Ο βρετανός ιστορικός, Αντριου Μακένζι-Μακχάρντ, επιχειρεί μια κατάδυση στην ουσία, στη δημιουργία και στην ιστορική εξέλιξη των «θεωριών συνωμοσίας», ενώ εξηγεί γιατί είναι δύσκολο να δοθεί ένας σαφής ορισμός, καθώς και τη σχέση τους με τους πολιτικούς και τα κοινωνικά δίκτυα.

Αεροψεκασμοί, οπαδοί της επίπεδης Γης, αμφισβητίες του τόπου γέννησης του Μπαράκ Ομπάμα, υποστηρικτές της «αλήθειας» ότι η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μια «δουλειά από τα μέσα» ή ότι η πανδημία της COVID-19 ήταν μια τεχνητά κατασκευασμένη κρίση από παγκόσμιες ελίτ και φαρμακευτικές· ο σημερινός μας κόσμος φαίνεται ότι διαθέτει θεωρίες συνωμοσίας για όλα τα γούστα.

Πώς μπορούμε, άραγε, να προστατεύσουμε τις κοινωνίες μας από τις θεωρίες συνωμοσίας χωρίς να συναινέσουμε στην υπερ-πολιτικοποίηση του όρου; «Το Βήμα» συνομίλησε με τον ακαδημαϊκό Αντριου Μακένζι-Μακχάρντ, συγγραφέα ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία για το θέμα με τίτλο «The Hidden History of Conspiracy Theory» (Princeton University Press, 2026), αναζητώντας απαντήσεις.

Πώς ορίζετε μια θεωρία συνωμοσίας; Στο βιβλίο σας επιμένετε σε ένα παράδοξο, στο γεγονός ότι χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό «θεωρία» για να περιγράψουμε κάτι που πόρρω απέχει από μια θεωρία με την κλασική έννοια του όρου…

«Δυστυχώς, θα πρέπει να επιβεβαιώσω το στερεότυπο του ακαδημαϊκού που απαντά σε όλες τις ερωτήσεις λέγοντας “το θέμα αυτό είναι περίπλοκο”. Ωστόσο, εν προκειμένω, είναι πράγματι περίπλοκο, διότι το πώς ορίζουμε το τι είναι μια θεωρία συνωμοσίας αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Και υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση για αυτό.

Από τη μια μεριά, χρειαζόμαστε έναν ορισμό που να αναγνωρίζει ότι οι θεωρίες συνωμοσίας είναι προβληματικές, αβάσιμες, ότι συνιστούν μη αποδεκτές ερμηνείες της κοινωνίας. Από την άλλη, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε πλήρως την ύπαρξη συνωμοσιών.

Υπάρχει πάντα αυτή η διευκρίνιση που πρέπει να προσθέτουμε. Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι αποδεκτές, αποδεχόμαστε όμως το γεγονός ότι υπάρχουν συνωμοσίες. Αυτό έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην προσπάθεια διατύπωσης ενός ορισμού που χαράσσει μια ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα στις θεωρίες συνωμοσίας – οι οποίες είναι απαράδεκτες – και στις προσωρινές ερμηνείες για μια πιθανή συνωμοσία, οι οποίες οφείλουν να είναι αποδεκτές μέχρι να προκύψουν νεότερα στοιχεία. Ο στόχος του δικού μου βιβλίου ήταν να παρακάμψω τρόπον τινά αυτή τη συζήτηση».

Με ποιον τρόπο;

«Παρέχοντας μια γενεαλογία της έννοιας αντί για έναν ορισμό. Εμείς οι ιστορικοί δίνουμε συνήθως διαφορετικές απαντήσεις για το πότε εμφανίζεται ένα φαινόμενο. Το ίδιο ισχύει και με τις θεωρίες συνωμοσίας. Υπήρχαν, για παράδειγμα, στην αρχαία Ελλάδα; Στον Μεσαίωνα; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι εμφανίζονται στην Αναγέννηση ή στη νεωτερικότητα…

Η δική μου πρόταση ήταν η εξής: ας αφήσουμε στην άκρη το φαινόμενο κι ας εστιάσουμε στην έννοια και τις λέξεις. Το ερώτημά μου ήταν πότε, πού και γιατί άρχισαν οι άνθρωποι να μιλούν για θεωρίες συνωμοσίας. Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ίσως να μπορέσουμε να κάνουμε μια αναδρομή και να αποκτήσουμε μια πιο ακριβή εικόνα για το τι συνιστά εν τέλει το ίδιο το φαινόμενο».

