχε ήδη, οι υγειονομικές πρακτικές συνέβαλαν στη γενίκευσή του, κρατικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις επηρέασαν αργότερα τη μορφή των οικισμών και, σταδιακά, ο τουρισμός μετέτρεψε αυτή την εικόνα σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της Ελλάδας.
Όταν τα χωριά προσπαθούσαν να μη φαίνονται από τη θάλασσα
Για να καταλάβουμε λοιπόν πώς άσπρισαν οι Κυκλάδες, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι υπήρχε κάποτε μια ενιαία «κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική» με τους ίδιους κανόνες σε όλα τα νησιά. Οι κατοικίες χτίζονταν κατά κύριο λόγο με τα υλικά που υπήρχαν στον κάθε τόπο και προσαρμόζονταν στις ανάγκες της κάθε κοινότητας. Σε πολλές περιπτώσεις οι εξωτερικές λιθοδομές παρέμεναν ανεπίχριστες και τα κτίσματα έπαιρναν το χρώμα του ίδιου του εδάφους. Η αρχιτέκτων–μηχανικός Μυρτώ Στενού, παραπέμποντας στο έργο του αείμνηστου αρχιτέκτονα και ομότιμου καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ Νικολάου Μουτσόπουλου για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, αναφέρει ότι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αυτή η ενσωμάτωση στο φυσικό περιβάλλον εξυπηρετούσε και λόγους προστασίας: οι κάτοικοι προσπαθούσαν να κάνουν τους οικισμούς όσο το δυνατόν λιγότερο ορατούς από τη θάλασσα εξαιτίας του φόβου των πειρατικών επιδρομών. Οι σημερινές κατάλευκες όψεις έχουν σε μεγάλο βαθμό καλύψει εκείνη την παλαιότερη εικόνα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μέχρι κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία τα σπίτια ήταν όλα γκρίζα και ξαφνικά βάφτηκαν λευκά. Ο ασβέστης ήταν ευρέως γνωστό υλικό και χρησιμοποιούνταν πολύ πριν από τον Μεσοπόλεμο.
Η ίδια ακαδημαϊκή μελέτη της Μυρτώς Στενού που προαναφέραμε, συγκεντρώνει μαρτυρίες Γάλλων περιηγητών που επισκέφθηκαν την Ελλάδα τον 19ο αιώνα (του υποκόμη Ντε Μαρκέλους ήδη από το 1820, του Φιλίπ Ζουρντέν κατά τη δεκαετία του 1820 και του Λουί Λακρουά γύρω στα μέσα του αιώνα) και είδαν ασβεστωμένα σπίτια στο κυκλαδίτικο τοπίο. Επρόκειτο όμως για σποραδική παρουσία τέτοιων οικιών και όχι για τη σχεδόν ολοκληρωτική λευκή ομοιομορφία που επικράτησε αργότερα.
Υπήρχε και ένας ακόμη απολύτως πρακτικός λόγος για την προτίμηση των λευκών επιφανειών. Η έντονη ηλιοφάνεια του Αιγαίου και οι ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες επηρέασαν επί αιώνες την αρχιτεκτονική των νησιών, με κατασκευές προσαρμοσμένες στο ξηρό και θερμό περιβάλλον. Οι ανοικτόχρωμες επιφάνειες αντανακλούν μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας και περιορίζουν την απορρόφηση θερμότητας από τα κτίσματα, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση χαμηλότερων θερμοκρασιών στο εσωτερικό τους. Το λευκό είχε επομένως και πρακτική, κλιματική λειτουργία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Κυκλάδες είχαν ήδη αποκτήσει την ομοιόμορφη λευκή όψη που γνωρίζουμε σήμερα.

