Από τους Λουδίτες και τους αργαλειούς του 1811 έως την τεχνητή νοημοσύνη (AI), ένα ερώτημα επιμένει: ποιος κερδίζει από την τεχνολογική πρόοδο και ποιος πληρώνει το τίμημα;
«Εγώ πιστεύω ότι το άλογο και η άμαξα είναι η καλύτερη λύση. Αυτά τα αυτοκίνητα χαλάνε, χρειάζονται βενζίνη, έχουν κάθε λογής προβλήματα και, σε λίγο, θα αρχίσουν να τα μετατρέπουν σε τανκς και μετά θα σκοτώνουν ανθρώπους. Είναι τρομερό».
Με αυτή την αναλογία που «στάζει» ειρωνεία ο Τζορτζ Λούκας περιέγραψε πρόσφατα όσους αντιστέκονται στην επέλαση της AI. Για τον δημιουργό του Star Wars, η σημερινή δυσπιστία απέναντι στην AI θυμίζει εκείνους που, μπροστά στην εμφάνιση του αυτοκινήτου, θα εξακολουθούσαν να υπερασπίζονται το άλογο και την άμαξα.
Η δήλωσή του επανέφερε στο προσκήνιο μια λέξη με ιστορία μεγαλύτερη των δύο αιώνων: Λουδίτες. Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για εκείνον που φοβάται την τεχνολογία, αντιστέκεται στην καινοτομία ή αρνείται να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που αλλάζει.
Μόνο που αυτή η εικόνα απέχει αρκετά από την ιστορική πραγματικότητα.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ιστορίας Μπράιαν Λιούις σε άρθρο του στο The Conversation, οι Λουδίτες δεν ήταν απλώς εχθροί των μηχανών. Το κίνημά τους υπήρξε μια συλλογική αντίδραση στα κοινωνικά και οικονομικά τραύματα της πρώιμης Βιομηχανικής Επανάστασης στην Αγγλία.
Οι άνθρωποι που έσπαγαν μηχανές προσπαθούσαν να προστατεύσουν τη δουλειά, τα εισοδήματα και τις κοινότητές τους σε μια εποχή κατά την οποία διέθεταν ελάχιστους άλλους τρόπους για να ακουστούν.

Όταν τα συνδικάτα ήταν παράνομα
Στις αρχές του 19ου αιώνα η Βιομηχανική Επανάσταση μεταμόρφωνε ριζικά την αγγλική κοινωνία. Μια νέα πολιτική οικονομία, τροφοδοτούμενη μεταξύ άλλων από τη διατλαντική δουλεία και την αποικιακή εκμετάλλευση, άλλαζε τις εργασιακές πρακτικές και εισήγαγε νέες μορφές μηχανοποίησης.
Ειδικευμένοι τεχνίτες και υφαντουργοί έβλεπαν τις νέες μηχανές να απειλούν επαγγέλματα και εισοδήματα. Το ζήτημα για εκείνους δεν ήταν απλώς η εμφάνιση μιας νέας τεχνολογίας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνταν και οι συνέπειες που είχε στις ζωές τους.
Τα μέσα αντίδρασης ήταν ελάχιστα. Τα εργατικά συνδικάτα ήταν παράνομα, οι εργάτες δεν είχαν πολιτική εκπροσώπηση, οι συνεταιρισμοί δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί και το κοινωνικό κράτος βρισκόταν πολύ μακριά στο μέλλον.
Οι ταραχές για τα τρόφιμα, οι εμπρησμοί εργοστασίων και η καταστροφή μηχανών μπορούσαν έτσι να γίνουν τρόποι πίεσης προς εργοδότες και τοπικές αρχές. Ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ περιέγραψε αργότερα αυτού του είδους την αντίσταση ως «συλλογική διαπραγμάτευση μέσω της εξέγερσης».
Ο μυστηριώδης Νεντ Λουντ
Η γνωστότερη έκρηξη του Λουδισμού ξεκίνησε το 1811 στο Νοτιγχαμσάιρ, στα αγγλικά Μίντλαντς.
Εργάτες που κατασκεύαζαν πλεκτές κάλτσες δημιούργησαν μια μυστική οργάνωση, την οποία υποτίθεται ότι καθοδηγούσε κάποιος Νεντ Λουντ. Ο αρχηγός τους, ωστόσο, ήταν κατά πάσα πιθανότητα φανταστικό πρόσωπο. Εμφανιζόταν ως «Καπετάνιος», «Στρατηγός» ή ακόμη και «Βασιλιάς Λουντ» και το όνομά του έγινε σύμβολο ολόκληρου του κινήματος.
