Oι διατακτικές σίτισης, που παρέχουν οικειοθελώς ορισμένοι εργοδότες, έχουν αφορολόγητο όριο τα 6 ευρώ τη μέρα. ΓΣΕΕ, ΣΕΒ κ.ά, ζητούν να αυξηθεί στα 10 ευρώ. Τι απαντούν συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Αφροδίτη Τζιαντζή
Η πρόταση των Εθνικών Κοινωνικών Εταίρων να αυξηθεί το αφορολόγητο όριο στις διατακτικές σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ ημερησίως, παρουσιάστηκε ως μέτρο για την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων.
Η πρόταση διατυπώθηκε μέσω κοινής επιστολής προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, με κοινοποίηση στην υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως. Συνυπογράφεται από τη ΓΣΕΕ και τους πέντε μεγάλους εργοδοτικούς φορείς: Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Βιομηχανιών (ΣΕΒ), Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματικών Βιοτεχνών Εμπόρων (Ελλάδας ΓΣΕΒΕΕ), Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και του Συνδέμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ).
Πρόκειται για τους φορείς που συνυπέγραψαν τον Νοέμβριο του 2025 την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για τις Συλλογικές Συμβάσεις, η οποία αποτέλεσε τη βάση για τον αντίστοιχο νόμο που ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο (Ν5278/2026).
Το αίτημα για αύξηση της ονομαστικής αξίας του ποσού στις διατακτικές σίτισης αναμένεται να εξεταστεί από την κυβέρνηση εν όψει της ΔΕΘ. Κι ενώ οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν χαμηλότεροι από το 2009, σε όρους αγοραστικής δύναμης, τα κουπόνια, που αποτελούν οικειοθελή μη-μισθολογική παροχή του εργοδότη, παρουσιάζονται ως μια κάποια λύση.
Από την πλευρά τους, σύσσωμες οι αντιπολιτευόμενες συνδικαλιστικές παρατάξεις κατηγορούν την προεδρία της ΓΣΕΕ ότι συστρατεύεται απροκάλυπτα με τους εργοδότες και την κυβέρνηση, αντί να αγωνίζεται για πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς, μέσω συλλογικών συμβάσεων.
Πέρα από τις επί μέρους διαφοροποιήσεις, κοινό επιχείρημα των συνδικαλιστών είναι ότι οι διατακτικές σίτισης συμφέρουν περισσότερο τους επιχειρηματικούς ομίλους παρά τους εργαζόμενους. Καθώς δεν περιλαμβάνονται στις τακτικές απολαβές, δεν φορολογούνται ούτε υπολογίζονται για δώρα και ένσημα, διευκολύνουν τους εργοδότες να χορηγούν μέρος της αμοιβής σε κουπόνια, έναντι μισθού. Δεν καλύπτουν παρά ένα μικρό μέρος των εργαζομένων, ούτε κατοχυρώνουν μισθολογικά, συνταξιοδοτικά ή ασφαλιστικά δικαιώματα.

Ποιο είναι το νομικό υπόβαθρο
Όπως αναφέρουν στην κοινή επιστολή τους ΓΣΕΕ, ΣΕΒ κ.ά, η παροχή σίτισης ως μη μισθολογική παροχή θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα πριν 22 χρόνια, με τον ν. 3296/2004.
Έκτοτε το ημερήσιο όριο παραμένει αμετάβλητο, στα 6 ευρώ, χωρίς αναπροσαρμογή ή διόρθωση «παρά τις πολλαπλές πιέσεις που έχει δεχθεί το εισόδημα των εργαζομένων εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού των τροφίμων, ειδικότερα κατά την τελευταία τριετία».
Η επιστολή αναφέρεται στο ευρωπαϊκό παράδειγμα, όπου η παροχή σίτισης αναπροσαρμόζεται σε συνάρτηση με τον κατώτατο μισθό. Η ονομαστική αξία των διατακτικών σίτισης φτάνει το 22% στην Πορτογαλία, περίπου 18% σε Γαλλία και Ισπανία, ενώ σε χώρες της ανατολικής-κεντρικής Ευρώπης (Τσεχία-Ρουμανία-Σλοβακία) κινείται πέριξ του 24%-25%.
Στην Ελλάδα, που το 30% των εργαζόμενων αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, το άνώτατο όριο της παροχής σίτισης που εκπίπτει φορολογικά για τον εργοδότη, φθάνει στο 13,6% του κατώτατου μισθού.