Ο ασβέστης δεν ήταν μπογιά
Το υλικό που βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας δεν ήταν το λευκό χρώμα με τη σημερινή έννοια. Ηταν ο ασβέστης και ειδικότερα το υδροξείδιο του ασβεστίου, ο γνωστός σβησμένος ασβέστης. Η χρήση του για απολύμανση δεν αποτελεί πάντως λαϊκό μύθο. Η ισχυρή αλκαλικότητά του μπορεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, να αδρανοποιήσει βακτήρια και άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς. Σύγχρονη πειραματική έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2021 στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports επιβεβαιώνει ότι το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως απολυμαντικό και ότι η δράση του σχετίζεται με το υψηλό pH του. Ο ασβέστης ήταν επιπλέον φθηνός, ευρέως διαθέσιμος και μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς πολύπλοκο εξοπλισμό, ιδιότητες ιδιαίτερα σημαντικές σε απομονωμένες κοινότητες με περιορισμένες υγειονομικές υποδομές.
Για τους κατοίκους των νησιών, λοιπόν, το ασβέστωμα μπορούσε να συνδυάζει πολλές λειτουργίες: συντήρηση της επιφάνειας, καθαριότητα, περιορισμό της υπερθέρμανσης και ένα στοιχειώδες μέτρο απολύμανσης. Αυτό εξηγεί και γιατί η πρακτική ενσωματώθηκε τόσο βαθιά στην καθημερινότητα ώστε να συνδεθεί αργότερα με τη «νοικοκυροσύνη» του σπιτιού και να επαναλαμβάνεται πριν από μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Το κρίσιμο ιστορικό ερώτημα δεν είναι επομένως ποιος «ανακάλυψε» το ασβέστωμα. Είναι πότε και με ποιον τρόπο μια ήδη γνωστή πρακτική άρχισε να εφαρμόζεται μαζικά και να μετατρέπει την όψη ολόκληρων οικισμών.
Μια Ελλάδα με τεράστια προβλήματα δημόσιας υγείας
Η απάντηση μας οδηγεί στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, μια χώρα με προβλήματα δημόσιας υγείας που δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί ο σημερινός αναγνώστης. Η εγκατάσταση περίπου 1,3 εκατομμυρίων προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε αυξήσει δραματικά τις ανάγκες για κατοικία, ύδρευση, αποχέτευση και ιατρική περίθαλψη. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2008 στο επιστημονικό περιοδικό «Dynamis» για την παρέμβαση του Οργανισμού Υγείας της Κοινωνίας των Εθνών στην Ελλάδα και υπογράφεται από την καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Βασιλική Θεοδώρου, και την καθηγήτρια Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Δέσποινα Καρακατσάνη, καταγράφεται μια χώρα στην οποία τα λοιμώδη νοσήματα εξακολουθούσαν να αποτελούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία.
Οι δύο ερευνήτριες αναφέρονται σε επανειλημμένες επιδημίες εξανθηματικού τύφου, διφθερίτιδας και ευλογιάς, ενώ η ελονοσία και η φυματίωση παρέμεναν ιδιαίτερα διαδεδομένες. Σε περιοχές δε όπου η ύδρευση και η αποχέτευση ήταν ανεπαρκείς, δεν έλειπαν επίσης τα κρούσματα δυσεντερίας και τυφοειδούς πυρετού.

Η ίδια μελέτη δείχνει ότι, παρά τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, μεγάλες περιοχές της χώρας μας εξακολουθούσαν να διαθέτουν υποτυπώδεις υγειονομικές υποδομές. Σε αυτό το περιβάλλον, ένα φθηνό και εύκολα διαθέσιμο υλικό όπως ο ασβέστης, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μαζικά για καθαρισμό και απολύμανση επιφανειών, είχε προφανή πρακτική χρησιμότητα.
Υπήρχε άλλωστε ήδη και το σχετικό νομικό οπλοστάσιο. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1928 είχε εκδοθεί νομοθετικό διάταγμα «περί μέτρων προς πρόληψιν και καταπολέμησιν επιδημικών νόσων», το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 194/Α/1928 και κυρώθηκε τον Μάρτιο του 1929 με τον Νόμο 4060/1929. Το πλαίσιο αυτό έδινε στις υγειονομικές αρχές τη δυνατότητα να λαμβάνουν ειδικά μέτρα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση μεταδοτικών νοσημάτων και χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως νομική βάση για τοπικές υγειονομικές διατάξεις.