Και πού καταλήξατε;

«Η έννοια αναδύεται μέσα σε δύο διαφορετικά πλαίσια – σε αυτό οφείλεται και η περιπλοκότητα του ορισμού της, για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως. Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο. Ερευνώντας τις βάσεις δεδομένων εφημερίδων του αμερικανικού Τύπου του 19ου αιώνα, διαπίστωσα ότι η έννοια χρησιμοποιούνταν ήδη από τη δεκαετία του 1870, παρά το γεγονός ότι στη βιβλιογραφία υποστηρίζεται συχνά ότι την εφηύρε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ το 1948. Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, τη δεκαετία του 1870 είναι η εμφάνιση της εγκληματολογικής επιστήμης.

Ο ιστορικός Κάρλο Γκίνζμπουργκ έχει γράψει για αυτό, για την ανάδυση ενός νέου είδους επιστήμης τη συγκεκριμένη δεκαετία, που βασίζεται σε αυτό που ονόμασε “evidential paradigm”. Δηλαδή σε ίχνη και στοιχεία [clues] και όχι στην παραγωγική λογική που συνδέουμε με τα μαθηματικά. Μιας επιστήμης την οποία συνδέουμε συνήθως με ένα έγκλημα και με ερευνητές, ντετέκτιβ δηλαδή, οι οποίοι προσπαθούν να βρουν απαντήσεις και να εξηγήσουν τι έχει συμβεί σε μια σκηνή εγκλήματος.

Έτσι το 1881, για παράδειγμα, στον απόηχο της δολοφονίας του αμερικανού προέδρου Τζέιμς Γκάρφιλντ, βλέπουμε ανθρώπους να μιλούν για “θεωρία συνωμοσίας”. Παρότι συνελήφθη ο Τσαρλς Γκιτό, ένα διαταραγμένο και εκκεντρικό άτομο που τον είχε πυροβολήσει, αιωρείτο πάντα το ερώτημα αν υπήρχαν άλλοι στο παρασκήνιο που τον είχαν βοηθήσει.

Ωστόσο, σε εκείνο το πλαίσιο, οι άνθρωποι μιλούσαν για “θεωρία συνωμοσίας” με ουδέτερο τρόπο. Μπορεί εμείς σήμερα να επιζητούμε έναν ορισμό που να δικαιολογεί γιατί πρέπει να απορρίψουμε τις θεωρίες συνωμοσίας, σε εκείνη την πρώιμη περίοδο, όμως, ο όρος παρέπεμπε συνήθως στην προσπάθεια διαλεύκανσης του τι συνέβη σε ένα έγκλημα.

Στην περίπτωση της δολοφονίας Γκάρφιλντ, υπήρχε η “θεωρία του μεμονωμένου δράστη” από τη μια πλευρά και η “θεωρία της συνωμοσίας” από την άλλη και οι άνθρωποι απλώς περίμεναν μέχρι να προκύψουν περισσότερα στοιχεία ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι ήταν η σωστή. Εν ολίγοις, η θεωρία συνωμοσίας δεν θεωρούνταν κάτι εξ ορισμού αθέμιτο – και αυτό συνεχίστηκε μέχρι και τις δεκαετίες του 1960 και 1970».

Και το δεύτερο πλαίσιο;

«Τοποθετείται στον 20ό αιώνα – εντοπίζω σχετικά παραδείγματα ήδη από τη δεκαετία του 1930. Οπως ανέφερα και πριν, ο Πόπερ αποτελεί μέρος αυτή της δεύτερης τάσης. Μια άλλη, επίσης σημαντική, μορφή είναι ο Φραντς Νόιμαν από τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Αυτό που εξετάζουμε σε αυτό το δεύτερο πλαίσιο είναι ουσιαστικά κοινωνικούς επιστήμονες – καθώς και ιστορικούς επηρεασμένους από τις κοινωνικές επιστήμες – οι οποίοι επιχειρούν να προσδιορίσουν τι συνιστά έγκυρη κοινωνική επιστήμη και τι αποτελεί αθέμιτη μορφή της.

