Ιταλός χημικός και συγγραφέας, γνωστός για τα αυτοβιογραφικά αφηγήματά του με κύριο θέμα τα βιώματά του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Γεννήθηκε στο Τορίνο στις 31 Ιουλίου 1919 και μεγάλωσε στη μικρή εβραϊκή κοινότητα της ιταλικής μεγαλούπολης.

Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου


Ο Πρίμο Λέβι (Primo Levi) ήταν ιταλός χημικός, περισσότερο γνωστός για το συγγραφικό του έργο, που περιλαμβάνει αυτοβιογραφικά αφηγήματα με κύριο θέμα τα βιώματά του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Το σπουδαιότερο έργο του είναι το βιβλίο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και από τη δεκαετία του ’60 περιλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη των ιταλικών σχολείων.

Ο Πρίμο Λέβι γεννήθηκε στο Τορίνο στις 31 Ιουλίου 1919 και μεγάλωσε στη μικρή εβραϊκή κοινότητα της ιταλικής μεγαλούπολης. Στο σχολείο ήταν ένας συνεσταλμένος και επιμελής μαθητής που ενδιαφερόταν περισσότερο για τη χημεία και τη βιολογία και λιγότερο για την ιστορία και τα ιταλικά. Το 1937 γράφτηκε στο Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου του Τορίνο, από το οποίο αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1941 με άριστα και έπαινο.

Αμέσως μετά την αποφοίτησή του δούλεψε στη χημική βιομηχανία και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά μέσα από τις γραμμές του παράνομου Κόμματος της Δράσης, σοσιαλφιλελευθέρων αντιλήψεων. Τον Δεκέμβριο του 1943 κι ενώ ήταν δραστήριο στέλεχος της Αντίστασης (αρχικά κατά του Μουσολίνι και στη συνέχεια κατά των Γερμανών), συνελήφθη και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Φάσολι και στις 22 Φεβρουαρίου 1944 μαζί με άλλους κρατουμένους μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς.

Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του αναγκάστηκε να εργαστεί σε εργοστάσιο της κοινοπραξίας χημικών βιομηχανιών IG Farben, που είχε στενές σχέσεις με το ναζιστικό καθεστώς και διαλύθηκε από τους Αμερικανούς μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1945 κι ενώ είχε προσβληθεί από οστρακιά, οι Γερμανοί αποφάσισαν την εκκένωση του στρατοπέδου, λόγω της προέλασης των ρωσικών στρατευμάτων. Ο Λέβι έμεινε για λίγους μήνες στο Κατοβίτσε της Πολωνίας και τον Ιούνιο άρχισε το μακρύ ταξίδι της επιστροφής, που είχε αίσιο τέλος, όταν τον Οκτώβριο του 1945 έφθασε στο Τορίνο. Η «Οδύσσεια» της επιστροφής του περιγράφεται στο βιβλίου του «Η Ανακωχή» (La Tregua), που κυκλοφόρησε το 1962.

Το 1946, παράλληλα με τη δουλειά του στο εργοστάσιο χρωμάτων της αμερικανικής πολυεθνικής DuPont, άρχισε να γράφει πυρετωδώς το βιβλίο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (Se questo e un uomo), στο οποίο περιγράφει τις ωμότητες των Ναζί στο Άουσβιτς. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1947 και χρόνια αργότερα τον έκανε γνωστό σe όλο τον κόσμο, κυρίως μέσα από την αγγλική του μετάφραση. «Με το ηθικό σθένος και τη διανοητική ισορροπία ενός Τιτάνα του 20ού αιώνα, αυτός ο μικρόσωμος, επιμελής, αθόρυβος χημικός ανέλαβε σταθερά να υπενθυμίζει τη γερμανική κόλαση στη Γη, να τη σκεφτεί συστηματικά και να προβληματιστεί και μετά να την αποδώσει σε μια κατανοητή, διαυγή και σεμνή πρόζα» έγραψε ο σπουδαίος αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Ροθ. Το 1947 ο Λέβι θα παντρευτεί τη Λουτσία Μορπούνιο, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά.