Η οικονομική συγκυρία ήταν ήδη εξαιρετικά δύσκολη. Οι πόλεμοι εναντίον του Ναπολέοντα είχαν εντείνει τη φτώχεια και οι εργάτες κατηγορούσαν τις νέες, μεγαλύτερες πλεκτικές μηχανές ότι εξαφάνιζαν δουλειές και συμπίεζαν ακόμη περισσότερο τα εισοδήματά τους.
Σε οργανωμένες επιθέσεις κατέστρεψαν περισσότερους από 1.000 αργαλειούς, ενώ οι ταραχές εξαπλώθηκαν στις περιοχές υφαντουργίας και νηματουργίας του Λάνκασιρ και του Γιορκσάιρ.
Για τη βρετανική κυβέρνηση, η κατάσταση άρχισε γρήγορα να μοιάζει με κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια εργατική διαμαρτυρία.
Η Γαλλική Επανάσταση ήταν ακόμη πρόσφατη και οι κυρίαρχες τάξεις φοβούνταν ότι οι κατώτερες κοινωνικές ομάδες της Αγγλίας θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το γαλλικό παράδειγμα και να στραφούν εναντίον ολόκληρου του καθεστώτος.

12.000 στρατιώτες και θανατικές ποινές
Η απάντηση υπήρξε αμείλικτη.
Περίπου 12.000 στρατιώτες στάλθηκαν για την καταστολή των εξεγέρσεων, ενώ το Κοινοβούλιο ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της μετατροπής της καταστροφής των μηχανών σε αδίκημα που μπορούσε να τιμωρηθεί ακόμη και με θάνατο.
Ακολούθησαν απαγχονισμοί και καταδίκες σε μεταφορά στην Αυστραλία. Οι εξεγέρσεις σταδιακά καταπνίγηκαν, αν και σποραδικά ξεσπάσματα συνεχίστηκαν έως το 1816.
Η εικόνα που επικράτησε έκτοτε ήταν απλή: η Βιομηχανική Επανάσταση προχώρησε, οι μηχανές νίκησαν και οι Λουδίτες έμειναν πίσω ως άνθρωποι που προσπάθησαν μάταια να σταματήσουν το αναπόφευκτο.
Για τον Λιούις, όμως, αυτή η ανάγνωση παραβλέπει την ουσία.
Οι Λουδίτες δεν κατέστρεφαν μηχανές στα τυφλά. Οι επιθέσεις ήταν στοχευμένες και λειτουργούσαν ως μήνυμα προς εργοδότες και κράτος. Δεν επρόκειτο απλώς για απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά για αντίδραση στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογική αλλαγή χρησιμοποιούνταν εις βάρος τους.
Μαζί με πολιτικούς ριζοσπάστες και αγωνιστές του εργατικού κινήματος, οι Λουδίτες αποτέλεσαν μέρος ενός μακροχρόνιου αγώνα του 19ου αιώνα για δικαιώματα, αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη.
Γελοιογραφία του Τσαρλς Γουίλιαμς, στην οποία ένας κτηνίατρος και ένας σιδεράς επιτίθενται σε κομψευόμενους άνδρες πάνω σε ποδήλατα, σατιρίζοντας το κίνημα κατά του ποδηλάτου. (Wikimedia Commons)
Ο Λόρδος Βύρων πήρε το μέρος τους
Ένας από τους λίγους αριστοκράτες που εξέφρασαν ανοιχτά τη συμπάθειά τους προς τους Λουδίτες ήταν ο Λόρδος Βύρων.
Στην πρώτη ομιλία του στη Βουλή των Λόρδων, το 1812, ο Βύρων μίλησε για την «απόλυτη ένδεια» και την «πρωτοφανή δυστυχία» που είχαν προκαλέσει τις εξεγέρσεις. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι, αντί να αντιμετωπίσει τις αιτίες της κρίσης, απαντούσε με «δραγόνους και δήμιους».
Some folks for certain have thought it was shocking,
When Famine appeals, and when Poverty groans,
That life should be valued at less than a stocking,
And breaking of frames lead to breaking of bones.
Λίγους μήνες αργότερα επέστρεψε στο θέμα μέσα από ένα σατιρικό ποίημα, καταγγέλλοντας ουσιαστικά μια κοινωνία στην οποία η ανθρώπινη ζωή μπορούσε να αξίζει λιγότερο από μια κάλτσα και η καταστροφή ενός αργαλειού να οδηγεί στην καταστροφή ανθρώπινων σωμάτων.
Παρόμοια οργή εξέφρασε ο Πέρσι Μπις Σέλεϊ. Στο ποίημα Queen Mab του 1813 επιτέθηκε στο κράτος, στην οργανωμένη θρησκεία και στον απάνθρωπο καπιταλισμό της νέας εποχής των μηχανών.
