Σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης αποχαιρέτισε ο Πύργος τον Γιάννη Μπούρη
Σε κλίμα βαθιά συγκίνησης κηδεύτηκε προχθές το απόγευμα στον Πύργο ο Γιάννης Μπούρης, μια ξεχωριστή προσωπικότητα, με πολύχρονη προσφορά και ανεκτίμητη συμβολή στην ιατρική επιστήμη, στους κοινωνικούς αγώνες και το δημοκρατικό πολίτευμα.
Πλήθος πολιτών συγκεντρώθηκαν στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου για να αποχαιρετίσουν έναν άνθρωπο που άφησε το δικό του αποτύπωμα στην τοπική κοινωνία. Συνάδελφοι και συγγενείς, φίλοι που συμπορεύτηκαν μαζί του στα πολιτικά, κοινωνικά και μονοπάτια που βάδισε, αλλά και απλοί πολίτες που τον γνώριζαν και τον εκτιμούσαν, παραβρέθηκαν στην εξόδιο ακολουθία για να του πουν το τελευταίο «αντίο».
Συγκινητικός ήταν ο αποχαιρετισμός από την κόρη του, Νίνα, η οποία διάβασε ένα ανέκδοτο ποίημα που είχε γράψει ο ίδιος ο Γιάννης από το 1993.
Επικήδειους εκφώνησαν ο πρώην δήμαρχος Πύργου και στενός φίλος του εκλιπόντος, Μάκης Παρασκευόπουλος και ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ηλείας, Χρήστος Γιαννικούλης, αναφερόμενοι στην προσωπικότητα, την επιστημονική διαδρομή, την κοινωνική προσφορά και τη μακρά παρουσία του Γιάννη Μπούρη στα κοινά.

Προσφορά στην επιστήμη και τη Δημοκρατία
Ο Γιάννης Μπούρης άφησε πίσω του ισχυρό κοινωνικό και επιστημονικό αποτύπωμα, καθώς πρωταγωνίστησε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Γεννήθηκε το 1953 στον Πύργο όπου τελείωσε το δημοτικό και το `γυμνάσιο. Σπούδασε ιατρική με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Εκλεγμένο μέλος της διοίκησης του Συλλόγου Ηλείων Σπουδαστών, πήρε ενεργό μέρος σε όλες τις φάσεις του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος (κατάληψη Νομικής, Πολυτεχνείο) και συνελήφθη για τη δράση του.
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας εξελέγη γραμματέας του Συλλόγου Ηλείων Σπουδαστών με συνεχή και ενεργό συμμετοχή στους κοινωνικούς, πολιτικούς και δημοκρατικούς αγώνες και την πολιτιστική ζωή του τόπου μας.

Συμμετείχε σε Ευρωπαϊκές συνδιασκέψεις για τα δικαιώματα των φαντάρων, εκδότης του περιοδικού Το Χακί, συντάκτης και αρθρογράφος περιοδικών και εφημερίδων, Αθηναϊκών και τοπικών.
Για πολλά χρόνια εκλεγμένο μέλος της διοίκησης του Ιατρικού Συλλόγου Πύργου-Ολυμπίας και εκπρόσωπος στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο.
Ιδρυτικό μέλος του Φιλοτεχνικού Ομίλου Πύργου, με σημαντική παρέμβαση και δράση στα πολιτιστικά της πόλης μας, συνεργάτης του περιοδικού Αλφειός και του Φεστιβάλ Κινηματογράφου για Παιδιά & Νέους.
Ως πρόεδρος Συλλόγων Γονέων και της Ένωσης Γονέων του Δήμου Πύργου ασχολήθηκε με την σχολική στέγη και την εκπαίδευση και ανέδειξε την ανάγκη συνολικής και προγραμματισμένης αντιμετώπισης των προβλημάτων της παιδείας και της νεολαίας γενικότερα.

«ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΗ Η ΠΟΛΗ»: Το ανέκδοτο ποίημα του Γιάννη Μπούρη
Το φως τονίζει την ασχήμια καθώς αδειάζει η πόλη μετά τη γιορτή,
η ερημιά πλακώνει την ψυχή
και περιμένεις μόνος τη νύχτα άλλες χαρές,
τη νύχτα, στο σκοτάδι, όταν όλα ομορφαίνουν, οι δρόμοι ανοίγουν,
οι πολυκατοικίες συστέλλονται
κι η λεωφόρος του ουρανού προβάλλει μεγαλοπρεπής,
να τη φωτίζουν διάττοντες οι πυγολαμπίδες,
δεν είσαι μόνος πια,
εκείνοι που έφυγαν γυρίζουν το σούρουπο,
σκιές, στήνουν χορό στους άδειους δρόμους,
καθώς περνάς τους νοιώθεις σαν αύρα πρωινή,
-μόνο στον κύκλο τους μην πατήσεις γιατί χάνονται-
σκιά και συ, ποιος σε ξεχώριζε,
όταν έδενες μ’ αόρατη κλωστή τα κουδούνια στις παλιές πόρτες
και τράβαγες χτυπώντας από μακριά,
πώς γέλασες με την τρομάρα και το σταυροκόπημα της κυρά-Αγαθής
και τι λαχτάρα όταν σε πήραν στο κατόπι,
νοιώθεις και τώρα μια ανάσα πίσω σου
λες και σε κυνηγούν ακόμα μέσα στα στενά,
είναι όμορφη η πόλη τη νύχτα!
Χάνονται τ’ αυτοκίνητα που πήραν τη θέση των ανθρώπων
στο μεγάλο δρόμο,
εκεί που κάποια Κυριακή στη βόλτα σκίρτησε πρώτη φορά η καρδιά,
παίζει ακόμα ο θερινός κινηματογράφος με τις ακακίες,
ώρες ολόκληρες ταξίδευες μες στις φανταχτερές φωτογραφίες
και στα μάτια με τις χρυσές ανταύγειες που ονειρευόσουν,
τη γαζία της τρίγωνης πλατείας που ανέβαινες
κάνοντας την κουκουβάγια στους περαστικούς
και την κορομηλιά στον πλούσιο κήπο που ζήλευες
και ρήμαξες αμέτρητες φορές, θυμάσαι.
Είναι όμορφη η πόλη σαν έχεις μνήμες!
Όπου περπατάς σε πλημμυρίζει μια συγκίνηση,
όπως τότε που γύριζες στους δρόμους
ψάχνοντας σκοτεινή γωνιά για το ραντεβού της επομένης
κι έσπαγες τους γλόμπους που δε βόλευαν,
σε πυρπολούσαν οι φωτιές του Άη-Γιάννη
που άναβαν στις αλάνες και μέσα στην καρδιά σου
κι ούτε τη μέρα δεν πέρναγες απ’ το ερείπιο
που κράταγε το στοιχειό με τ’ άσπρα γένια,
καθώς έλεγαν οι μεγαλύτεροι,
βλέπεις ακόμα τα χαμηλά σπίτια να γκρεμίζονται
κι η πρώτη πολυκατοικία στη θέση τους
άργησες να καταλάβεις τι σημαίνει,
τους καρρολόγους με τα μακριά ζωνάρια
μάγκες πάνω στα κάρρα,
πώς σε τρόμαξε το κορνάρισμα της κούρσας
και το άλογο που αφήνιασε,
τα νέα για το Δράκο και το φονικό που έγινε
πώς διαδόθηκαν αστραπή στόμα με στόμα
και πάγωσες από το φόβο κι όλοι κλείνονταν νωρίς στα σπίτια,
η σκοτεινή καμάρα στο παλιό αρχοντικό
εκεί που πήρες εκεί που έδωσες το πρώτο φιλί ζωντανεύει,
μόνο το δέντρο που ακούμπησες να πεις λόγια αγάπης
με τα δάχτυλα πλεγμένα στο δικό τους παιχνίδι
δεν υπάρχει πια.
Είναι όμορφη η πόλη τη νύχτα,
άρρηκτα νήματα σ’ έχουν δέσει μαζί της!
Το δειλινό γεμίζουν πάλι τα πεζούλια στις αυλόπορτες,
κάθε γερόντισσα κι ένας καημός στα προσφυγικά
και τα παιδιά να τρέχουν πάνω-κάτω στους χωμάτινους δρόμους,
σε μεθάει το άρωμα απ’ τ’ αγιόκλημα και τα βασιλικά,
πόσες χαρές και πόσους Επιτάφιους είχαν στολίσει εκείνοι οι κήποι,
ακούς ακόμα τις πρωινές φωνές στο σχολείο
και στα κάγκελα που πλησίαζες για ν’ αποσπάσεις ένα βλέμμα,
ουράνια μουσική τα τρυφερά πειράγματα
και τα γέλια της νυχτερινής Πρωτομαγιάς,
ο χειμωνιάτικος περίπατος το μεσημέρι στα περιβόλια,
το πρώτο μπάνιο με το τραινάκι που δεν ξεχνάς ποτέ
και στο παλιό χωράφι
παιδί κυνηγάς ένα τόπι από κουρέλια,
χρόνια κι ακόμα κυνηγάς ένα τόπι
όνειρα από κουρέλια,
πώς να τελειώσει αυτό το ποίημα της ζωής!
Είναι όμορφη η πόλη τη νύχτα!
1993
ΥΓ 2026
Κλείνοντας το ιατρείο μου τιτλοφόρησα το αποχαιρετιστήριο «Ώρα απιέναι»
Μάλλον κανείς δεν κατάλαβε.
Είναι από την κατάληξη της Απολογίας του Σωκράτη
«…ὥρα ἀπιέναι, ἐµοὶ µὲν ἀποθανουµένῳ, ὑµῖν δὲ βιωσοµένοις· ὁπότεροι δὲ ἡµῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄµεινον πρᾶγµα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.»