Ενα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έχουμε τον Νοέμβριο του 1938. Σε υγειονομικό κανονισμό για τον νομό Αττικοβοιωτίας, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 275/Β/1938, γίνεται ρητή επίκληση του νομοθετικού διατάγματος του 1928 και προβλέπεται σειρά μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν αφορά τις Κυκλάδες, ούτε περιλαμβάνει εντολή για το ασβέστωμά τους. Εχει όμως ιδιαίτερη αξία για την έρευνά μας, επειδή αποδεικνύει ότι η λήψη τοπικών υγειονομικών μέτρων με διοικητικές πράξεις αποτελούσε πράγματι μέρος του θεσμικού μηχανισμού της εποχής.
Τι γνωρίζουμε πραγματικά για το «διάταγμα Μεταξά»
Σε αυτό το σημείο φθάνουμε στον πυρήνα της γνωστής ιστορίας που αναπαράγεται συνεχώς. Το γεγονός δηλαδή ότι ακαδημαϊκές μελέτες αναφέρουν ρητά πως κατά τη δικτατορία Μεταξά επιβλήθηκε στους κατοίκους των Κυκλάδων η υποχρεωτική χρήση λευκού ασβέστη, ως μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας έναντι των επιδημιών. Συνδέουν μάλιστα το συγκεκριμένο μέτρο με την αντιμετώπιση της χολέρας.
Εδώ όμως υπάρχει ένα σοβαρό κενό. Οι επικαλούμενες μελέτες δεν δίνουν αριθμό διατάγματος, ημερομηνία ή ΦΕΚ. Στην έρευνα που προβήκαμε για το παρόν κείμενο σε ψηφιοποιημένες βάσεις νομοθεσίας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί πρωτογενές κείμενο του 1938 ή άλλης χρονιάς της μεταξικής δικτατορίας που να διατάσσει ρητά ότι «όλα τα σπίτια των Κυκλάδων πρέπει να ασβεστωθούν».

Αν υπήρξε τέτοια εντολή, δεν γνωρίζουμε ποια διοικητική μορφή είχε. Θα μπορούσε να ήταν κάποια υγειονομική διάταξη, εγκύκλιος, νομαρχιακή οδηγία ή άλλη διοικητική πράξη. Η διάκριση αυτή έχει σημασία επειδή στο Διαδίκτυο η ιστορία έχει αποκτήσει πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Αναφέρεται ως «διάταγμα του 1938», παρουσιάζεται συχνά ως Αναγκαστικός Νόμος και συνδέεται με μια μεγάλη επιδημία ή ακόμη και «πανδημία χολέρας» που υποτίθεται ότι σάρωνε τότε την Ελλάδα.
Η «πανδημία χολέρας του 1938» που δεν υπήρξε
Τόσο ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας όσο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφουν επτά πανδημίες χολέρας από το 1817 έως σήμερα. Η έκτη διήρκεσε από το 1899 έως το 1923 και η έβδομη άρχισε το 1961. Συνεπώς, το 1938 δεν βρισκόταν σε εξέλιξη κάποια παγκόσμια πανδημία χολέρας. Μεταξύ της έκτης και της έβδομης πανδημίας καταγράφηκαν βεβαίως τοπικές εξάρσεις της νόσου σε διάφορες περιοχές του κόσμου, αλλά αυτό είναι διαφορετικό από τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη δοκιμάζονταν τότε από πανδημία.
Ούτε η μελέτη των πανεπιστημιακών καθηγητών Βασιλικής Θεοδώρου και Δέσποινας Καρακατσάνη για τη δημόσια υγεία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου που προαναφέραμε παρουσιάζει τη χολέρα ως το κεντρικό υγειονομικό πρόβλημα της χώρας στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Αντιθέτως, αναδεικνύει την ελονοσία, τη φυματίωση, τον τυφοειδή πυρετό, τη δυσεντερία και σειρά άλλων μεταδοτικών νοσημάτων, μαζί με τις χρόνιες ελλείψεις σε αποχέτευση, καθαρό νερό και οργανωμένες υγειονομικές υπηρεσίες. Η εικόνα που προκύπτει ταιριάζει περισσότερο με μια γενικότερη πολιτική πρόληψης και απολύμανσης παρά με ένα έκτακτο εθνικό μέτρο απέναντι σε συγκεκριμένη πανδημία χολέρας.