Το 1975 κυκλοφόρησε ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο με τίτλο «Το περιοδικό σύστημα» (II sistema periodico), μία συλλογή από 21 στοχασμούς, κάθε ένας με τον τίτλο ενός χημικού στοιχείου, που εξετάζει τις αναλογίες της φυσικής, της χημείας και της ηθικής. Ο Λέβι έγραψε, επίσης, ποιήματα, νουβέλες και διηγήματα, συχνά σε μελαγχολικό ύφος.

Στις 11 Απριλίου 1987 ο Πρίμο Λέβι έπεσε από την εσωτερική σκάλα της τριώροφης οικίας του στο Τορίνο και βρήκε ακαριαίο θάνατο. Η επίσημη εκδοχή ήταν αυτοκτονία, λόγω και της χρόνιας κατάθλιψης από την οποία υπέφερε. Οι φίλοι του, όμως, απέρριψαν την εκδοχή της αυτοκτονίας, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε ατύχημα. Και βασίζουν την άποψη τους αυτή στο γεγονός ότι τις προηγούμενες μέρες είχε επισκεφθεί τον γιατρό του και παραπονιόταν για ζαλάδες.

sansimera.gr

Primo Levi – “Εάν Αυτό είναι ο Άνθρωπος” (αποσπάσματα)

Εισαγωγικό σημείωμα

Γράφει ο Βασίλης Τρωίζος

Το έργο του Primo Levi εκκινεί, στηρίζεται και διαρθρώνεται στη επιθυμία της κατα-γραφής.Το ακρότατο του Κακού που συνιστά το Άουσβιτς, εκμηδενίζει την ύπαρξη σε τέτοια ένταση που η μαρτυρία στο χαρτί,εμφανίζεται ως μία από τις λιγοστές διαθέσιμες επιλογές ψυχικής ανάταξης, διατήρησης ενός ελάχιστου νοήματος και σκοπού μέσα από το παράλογο της μηχανής που συνιστά το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το Άουσβιτς τίθεται στο όριο εκείνο όπου η υπερβολικά μελετημένη οργάνωσή του, η λεπτομερής επιμέλεια των κανόνων του, το πλεόνασμα του ορθού λόγου μεταπίπτει στο αντίθετό του:στην ακύρωση του νοήματος,στην κατάργηση αυτού του ελάχιστου που άρρητα και σιωπηλά ήταν κοινωνικά αποδεκτό ως το όριο του να είσαι άνθρωπος.

Μετά το Άουσβιτς όλα επιτρέπονται γιατί είναι αυτό που υλοποιεί όλα εκείνα που πριν ήταν μη-νοητά,εκτός του θεμελιακού Συμβολικού κώδικα.Το βιβλίο του Λέβι είναι μια σπουδή πάνω σε αυτή την αρνητική ανθρωπολογία που συνιστά το στρατοπέδου συγκέντρωσης,μια καταγραφή του πώς ο άνθρωπος διαλύεται μέχρι το ακρότατο σημείο.Όπως ο Philip Roth σημειώνει στο παράρτημα του βιβλίου ”«η περιγραφή και η ανάλυση {…} του γιγαντιαίου βιολογικού και κοινωνικού πειράματος, έργου των Γερμανών {…} για τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να υποστεί μεταβολές, να αποσυντεθεί ή να χάσει τις χαρακτηριστικές του ιδιότητες, όπως μια ουσία η οποία μετατρέπεται στη διάρκεια χημικής αντίδρασης. Το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος διαβάζεται σαν Απομνημονεύματα ενός θεωρητικού της Ηθικής Βιοχημείας, ο οποίος χρησιμοποιείται με τη βία σαν δείγμα ανθρώπινου οργανισμού στο πιό άγριο εργαστηριακό πείραμα»