Από τον «Φρανκενστάιν» στους Λουδίτες
Η Μέρι Σέλεϊ, σύζυγος του Πέρσι και κόρη της φεμινίστριας φιλοσόφου Μέρι Γουόλστονκραφτ, επηρεάστηκε επίσης από το κλίμα της εποχής όταν έγραψε τον Φρανκενστάιν, που κυκλοφόρησε το 1818.
Ο Λιούις συνδέει το δημιούργημα του Βίκτορ Φρανκενστάιν με τον Λουδισμό: όπως ο μυθικός Νεντ Λουντ, το Τέρας δεν εμφανίζεται εξαρχής ως μια τυφλά καταστροφική δύναμη. Γίνεται βίαιο έπειτα από την απόρριψη και την κακομεταχείριση που υφίσταται.
Το μήνυμα που αναδύεται είναι ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν είναι αναγκαστικά κακή από μόνη της. Όταν όμως οδηγεί σε ένα σύστημα με σαφείς νικητές και χαμένους, η αντίσταση γίνεται αναπόφευκτη.
Η σκιά των Λουδιτών παρέμεινε στη λογοτεχνία. Η Σαρλότ Μπροντέ, στο Shirley του 1849, τοποθέτησε την ιστορία της στις υφαντουργικές περιοχές του Γιορκσάιρ την εποχή των εξεγέρσεων, δείχνοντας συμπάθεια για τους εργάτες αλλά ασκώντας παράλληλα κριτική στη βία.
Το 1872, ο Σάμιουελ Μπάτλερ πήγε ακόμη πιο μακριά. Στο Erewhon φαντάστηκε μια κοινωνία όπου οι μηχανές έχουν απαγορευτεί και οι εφευρέσεις καταστρέφονται ώστε να μην εξελιχθούν κάποτε σε σημείο που θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν πάνω στους ανθρώπους.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την AI;
Περισσότερο από δύο αιώνες αργότερα, η ιστορία των Λουδιτών επιστρέφει επειδή η AI θέτει ξανά ορισμένα από τα ίδια ερωτήματα.
Η AI γράφει κείμενα και κώδικα, δημιουργεί εικόνες, μουσική και βίντεο και εισέρχεται πλέον σε επαγγέλματα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν προστατευμένα από την αυτοματοποίηση.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο τι μπορούν να κάνουν οι νέες μηχανές. Είναι επίσης ποιος τις ελέγχει, ποιος καρπώνεται τα οικονομικά οφέλη και τι συμβαίνει στους εργαζομένους των οποίων η δουλειά μετασχηματίζεται ή απειλείται.
Γι’ αυτό και οι όροι «νεολουδιτισμός» και «ψηφιακός Λουδίτης» αρχίζουν σήμερα να επαναδιεκδικούνται από ανθρώπους που δεν ζητούν απαραίτητα την απόρριψη της τεχνολογίας. Θέτουν ζητήματα για τις εργασιακές συνθήκες, τη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας και τον δημοκρατικό έλεγχο των τεχνολογιών που αλλάζουν την κοινωνία.
Ο ιστορικός Έντουαρντ Π. Τόμσον έγραψε κάποτε ότι οι Λουδίτες πρέπει να διασωθούν «από την τεράστια συγκατάβαση των μεταγενέστερων». Για τον Λιούις, η εικόνα τους ως των «χαμένων της Ιστορίας» είναι απλώς λανθασμένη. Οι αγώνες στους οποίους συμμετείχαν συνέβαλαν σε μια μακρά διαδικασία που τελικά ανάγκασε τις κυρίαρχες τάξεις να κάνουν παραχωρήσεις αντί να βασίζονται αποκλειστικά στην καταστολή.
Ο Τζορτζ Λούκας μπορεί να θεωρεί ότι η αντίσταση στην AI θυμίζει κάποιον που επιμένει στο άλογο και την άμαξα ενώ μπροστά του βρίσκεται ήδη το αυτοκίνητο.
Η ιστορία των πραγματικών Λουδιτών, όμως, δείχνει ότι το ερώτημά τους ήταν διαφορετικό. Δεν αναρωτιούνταν απλώς αν η καινούργια μηχανή ήταν καλύτερη από την παλιά.
Αναρωτιούνταν για ποιον ήταν καλύτερη.
Και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
*Κεντρική Φωτογραφία: Στο Metropolis (1927) του Φριτς Λανγκ, οι εργάτες εμφανίζονται υποταγμένοι σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές καθορίζουν την εργασία και την ανθρώπινη ζωή