Με βάση λοιπόν τα διαθέσιμα στοιχεία, το πιθανότερο είναι ότι το ασβέστωμα στις Κυκλάδες εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πολιτική δημόσιας υγείας και πρόληψης των λοιμωδών νοσημάτων, η οποία δεν περιοριζόταν στα νησιά αλλά αφορούσε συνολικά τη χώρα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το καθολικό ασβέστωμα των κατοικιών επιβλήθηκε με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την επικράτεια.
Το 1933 οι μοντερνιστές είχαν ήδη δει το λευκό Αιγαίο
Το καλοκαίρι του 1933 ένα ατμόπλοιο αποπλέει από το λιμάνι της Μασσαλίας με προορισμό τον Πειραιά. Ηταν το «Patris II», πάνω στο οποίο πραγματοποιήθηκε εν πλω το 4ο Διεθνές Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, το περίφημο CIAM. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρίσκονταν ο κορυφαίος Ελβετός, πολιτογραφημένος Γάλλος, δημιουργός και πολεοδόμος Λε Κορμπυζιέ καθώς επίσης και ο γενικός γραμματέας του CIAM, ο Ελβετός ιστορικός και θεωρητικός Ζίγκφριντ Γκίντιον. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ήρθαν σε άμεση επαφή με το αρχιπέλαγος και την αρχιτεκτονική του Αιγαίου.
Το γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του λευκού των Κυκλάδων. Οι μοντερνιστές αναγνώρισαν στις απλές γεωμετρικές μορφές των νησιώτικων κατοικιών κάτι που έμοιαζε εντυπωσιακά με τις αρχές που οι ίδιοι επιχειρούσαν να επιβάλουν στη σύγχρονη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική: καθαρές επιφάνειες, κυβικούς όγκους, απουσία περιττού διακόσμου και άμεση σχέση μορφής και λειτουργίας. Ο Λε Κορμπυζιέ θα μιλούσε αργότερα για τα κυκλαδίτικα σπίτια ως «αυτά τα λευκά λουλούδια». Η εικόνα των λευκών νησιώτικων οικισμών αποκτούσε έτσι, πριν ακόμη από την εποχή του μαζικού τουρισμού, μια νέα διεθνή αισθητική αξία.
Αυτό δεν αναιρεί το ενδεχόμενο μεταγενέστερων υγειονομικών παρεμβάσεων. Δείχνει όμως ότι το λευκό δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός με μια κρατική διαταγή. Υπήρχε ήδη σε αρκετά κτίσματα, είχε πρακτικές και παραδοσιακές χρήσεις και είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτό ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Αιγαίου. Μια μεταγενέστερη κρατική παρέμβαση θα μπορούσε επομένως να έχει επιταχύνει τη γενίκευσή του και να μειώσει δραστικά την παλαιότερη πολυχρωμία. Οι μοντερνιστές, από την άλλη, του έδωσαν ένα διαφορετικό νόημα. Αυτό που μέχρι τότε ήταν υλικό καθημερινής χρήσης μπορούσε πλέον να διαβαστεί ως αισθητικό ιδεώδες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής.