Μπροστά σε αυτό το στο μη-νόημα, ο επιζών είναι α-φωνος. Αυτή η τρύπα που ανοίγεται στο Συμβολικό δεν μπορεί να καλυφθεί με την φωνή μιας προσωπικής μαρτυρίας, ανήκει στην τάξη του ανείπωτου. Ο Levi γίνεται μάρτυρας,αλλά μέσω της γραφής, μέσα από αυτό τον διαχωρισμού από το υποκείμενο που μπορούν να αποκτήσουν οι λέξεις όταν αντικειμενοποιούνται πάνω στο χαρτί. Η διαλεκτική ανάμεσα σε επιζών και μάρτυρα περνά και μέσα από την αποστολή, την ηθική επιταγή να συνταχθεί ένα γραπτό αποτύπωμα για να εγγραφεί στον Άλλο, στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης-μνήμης.

Όπως θέτει ο Αντόρνο το σκιαγράφημα μιας νέας ηθικής μετά το Άουσβιτς: “Στην κατάσταση της ανελευθερίας τους ο Χίτλερ επέβαλε στους ανθρώπους μια νέα κατηγορική προσταγή: να ρυθμίζουν τη σκέψη και τις πράξεις τους έτσι ώστε να μην επαναληφθεί το Άουσβιτς, να μη συμβεί τίποτε παρόμοιο”

  1. (αναφερόμενος σε ένα περιστατικό εναέριου βομβαρδισμού γερμανικών πόλεων από τους Συμμάχους κατά την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων)

“Στην Μπούνα μαινόταν η λύσσα των Γερμανών πολιτών,η οργή του σίγουρου ανθρώπου που ξυπνά μετά από ένα όνειρο απόλυτης εξουσίας και δεν μπορεί να εξηγήσει την καταστροφή του. Και οι reichsdeutsche του Lager, καθώς και οι πολιτικοί κρατούμενοι, την ώρα του κινδύνου αισθάνθηκαν ξανά το δεσμό του αίματος και της πατρίδας. Το καινούργιο γεγονός επανέφερε το δαίδαλο του μίσους και της ασυνεννοησίας στην πρωτόγονη έκφρασή τους και χώρισε το στρατόπεδο στα δύο: οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι Ες-Ες και τα πράσινα τρίγωνα έβλεπαν, ή νόμιζαν ότι έβλεπαν,στα πρόσωπα όλων μας την ειρωνεία της αντεκδίκησης, τη μοχθηρή χαρά της τιμωρίας. Συμμάχησαν εναντίον μας και η αγριότητά τους πολλαπλασιάστηκε.

Κανείς Γερμανός δεν θα ξεχνούσε πια ότι ήμασταν από την άλλη πλευρά: από την πλευρά αυτών που έσπερναν τον θάνατο, που όργωναν τον γερμανικό ουρανό σαν νικητές πλέον, αγνοώντας κάθε εμπόδιο,φέρνοντας κάθε μέρα την καταστροφή μέσα στα σπίτια τους,στα απαραβίαστα μέχρι τότε σπίτια του γερμανικού λαού.”.

2. “Σιγά-σιγά απλώνεται σιωπή και τότε,από την κουκέτα μου στον τρίτο όροφο,βλέπω και ακούω τον γέρο Κουν να προσεύχεται δυνατά, με τον μπερέ στο κεφάλι, κουνώντας βίαια το στήθος του. Ο Κουν ευχαριστεί τον Θεό γιατί γλίτωσε από την επιλογή. Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτα τον Μπέπο τον έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στη λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται πλέον τίποτα; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμία συγχώρεση, καμία εξιλέωση των ενόχων, τίποτα από όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν; Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν”