Ο Πόπερ εισάγει τον όρο “συνωμοτική θεωρία της κοινωνίας” για να υποδείξει έναν λανθασμένο και μη έγκυρο τρόπο ερμηνείας της λειτουργίας της κοινωνίας. Κάτι αντίστοιχο κάνει και ο Νόιμαν όταν μιλά για “συνωμοτική θεωρία της ιστορίας”. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια προσπάθεια της κοινωνικής επιστήμης να νομιμοποιηθεί, αντιδιαστέλλοντας τον εαυτό της από εναλλακτικές ερμηνείες τις οποίες απορρίπτει ως αθέμιτες.

Όσο κι αν η κοινωνική επιστήμη ισχυρίζεται ότι εξετάζει τον κόσμο ουδέτερα και αντικειμενικά, δεν παραμένει ουδέτερη απέναντι σε εναλλακτικά ερμηνευτικά μοντέλα. Ετσι, εξαρχής, οι όροι “συνωμοτική θεωρία της κοινωνίας” και “συνωμοτική θεωρία της ιστορίας”διαμορφώθηκαν ως έννοιες αρνητικές και μειωτικές, υποδηλώνοντας κάτι το μη αποδεκτό».

Πώς αλληλεπιδρούν αυτά τα δύο πλαίσια;

«Συνδέοντας τις δύο αυτές παραδόσεις, παρατήρησα ότι στη δεκαετία του 1970 τα δύο αυτά πλαίσια άρχισαν να συγκρούονται. Ξεκίνησα να συλλέγω σχετικά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων, περιπτώσεις που διατυπώνονταν απόψεις του τύπου “στη δολοφονία του Κένεντι υπάρχει μια θεωρία συνωμοσίας, αλλά το γεγονός ότι πρόκειται για θεωρία συνωμοσίας δεν τη καθιστά αυτόματα αθέμιτη – ακόμη κι αν ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η συνωμοτική θεωρία της ιστορίας είναι μη έγκυρη”.

Παρατηρούμε, λοιπόν, τη διασταύρωση αυτών των δύο σημασιολογικών ρευμάτων, η οποία γέννησε τη σημερινή μας αντίληψη για τη θεωρία συνωμοσίας – μια έννοια που ενσωματώνει στοιχεία και από τις δύο παραδόσεις. Το γεγονός ότι η έννοια αυτή απαρτίζεται από δύο διαφορετικές συνιστώσες καθιστά τον ορισμό της ιδιαίτερα δυσχερή, καθώς δεν διαθέτει έναν συμπαγή, ενιαίο πυρήνα».

Στο βιβλίο σας συνδέετε τις θεωρίες συνωμοσίας και με τη διαδικασία της εκκοσμίκευσης. Πώς προκύπτει αυτή η σύνδεση;

«Υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν ώστε να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ εκκοσμίκευσης και θεωρίας συνωμοσίας – η σύνδεση αυτή επισημάνθηκε στο παρελθόν τόσο από τον Πόπερ όσο και από τον Νόιμαν.

Στο πλαίσιο της κοινωνικής επιστήμης, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, ορισμένες ερμηνείες του κόσμου ανάγονται στις διαδικασίες της εκκοσμίκευσης. Πρόκειται για ερμηνείες, αρχικά μυθικές ή θρησκευτικές, οι οποίες εκκοσμικεύονται αλλά επιφανειακά, διατηρώντας τη θεμελιώδη λογική τους.

Ετσι, παρότι δεν περιλαμβάνουν πλέον άμεση επίκληση σε υπερφυσικές δυνάμεις, παραμένουν στην πραγματικότητα θρησκευτικές ή μυθικές συλλήψεις, μεταμφιεσμένες σε σύγχρονες, κοσμικές ερμηνείες. Μια θεωρία συνωμοσίας δεν ταυτίζεται με τη δεισιδαιμονία, καθώς δεν προϋποθέτει την παρέμβαση υπερφυσικών δυνάμεων – οι συνωμότες δεν χρειάζεται να καταργούν τους νόμους της βαρύτητας για να λειτουργήσει μια θεωρία συνωμοσίας.

Παρ’ όλα αυτά, ο Πόπερ ήταν πεπεισμένος ότι η δομή και η εσωτερική λογική του επιχειρήματος μιας θεωρίας συνωμοσίας αντιστοιχούν στη δομή των παραδοσιακών θρησκευτικών ερμηνειών».

Ποια είναι ακριβώς η ομοιότητα εδώ;

«Θα έλεγα ότι το πιο αποκαλυπτικό σημείο σύγκλισης μεταξύ της αποκαλυπτικής σκέψης και θεωριών συνωμοσίας είναι ο διαχωρισμός του κόσμου σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: στο καλό και στο κακό.

