Όποιος έχει έστω και μικρή επαφή με την ελληνική πραγματικότητα, γνωρίζει ότι ένα από τα ισχυρά σημεία της ελληνικής οικονομίας είναι η ποιότητα του εργατικού δυναμικού και πρωτίστως η ύπαρξη ενός ιδιαίτερα μορφωμένου και καταρτισμένου επιστημονικού δυναμικού.

Ένας συνδυασμός ανάμεσα στον τρόπο που πολλές δεκαετίες τώρα η ελληνική οικογένεια επενδύει στη μόρφωση των παιδιών ως μοχλό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας (να πάει το παιδί στο Πανεπιστήμιο για να μπορεί να έχει περισσότερες επιλογές στη ζωή του), την πραγματική επέκταση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη χώρα μας μετά το 1981 και την πολύ καλή δουλειά που κάνουν τα δημόσια πανεπιστήμια, διαμόρφωσαν αυτή τη συνθήκη.

Όμως, την ίδια στιγμή η χώρα μας δεν επενδύει όσο πρέπει σε αυτό το δυναμικό. Είναι ενδεικτικό ότι τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι το ερευνητικό δυναμικό της χώρας είναι το πιο κακοπληρωμένο μεταξύ των χωρών μελών του Οργανισμού. Τα ίδια στοιχεία που δείχνουν ότι ως προς τον αριθμό των ερευνητών πάμε καλά. Και αυτή η αρνητική συνθήκη ως προς τις απολαβές σε σημαντικό βαθμό αφορά τη δημόσια πλευρά του ερευνητικού οικοσυστήματος στη χώρα. Για να μη μιλήσουμε για το πώς είναι τα πράγματα με τους νέους ερευνητές και ερευνήτριες, αυτές και αυτούς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της έρευνας.

Δυστυχώς αυτό το ερευνητικό δυναμικό και η στήριξή του δεν αποτελεί πραγματική προτεραιότητα για την κυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι απεντάχθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης δράσεις που αφορούσαν τη στήριξη της έρευνας και του ερευνητικού δυναμικού της χώρας.

Ούτε είναι τυχαίο ότι η μεγαλύτερη πρωτοβουλία της κυβέρνησης για τον ευρύτερο ερευνητικό χώρο ήταν να αδειοδοτήσει ιδιωτικά σουπερμάρκετ πτυχίων. Γιατί εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η ίδρυση μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων που θα λειτουργούσαν με τα ίδια αυστηρά κριτήρια με τα δημόσια πανεπιστήμια και θα είχαν προσανατολισμό και προς τη διδασκαλία και προς την έρευνα θα ήταν ένα βήμα που θα διεύρυνε την ερευνητική βάση της χώρας. Όμως, δεν μιλάμε για αυτό. Μιλάμε για κερδοσκοπικά ιδρύματα, που σκοπό έχουν «να πιάσουν την καλή» σε σχέση με την αυξημένη ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές, χωρίς να έχουν ούτε ερευνητική υποδομή, ούτε βεβαίως ερευνητική στρατηγική, γιατί αυτό θα σήμαινε υποδομές πραγματικές και άρα μεγάλο κόστος επένδυσης.

Αυτό μας φέρνει στον πυρήνα του προβλήματος. Και αυτός είναι ότι αυτή η κυβέρνηση δεν έχει στην πραγματικότητα ένα όραμα για το πώς αυτή η χώρα θα ξεφύγει από το ευρωπαϊκό περιθώριο στο οποίο κινδυνεύει να βρεθεί. Έχει απλώς ένα σχέδιο για να εξασφαλίσει ότι ένα φάσμα συμφερόντων που θέλει να εξυπηρετήσει θα μπορέσει να «κάνει δουλειές»: να πάρει χρηματοδοτήσεις, δημόσιες και ευρωπαϊκές, να αναλάβει διάφορα έργα, να αυξήσει την απορροφητικότητα πόρων της ΕΕ, να συμβάλλει στο να υπάρχουν «υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης», να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στηρίζοντας ποικιλοτρόπως την κυβερνητική παράταξη.

Ακόμη χειρότερα: η κυβέρνηση δεν έχει πρόβλημα να θεωρούνται ατμομηχανές της ανάπτυξης κλάδοι που δεν στηρίζονται στην ύπαρξη ισχυρής επιστημονικής και ερευνητικής βάσης, όπως είναι ο τουρισμός, οι υπηρεσίες εστίασης ή το real estate. Μόνο που τέτοιοι κλάδοι ακριβώς επειδή δεν στηρίζονται στην τεχνολογία, άρα και στην έρευνα, είναι πεπερασμένων δυνατοτήτων. Γιατί στην πραγματικότητα η απροθυμία επένδυσης στην έρευνα στη χώρα μας συμβαδίζει με την απροθυμία προσπάθειας η χώρα να «ανέβει πίστα» πραγματικά ως προς το τι και πώς παράγει.

Όλα αυτά διαμορφώνουν την εικόνα μιας χώρας που αρνείται να επενδύσει στο ίδιο της το μέλλον, στην ίδια της την ικανότητα όχι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις αλλά και να πρωταγωνιστεί σε αυτές. Μιας χώρας όπου μια κυβέρνηση και ένα φάσμα συμφερόντων γύρω από αυτήν βολεύονται στη σημερινή κατάσταση στο βαθμό που, κατά την εκτίμησή τους, δημιουργείται πλούτος, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι έτσι η χώρα δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα σημερινά όρια της και κατ’ επέκταση δεν θα ξεφύγει από τα σημερινά της αδιέξοδα.