Από την υγιεινή στην καρτ ποστάλ
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η Ελλάδα άρχισε να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως μια από τις βασικές επιλογές για την οικονομική ανάπτυξη και τη διεθνή επανένταξή της. Κατά τη δεκαετία του 1950 η κρατική τουριστική πολιτική οργανώθηκε συστηματικότερα, ενώ δημιουργήθηκαν υποδομές που θα άλλαζαν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα παρουσιαζόταν στους ξένους επισκέπτες. Η Ελλάδα έπρεπε να γίνει αναγνωρίσιμη με μια ματιά. Στην αρχή κυριαρχούσαν οι αρχαιότητες. Σταδιακά, δίπλα στον Παρθενώνα και στους Δελφούς άρχισε να εδραιώνεται ένα δεύτερο, εξίσου ισχυρό οπτικό σύμβολο: το γαλάζιο του Αιγαίου και οι λευκοί νησιώτικοι οικισμοί. Η ιστορική έρευνα για την τουριστική εικόνα της χώρας δείχνει ότι ακριβώς αυτή την περίοδο το «ανέγγιχτο» Αρχιπέλαγος με τα ασβεστωμένα σπίτια μετατρεπόταν σταδιακά σε κεντρικό στοιχείο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Σε αυτή τη διαδικασία είχε ρόλο και η μοναρχία. Από τις 23 Αυγούστου έως τις 3 Σεπτεμβρίου του 1954 ο Παύλος και η Φρειδερίκη διοργάνωσαν την περιβόητη «Κρουαζιέρα των βασιλέων» στο Αιγαίο, με το υπερσύγχρονο για τα μέτρα της εποχής ατμόπλοιο «Αγαμέμνων» και προσκεκλημένους πάνω από 100 γαλαζοαίματους και προσωπικότητες της Ευρώπης. Στόχος ήταν να τους συστήσουν το ελληνικό καλοκαίρι. Το ταξίδι περιλάμβανε στάσεις στην Κέρκυρα, στο Κατάκολο προκειμένου να επισκεφθούν την Ολυμπία, στο Ηράκλειο Κρήτης ώστε να δουν την Κνωσό, στη Ρόδο, στη Σαντορίνη, στη Δήλο και στη Μύκονο.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 στο «Journal of Greek Media & Culture», ο ερευνητής Βασίλειος Μπαλάσκας του Πανεπιστημίου της Μάλαγα και ο αρχαιολόγος Αντώνης Κουρκουλάκος του Πανεπιστημίου του Τίλμπουργκ, εξετάζουν τον ρόλο της ελληνικής μοναρχίας στην τουριστική προβολή της χώρας κατά την περίοδο 1952-1954. Σημειώνουν πως στόχος του Στέμματος ήταν να παρουσιαστεί στη μεταπολεμική Δύση η Ελλάδα, ως ένας μοντέρνος και ελκυστικός τουριστικός προορισμός.
Εδώ όμως εμφανίζεται ένας δεύτερος επίμονος μύθος. Επαναλαμβάνεται συχνά ότι η βασίλισσα Φρειδερίκη, εντυπωσιασμένη από τη φωτογραφία ενός καλοσυντηρημένου μυκονιάτικου σπιτιού, πρότεινε το 1955 στον Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθιερωθούν το λευκό και το μπλε ως χρωματική ταυτότητα των Κυκλάδων στο πλαίσιο της τουριστικής προβολής και πως ακολούθησε σχετικός νόμος. Η κρουαζιέρα του 1954 είναι απολύτως τεκμηριωμένη, όπως και ο σκοπός της. Για τον πολυαναπαραγόμενο όμως στα μέσα ενημέρωσης, «νόμο Καραμανλή του 1955», η έρευνά μας στις διαθέσιμες νομοθετικές πηγές δεν εντόπισε διάταξη που να καθιερώνει το λευκό και το μπλε ως υποχρεωτικά χρώματα των Κυκλάδων. Αντιθέτως, το Βασιλικό Διάταγμα του 1955 που εντοπίσαμε για τη Μύκονο, δημοσιευμένο στο ΦΕΚ 208/Α’ της 5ης Αυγούστου, ρυθμίζει το ρυμοτομικό σχέδιο και τους όρους δόμησης, χωρίς όμως αναφορά σε οποιαδήποτε χρωματική παλέτα.