Εδώ βέβαια το ζήτημα περιπλέκεται εκ νέου, καθώς δεν διέπονται όλες οι θεωρίες συνωμοσίας από αυτή τη λογική, τουλάχιστον όχι εξαρχής. Οσες εντάσσονται στην παλαιότερη παράδοση της εγκληματολογικής έρευνας δεν εμπεριέχουν κατ’ ανάγκην το δίπολο του καλού και του κακού. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν θεωρίες συνωμοσίας που δομούνται εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτό.

Αν εξετάσει κανείς το κίνημα Qanon – το οποίο κυριάρχησε κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ –, πρόκειται ξεκάθαρα για μια αφήγηση γύρω από τη μάχη του καλού με το κακό. Παράλληλα, υιοθετεί ένα ακόμη γνώρισμα της αποκαλυπτικής σκέψης: την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο όπου η κοσμική αυτή μάχη επίκειται.

Σε πολλές από αυτές τις θεωρίες κυριαρχεί η προσδοκία ότι η τελική κορύφωση και η κάθαρση είναι προ των πυλών. Ασφαλώς, αυτό δεν αποτελεί καθολικό κανόνα. Γι’ αυτό, αντί για έναν αυστηρό ορισμό, προτείνω ένα φάσμα που εκτείνεται από την “αναλυτική λειτουργία” (που συνδέεται με τη λογική της εγκληματολογικής διερεύνησης) έως την “αποκαλυπτική λειτουργία”. Οι θεωρίες συνωμοσίας τοποθετούνται κάπου εντός αυτού του φάσματος, ρέποντας περισσότερο προς τη μία ή την άλλη πλευρά».

Ας περάσουμε στο σήμερα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι στις μέρες μας βιώνουμε μια δομική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο διαδίδονται και αναπαράγονται οι θεωρίες συνωμοσίας. Εκκινούν πλέον όχι από το περιθώριο, αλλά από κεντρικά πολιτικά πρόσωπα, ακόμη και από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ.

«Υπάρχουν, εν προκειμένω, δύο σχολές σκέψης. Ερευνητές όπως ο Τζο Ουσίνσκι και ο Μίχαελ Μπούτερ υποστηρίζουν, βάσει δημοσκοπικών δεδομένων, ερευνών και άλλων δεικτών, ότι τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει δραματικά.

Παρότι επικρατεί η αίσθηση μιας έξαρσης των θεωριών συνωμοσίας, ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η διαχρονική παρουσία τους στην κοινωνία παραμένει σχεδόν σταθερή και ότι κάθε εποχή τείνει να βιώνει το παρόν ως περίοδο κρίσης. Από την άλλη, υπάρχουν άλλοι μελετητές που υποστηρίζουν ότι κάτι έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Προσωπικά κι εγώ κλίνω προς αυτή τη δεύτερη άποψη.

Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία αποτελεί έναν σαφή δείκτη για αυτό. Ακόμη και οι Ουσίνσκι και Μπούτερ οφείλουν να αναγνωρίσουν τη σημασία του γεγονότος ότι ένας αμερικανός πρόεδρος διακινεί θεωρίες συνωμοσίας. Η σχέση όμως του Τραμπ με το φαινόμενο είναι ιδιαίτερη. Χρησιμοποίησε τον όρο “θεωρία συνωμοσίας” ή “σκευωρία” για να απορρίψει τις κατηγορίες περί εμπλοκής του σε ύποπτες δραστηριότητες με τη Ρωσία – μιλούσε για “ρωσική απάτη” [Russian hoax] και “κυνήγι μαγισσών”.

Είναι, επομένως, απολύτως πρόθυμος να χρησιμοποιήσει το στίγμα της θεωρίας συνωμοσίας για να απονομιμοποιήσει μια υποψία που στοχεύει τον ίδιο. Από την άλλη, διακινεί ο ίδιος εξωφρενικούς ισχυρισμούς – όπως οι ισχυρισμοί περί νοθείας στις εκλογές ή ο ισχυρισμός ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είχε πλαστογραφήσει το πιστοποιητικό γέννησής του (αυτή η θεωρία ήταν που εκτόξευσε πραγματικά την πολιτική του καριέρα).

Είναι δύσκολο να πει κανείς τι συμβαίνει στο μυαλό του Τραμπ, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό το τελευταίο το πίστευε πραγματικά. Απλώς το χρησιμοποίησε για να τραβήξει την προσοχή, να βγει στα πρωτοσέλιδα, να εξασφαλίσει ότι θα παραμείνει στη δημόσια σφαίρα.