Τι λέει η ΓΣΕΕ
«Είναι γνωστό από τις στατιστικές επεξεργασίας των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat πως οι Έλληνες είναι προτελευταίοι σε αγοραστική δύναμη στην ΕΕ και πρώτοι στον δείκτη υλικής αποστέρησης, γεγονός που αποδεικνύει ότι είναι κρίσιμη η λήψη μέτρων για την ανακούφιση του κόσμου της μισθωτής εργασίας, ο οποίος δέχεται περισσότερο από άλλα κοινωνικά στρώματα τις συνέπειες της ακρίβειας, της στεγαστικής και της ενεργειακής κρίσης», αναφέρει η ΓΣΕΕ στο σημείωμα που συνοδεύει την έκθεση.
Στο ίδιο σημείωμα διευκρινίζεται ότι «καμιά κρατική παροχή, όσο καλοδεχούμενη κι αν είναι, δεν επαρκεί για να διασφαλίσει βιώσιμες συνθήκες για τους εργαζόμενους. Επιμένουμε πως η υπογραφή συλλογικών συμβάσεων σε κάθε χώρο της ιδιωτικής οικονομίας είναι ο μόνος δρόμος για καλύτερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας».
Μόνο που τα κουπόνια σίτισης δεν είναι κρατική παροχή αλλά προαιρετικό «δωράκι» του εργοδότη σε είδος. Εκτός αν ως κρατική παροχή η ΓΣΕΕ εννοεί τις φοροαπαλλαγές στις επιχειρήσεις, με την αύξηση του αφορολόγητου ορίου των διατακτικών.

Διατακτικές σίτισης και έρευνες ικανοποίησης εργαζομένων
Η επιστολή των κοινωνικών εταίρων επικαλείται έρευνα ικανοποίησης εργαζομένων (ΚPMG/Mάιος 2025), σύμφωνα με την οποία οι διατακτικές σίτισης αποτελούν διαχρονικά μία από τις τρεις πιο επιθυμητές παροχές στο πλαίσιο μιας εργασιακής σχέσης.
Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία Edenred, που παρέχει κάρτες και διατακτικές σίτισης. «Ο ένας στους δύο εργαζομένους δηλώνει ότι η λήψη της παροχής σίτισης συμβάλλει στο να έχει λιγότερο άγχος για την κάλυψη των δαπανών διατροφής, ενώ το 55,4% θεωρεί την παροχή σίτισης και ως μια πρακτική λύση για την καθημερινή διατροφή», αναφέρει η συγκεκριμένη έρευνα
Μόνο που σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων (76%), δεν λαμβάνουν καμία παροχή σίτισης. Σχεδόν 5% λαμβάνουν περιστασιακά και 18,3% τακτικά. Από αυτούς η πλειονότητα λαμβάνει παροχή ως το ύψος του αφορολόγητου ορίου, 132 ευρώ τον μήνα.
Επίσης στην έρευνα δεν υπάρχει καμία ερώτηση για το αν θα προτιμούσαν κουπόνια ή αυξήσεις μισθού.
Από τις επιχειρήσεις που δίνουν παροχές σίτισης (σχεδόν η μία στις τέσσερις) τα φορολογικά οφέλη αναφέρονται ως βασικό κίνητρο, μαζί με τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

Ομαδικά πυρά εξ αριστερών κατά της ηγεσίας της ΓΣΕΕ
«Φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο, κουπόνια στους εργαζόμενους αντί για αυξήσεις στους μισθούς και ΣΣΕ» σχολιάζει το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο – ΠΑΜΕ, το συνδικαλιστικό σχήμα που πρόσκειται στο ΚΚΕ. «Πρόκειται για μια νέα φορολογική διευκόλυνση προς την εργοδοσία, σερβιρισμένη με το περιτύλιγμα της κοινωνικής ευαισθησίας», αναφέρει στην ανακοίνωσή του, για το κοινό αίτημα της ΓΣΕΕ και των εργοδοτικών φορέων να αυξηθεί το αφορολόγητο στις διατακτικές σίτισης.