Και τότε ποιος καθιέρωσε το άσπρο και το μπλε;
Η κυκλαδίτικη εικόνα που γνωρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε βαθμιαία μέσα από το ασβέστωμα, την αρχιτεκτονική προβολή, τις φωτογραφίες, τις αφίσες, τον κινηματογράφο, την ανοικοδόμηση και τις παρεμβάσεις του κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Σαντορίνη μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1956. Η ανοικοδόμηση που ακολούθησε, ιδίως στην Οία και στα Φηρά, δείχνει ότι ενισχύθηκε η λευκή και γαλάζια εικόνα των κατοικιών και γενικεύθηκαν μορφολογικά στοιχεία που αργότερα άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητα χαρακτηριστικά της «παραδοσιακής» Σαντορίνης.
Την ίδια εποχή οι κινηματογραφικές εικόνες πολλαπλασιάζονταν. Ελληνικές και ξένες παραγωγές των δεκαετιών του 1950 και του 1960 μετέφεραν διεθνώς την εικόνα μιας χώρας γεμάτης ήλιο, θάλασσα, μικρά νησιά και κατάλευκα σπίτια. Η Ελλάδα της αρχαιολογικής περιήγησης μετατρεπόταν σταδιακά και σε Ελλάδα των θερινών διακοπών.
Το λευκό είχε πλέον ξεπεράσει την αρχική πρακτική χρησιμότητά του. Ηταν φωτογενές, δημιουργούσε ισχυρή αντίθεση με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, ταίριαζε στην εικόνα της καθαρότητας και της απλότητας που είχαν ήδη αναγνωρίσει οι μοντερνιστές και μπορούσε να αναπαραχθεί εύκολα σε αφίσες και φωτογραφίες. Το χαρακτηριστικό αιγαιοπελαγίτικο σπίτι μετατρεπόταν σε εικόνα μιας ολόκληρης χώρας.
Η χούντα απαίτησε το λευκό
Υπάρχει, ωστόσο, μία περίοδος κατά την οποία η κρατική απαίτηση για χρωματική ομοιομορφία τεκμηριώνεται πολύ καθαρότερα. Σύμφωνα με τη μελέτη της Στενού, κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών, από το 1967 έως το 1974, η διοίκηση απαίτησε να παραμένουν λευκές οι κατοικίες των Κυκλάδων και σχετικές οδηγίες της Νομαρχίας Κυκλάδων διαβιβάζονταν σε αστυνομικά τμήματα, δημάρχους και τοπικές αρχές των νησιών. Η αρχιτέκτονας περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως τη στιγμή κατά την οποία το ασβέστωμα των σπιτιών και των δρόμων πέρασε από την παραδοσιακή τελετουργία καθαριότητας στη συστηματική διαμόρφωση μιας τουριστικής εικόνας.
Την εικόνα αυτή ενισχύει ένα έγγραφο που φέρεται να διαβίβασε στις 15 Ιουνίου 1972 το «Τμήμα Διοικητικής Αποκεντρώσεως Νομαρχίας Κυκλάδων» προς αστυνομικά τμήματα, δημάρχους και προέδρους κοινοτήτων του νομού. Σε αναπαραγωγές του κειμένου διαβάζουμε ότι «απηγορεύθη και η πολυχρωμία εις το εξωτερικόν των οικιών» και ότι «κυριαρχούν εξωτερικόν χρώμα των οικιών θα είναι το λευκόν», με στόχο να «επιτευχθή ομοιομορφία» στο κυκλαδίτικο σύμπλεγμα.