Οπότε, η στάση του Τραμπ απέναντι στις θεωρίες συνωμοσίας εξαρτάται στην πραγματικότητα πολύ από το για ποια θεωρία συνωμοσίας μιλάμε. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή είναι μια πολύ διαφορετική κατάσταση από όταν ο Μπαράκ Ομπάμα ή οι προηγούμενοι πρόεδροι ήταν στην εξουσία. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα υπήρχε στον δυτικό κόσμο μια ευρεία συναίνεση μεταξύ πολιτικής, δημοσιογραφίας και ακαδημαϊκής κοινότητας ότι οι θεωρίες συνωμοσίας είναι απαράδεκτες.

Σήμερα, η πολιτική δεν προστατεύει πλέον την κοινωνία από αυτές, ενώ η παραδοσιακή δημοσιογραφία έχει χάσει τη δύναμή της λόγω της ανόδου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της πόλωσης του ειδησεογραφικού τοπίου, όπου ο άλλος αντιμετωπίζεται συχνά ως “ενσάρκωση του κακού”. Η ακαδημαϊκή κοινότητα παραμένει το τελευταίο οχυρό, αν και η επιρροή των ειδικών στον δημόσιο διάλογο έχει εξασθενήσει σημαντικά».

Αν ζούμε σε μια εποχή μετα-αλήθειας, όπως λέγεται συχνά, όπου ακόμη και τα πιο θεμελιώδη ζητήματα τίθενται σε αμφισβήτηση, πώς μπορούμε να οχυρωθούμε από τις θεωρίες συνωμοσίας χωρίς να συναινέσουμε στην υπερ-πολιτικοποίηση του όρου, στη χρήση του δηλαδή από τους πολιτικούς και τα κόμματα ως μέσου απονομιμοποίησης μιας θεμιτής κριτικής του πολιτικού αντιπάλου;

«Οι θεωρίες συνωμοσίας πολλαπλασιάζονται σε περιόδους κρίσης. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς είτε σε επίπεδο κοινωνίας είτε σε επίπεδο ατόμων. Ατομα που βιώνουν μια κρίση είναι πολύ πιο ευάλωτα, πολύ πιο επιρρεπή στο να αρχίσουν να συνωμοσιολογούν.

Το έχω παρατηρήσει ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό. Υπάρχουν στιγμές που γίνομαι καχύποπτος επειδή πιέζομαι και έχω άγχος. Αν διαβάσει κανείς ορισμένες από τις βιογραφίες των ανθρώπων του Qanon, θα διαπιστώσει ότι πολλοί από αυτούς που κατέληξαν στο κίνημα είχαν βιώσει κάποιου είδους κρίση που σχετιζόταν με την πρόσβαση στο σύστημα Υγείας ή την οικονομική τους κατάσταση.

Στο ερώτημα, λοιπόν, “πώς προστατευόμαστε από τις θεωρίες συνωμοσίας;”, μια απάντηση θα ήταν δημιουργώντας ένα καλό σύστημα Υγείας και υγεινονομικής ασφάλισης. Υπάρχει επίσης μια αρνητική συσχέτιση με το επίπεδο εκπαίδευσης. Οι έρευνες δείχνουν ότι άνθρωποι που είναι πιο μορφωμένοι είναι, σε γενικές γραμμές, πιο προστατευμένοι και πιο σκεπτικοί απέναντι στις θεωρίες συνωμοσίας. Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βρίσκεις μορφωμένους ανθρώπους που είναι συνωμοσιολόγοι. Συμβαίνει κι αυτό. Αλλά ως γενική διαπίστωση, υπάρχει μια αρνητική συσχέτιση».

Υπάρχει συσχέτιση με την εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των ψηφιακών τεχνολογιών;

«Ναι. Κοιτάξτε, η διαφορά ανάμεσα σε έναν κόσμο τυπωμένων βιβλίων και στον κόσμο της διαδικτυακής πληροφορίας έχει να κάνει με το γεγονός ότι το δεύτερο είναι ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η παραπληροφόρηση, η εσκεμμένη παραπλάνηση [disinformation] και οι θεωρίες συνωμοσίας ευδοκιμούν, πολλαπλασιάζονται και εξαπλώνονται πολύ περισσότερο από ό,τι συνέβαινε με τα έντυπα μέσα του παρελθόντος».

tovima.gr