Η μελέτη του Ευρωκοινοβουλίου αποτύπωσε τις επιπτώσεις της πυρκαγιάς του 2007
Οι μεγάλες πυρκαγιές του Αυγούστου του 2007 δεν άφησαν πίσω τους μόνο δεκάδες νεκρούς, καμένα χωριά και χιλιάδες στρέμματα κατεστραμμένης γης. Στην Ηλεία, έναν από τους νομούς που βρέθηκαν στο επίκεντρο της καταστροφής, οι συνέπειες αποδείχθηκαν βαθύτερες και πολυδιάστατες, επηρεάζοντας το φυσικό περιβάλλον, την αγροτική οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της μελέτης «Forest Fires: Causes and Contributing Factors in Europe», που εκπονήθηκε για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά τις πυρκαγιές. Η έκθεση περιγράφει έναν νομό που ήδη πριν από το 2007 εμφάνιζε σημαντικές οικονομικές αδυναμίες και εξάρτηση από τον πρωτογενή τομέα και ο οποίος δέχθηκε ένα εξαιρετικά ισχυρό πλήγμα στην παραγωγική του βάση.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στην Ηλεία καταστράφηκε ολοσχερώς περίπου το 50% του παραγωγικού δυναμικού της ελαιοκαλλιέργειας. Το στοιχείο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογιστεί ότι περίπου ο ένας στους δύο εργαζομένους του νομού απασχολούνταν τότε στον πρωτογενή τομέα. Παράλληλα, η Ηλεία εμφάνιζε το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των περιοχών που είχαν πληγεί, το οποίο υπολογιζόταν περίπου στο μισό του εθνικού μέσου όρου.
Η απώλεια χιλιάδων ελαιόδεντρων και σημαντικού μέρους του ζωικού κεφαλαίου σήμαινε ότι πολλοί παραγωγοί έμειναν χωρίς εισόδημα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ευρωπαϊκή έκθεση προειδοποιούσε ήδη από τότε ότι η αδυναμία πλήρους αποκατάστασης των ζημιών θα μπορούσε να οδηγήσει πολλούς κατοίκους σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να επιχειρήσουν να ξαναστήσουν την παραγωγή τους ή να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο.
Οι περιβαλλοντικές συνέπειες ήταν επίσης εκτεταμένες. Σε ολόκληρη την Πελοπόννησο κάηκαν δεκάδες χιλιάδες εκτάρια φυσικής βλάστησης και γεωργικής γης, ενώ επλήγησαν και προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000. Η απώλεια της φυτοκάλυψης άφησε μεγάλες εκτάσεις περισσότερο εκτεθειμένες στη διάβρωση, στις πλημμύρες και στις κατολισθήσεις, με την έκθεση να επισημαίνει τον κίνδυνο διαταραχής της ισορροπίας εδάφους και νερού.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούσε και η ποιότητα των υδάτων. Η τέφρα και τα υπολείμματα των καμένων υλικών μπορούσαν να μεταφέρουν επιβαρυντικές ουσίες στο έδαφος και στους υπόγειους υδροφορείς, ενώ σε ορισμένες περιοχές είχε συστηθεί προσωρινά η αποφυγή χρήσης νερού από πηγάδια έως την ολοκλήρωση των σχετικών ελέγχων.
Πέρα όμως από τις οικονομικές και περιβαλλοντικές απώλειες, η καταστροφή είχε και έντονη κοινωνική διάσταση. Χιλιάδες άνθρωποι στην Ελλάδα έχασαν σπίτια, περιουσίες ή θέσεις εργασίας, ενώ στην Ηλεία ολόκληρες κοινότητες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την ανάγκη να ξαναχτίσουν την καθημερινότητά τους σχεδόν από την αρχή. Τοπικές αρχές και κάτοικοι περιγράφουν ακόμη και σήμερα εικόνες μαζικής εκκένωσης, με οικογένειες να εγκαταλείπουν μέσα σε λίγες ώρες ό,τι είχαν χτίσει για δεκαετίες.
Παράλληλα, η επόμενη ημέρα ανέδειξε σοβαρές δυσκολίες στον συντονισμό της αποκατάστασης. Καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις, γραφειοκρατικά εμπόδια και άνιση κατανομή πόρων επιβάρυναν περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη τοπική οικονομία. Σε αρκετές περιοχές, η επιστροφή στην κανονικότητα αποδείχθηκε πιο αργή και πιο άνιση από ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί.
Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατέγραφε ήδη από το 2008 έναν σαφή κίνδυνο: η πυρκαγιά να μην αποτελέσει ένα παροδικό πλήγμα, αλλά να λειτουργήσει ως επιταχυντής οικονομικής αποδυνάμωσης, εγκατάλειψης της υπαίθρου και υποβάθμισης της ποιότητας ζωής. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, η αποτίμηση εκείνης της προειδοποίησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ηλεία.