«Κάθε ευρώ που αποσπούν οι εργαζόμενοι από την εργοδοσία προέρχεται από τη δική τους δουλειά, τους ανήκει και είναι καλοδεχούμενο. Άλλο όμως η παροχή που κατοχυρώνεται με Συλλογική Σύμβαση και άλλο η προαιρετική διατακτική και οικειοθελής παραχώρηση», σημειώνει το ΠΑΜΕ.
«Οι εργαζόμενοι δεν χρειάζονται κουπόνια αντί για αυξήσεις ούτε εργατοπατέρες σε ρόλο συμβούλου επιχειρήσεων του ΣΕΒ. Χρειάζονται δυνατά, μαζικά και αγωνιστικά συνδικάτα, ριζωμένα στους χώρους δουλειάς, που θα οργανώνουν τον αγώνα για Συλλογικές Συμβάσεις με μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς, για 7ωρο – 5ήμερο – 35ωρο, για κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων», καταλήγει το ΠΑΜΕ καλώντας τους εργαζόμενους να δώσουν αγωνιστικό παρών στις κινητοποιήσεις στη ΔΕΘ στις 5 Σεπτεμβρίου.
Mνημείο συνθηκολόγησης
«Μνημείο εργασιακού συμβιβασμού και συνθηκολόγησης», ανάμεσα σε δεκάδες άλλα, αποκαλεί την πρωτοβουλία της ΓΣΕΕ η παράταξη ΕΜΕΙΣ-ΑΡΚΙ. «Αντί η ΓΣΕΕ να παλεύει για υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων και πραγματικές αυξήσεις στον βασικό μισθό, ζητά να πληρωνόμαστε με «αντίτιμο» για φαγητό», σημειώνει μεταξύ άλλων.
«Το αίτημα για αύξηση του αφορολόγητου ορίου στα 10 ευρώ δεν γίνεται από «κοινωνική ευαισθησία». Οι εργοδοτικές ενώσεις το συνυπογράφουν γιατί μυρίστηκαν μια νέα ευκαιρία να γλιτώσουν ασφαλιστικές εισφορές και φόρους. Θέλουν να αντικαταστήσουν τις αυξήσεις σε χρήμα με «διατακτικές», βάζοντας τους εργαζόμενους σε ομηρία των συγκεκριμένων εταιρειών που διαχειρίζονται αυτές τις κάρτες», υπογραμμίζει το ΕΜΕΙΣ-ΑΡΚΙ.
«Δε ζούμε με φιλοδωρήματα – Απαιτούμε τον πλούτο που παράγουμε», καταλήγει και θέτει ως αίτημα την «πλήρη κάλυψη των αναγκών των εργαζομένων με καθαρό χρήμα και όχι με «χαρτάκια» ομηρίας».
Οι εργαζόμενοι αξίζουν περισσότερα
Πιο μετριοπαθής ήταν η αντίδραση της Ενωτικής Αγωνιστικής Κίνησης, αναγνωρίζοντας ότι η κοινή παρέμβαση των εργοδοτικών φορέων και της ΓΣΕΕ για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου των διατακτικών σίτισης από 6 σε 10 ευρώ αναδεικνύει ένα πραγματικό πρόβλημα. «Το όριο αυτό παραμένει αμετάβλητο από το 2004, παρά τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής και τη συνεχή μείωση της αγοραστικής δύναμης μόνο όμως των εργαζομένων που το λαμβάνουν. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι διεκδικείται. Το σημαντικότερο είναι τι δεν διεκδικείται», διευκρινίζει.
«Οι εργαζόμενοι δεν πληρώνουν το ενοίκιό τους με κουπόνια. Δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς τους με vouchers. Η αξιοπρεπής διαβίωση εξαρτάται πρωτίστως από τον μισθό», θυμίζει η συνδικαλιστική παράταξη. «Όταν αντί να συζητάμε για αυξήσεις εκατοντάδων ευρώ στους μισθούς συζητάμε για τέσσερα επιπλέον ευρώ στο ημερήσιο όριο σίτισης, οι εργατικές διεκδικήσεις δεν διευρύνονται. Περιορίζονται. Και μαζί τους περιορίζονται και οι προσδοκίες των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι αξίζουν περισσότερα. Πολύ περισσότερα από μια κάρτα σίτισης», καταλήγει.
Η επιστολή των κοινωνικών εταίρων στον υπουργό Οικονομίας για τις ΕΔΩ
Η έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ και της Εdenred για τις παροχές σίτισης ΕΔΩ