Ο μύθος με το «λουλάκι»
Παρόμοια προσοχή χρειάζεται και η εξήγηση για το μπλε. Μια πολύ διαδεδομένη ιστορία υποστηρίζει ότι τα παράθυρα και οι πόρτες βάφτηκαν γαλάζια επειδή οι νησιώτες είχαν εύκολη πρόσβαση στο «λουλάκι», τη φθηνή μπλε σκόνη που χρησιμοποιούνταν στο πλύσιμο των λευκών ρούχων. Η εξήγηση είναι ελκυστική και πιθανότατα αντανακλά πραγματικές οικιακές πρακτικές, αλλά δεν εντοπίστηκε αξιόπιστη πρωτογενής ή ακαδημαϊκή πηγή που να αποδεικνύει ότι αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο το μπλε καθιερώθηκε συνολικά στα κουφώματα των Κυκλάδων. Εκείνο που γνωρίζουμε με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι το λουλακί υπήρχε ήδη στην παλαιότερη χρωματική παλέτα των νησιών, μαζί με την ώχρα, το κόκκινο, το μαύρο και άλλες αποχρώσεις.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το τι προβλέπει η πραγματική πολεοδομική νομοθεσία. Με το Προεδρικό Διάταγμα της 17ης Ιουνίου 1988, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 504/Δ/1988, μεγάλος αριθμός οικισμών των Κυκλάδων χαρακτηρίστηκε παραδοσιακός και τέθηκαν ειδικοί όροι προστασίας της αρχιτεκτονικής τους. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα υπήρξε τροποποίηση του νομοθετήματος. Με το Π.Δ. της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 930/Δ/2002, αντικαταστάθηκε μεταξύ άλλων η παράγραφος 21 του άρθρου 2 με τη νέα διατύπωση να προβλέπει ότι «στις εξωτερικές επιφάνειες των όψεων των κτιρίων χρησιμοποιείται ασβέστης (ή κατά περίπτωση υδρόχρωμα)», ενώ για τα παντζούρια επιτρέπονται μονόχρωμοι τόνοι του μπλε, πράσινου, καφέ, γκρι και μουσταρδί. Ακόμη και η κείμενη νομοθεσία προστασίας των οικισμών λοιπόν δεν επιβάλλει αποκλειστικά το μπλε στα κουφώματα.
Και εδώ κρύβεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ανατροπή της ιστορίας. Η εικόνα που θεωρούμε σήμερα «παραδοσιακή» είναι σε μεγάλο βαθμό πιο ομοιόμορφη από την πραγματική παράδοση. Η πέτρα, οι γήινες προσόψεις και τα διαφορετικά χρώματα δεν ήταν ξένα σώματα που εμφανίστηκαν αργότερα στις Κυκλάδες. Προϋπήρχαν. Αντίθετα, εκείνο που γενικεύθηκε σχετικά αργά ήταν η απαίτηση να φαίνονται όλα λευκά και, ακόμη αργότερα, η αντίληψη ότι κάθε πόρτα ή παράθυρο όφειλε να είναι μπλε. Το πραγματικό κυκλαδίτικο τοπίο ήταν πάντοτε περισσότερο διαφοροποιημένο από την καρτ ποστάλ.
Ποιος, λοιπόν, έβαψε τις Κυκλάδες;
Δεν υπάρχει ένα πρόσωπο και μία ημερομηνία που να απαντούν στο ερώτημα. Οι Κυκλάδες άσπριζαν σταδιακά επί αιώνες, επειδή ο ασβέστης ήταν φθηνός, πρακτικός και χρήσιμος. Λευκά σπίτια υπήρχαν ήδη τον 19ο αιώνα και ήταν αρκετά χαρακτηριστικά ώστε να γοητεύσουν τους μοντερνιστές το 1933. Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία τοποθετεί στη δικτατορία Μεταξά μια ευρύτερη υγειονομική επιβολή του ασβεστώματος, χωρίς όμως να έχει εντοπιστεί στην παρούσα έρευνα η πρωτογενής διοικητική πράξη που θα επέτρεπε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τη μορφή και την έκτασή της.
Στη συνέχεια το λευκό απέκτησε μια δεύτερη ζωή. Οι αρχιτέκτονες το μετέτρεψαν σε αισθητικό πρότυπο, το μεταπολεμικό κράτος και η μοναρχία πρόβαλαν τα νησιά ως τουριστικό προορισμό, η ανοικοδόμηση και ο κινηματογράφος ενίσχυσαν τη γαλανόλευκη εικόνα και η δικτατορία των συνταγματαρχών απαίτησε πλέον διοικητικά την κυριαρχία του λευκού. Η αρχική πρακτική της καθαριότητας είχε μετατραπεί σε αρχιτεκτονική ταυτότητα και, τελικά, σε διεθνές brand.