3. “Όταν βρέχει θέλουμε να κλάψουμε.Είμαστε τυχεροί, γιατί σήμερα δεν φυσά. Παράξενο, κατά κάποιο τρόπο έχουμε πάντα την αίσθηση ότι η τύχη είναι στο πλευρό μας, ότι κάποιο περιστατικό, ασήμαντο ίσως, μας συγκρατεί όταν φτάνουμε στο χείλος της απελπισίας και μας χαρίζει τη ζωή. Βρέχει, αλλά δεν φυσά. Ή βρέχει και φυσά:αλλά ξέρεις ότι αυτό το βράδυ σου αναλογεί συμπληρωματική μερίδα σούπας και έτσι σήμερα έχεις τη δύναμη να αντέξεις ως το βράδυ. Ή βρέχει,φυσά και πεινάς, αλλά και τότε, αν πραγματικά αισθάνεσαι πως υπάρχουν μόνο η θλίψη και η μονοτονία και νομίζεις ότι έφτασες στον πάτο, τότε, αν θέλεις, οποιαδήποτε στιγμή μπορείς να πέσεις πάνω στο συρματόπλεγμα ή κάτω από τους τροχούς των τρένων και τότε θα σταματούσε να βρέχει”

4. “25 Ιανουαρίου: Ήρθε η σειρά του Σομόγκυ. Ήταν Ούγγρος, χημικός, στα πενήντα, ψηλός, αδύνατος, σιωπηλός. Όπως και ο Ολλανδός, ανάρρωνε από τύφο και οστρακιά. Σ’αυτά προστέθηκε και κάτι άλλο: εμφάνισε υψηλό πυρετό. Εδώ και πέντε μέρες δεν μίλησε καθόλου. Εκείνη μόνο την ημέρα είπε με σταθερή φωνή:

– Έχω μια μερίδα ψωμί κάτω από το στρώμα μου. Μοιραστείτε την εσείς οι τρεις. Εγώ δεν θα ξαναφάω.

Δεν είπαμε τίποτα αλλά δεν αγγίξαμε το ψωμί. Το μισό του πρόσωπο έχει πρηστεί. Για όσο είχε συνείδηση, διατήρησε την άγρια σιωπή του.

Αλλά το βράδυ και για όλη τη νύχτα και για δύο μέρες ασταμάτητα, η σιωπή έσπασε από ντελίριο. Παραδομένος σε ένα τελευταίο, ατέλειωτο όνειρο σκλαβιάς και υποταγής, άρχισε να μουρμουρίζει ‘’jawohl’’ σε κάθε ανάσα σταθερά και κανονικά σαν μηχανή,’’jawohl’’ σε κάθε κίνηση του δύστυχου θώρακά του, χιλιάδες φορές, μέχρι που να επιθυμείς να τον τραντάξεις, να τον πνίξεις ή να τον αναγκάσεις να αλλάξει λέξη. Τότε, για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο κοπιαστικός είναι ο θάνατος του ανθρώπου”

5. “Tον περασμένο μήνα ένα από τα κρεματόρια του Μπίκερνάου ανατινάχτηκε. Κανείς μας δεν ξέρει(και ίσως κανείς ποτέ δεν θα μάθει)πώς ακριβώς πραγματοποιήθηκε η ανατίναξη: λένε ότι είναι έργο του sonderkommando, του ειδικού κομάντο για τους θαλάμους αερίων και τους φούρνους και του οποίου τα μέλη εξοντώνονται και αυτά περιοδικά. Το γεγονός είναι ότι στο Μπίκερναου, περίπου εκατό σκλάβοι, ανυπεράσπιστοι και εξαντλημένοι όπως εμείς, βρήκαν τη δύναμη να δράσουν, να ωριμάσουν τους καρπούς του μίσους τους.

Ο άντρας που σήμερα θα πεθάνει μπροστά μας βοήθησε με κάποιον τρόπο την εξέγερση. Λέγεται ότι είχε σχέσεις με τους εξεγερμένους του Μπίκερνάου, ότι έφερε όπλα στο στρατόπεδο μας και ότι υποκινούσε μια ταυτόχρονη ανταρσία ανάμεσά μας. Σήμερα θα πεθάνει μπροστά στα μάτια μας. Ίσως οι Γερμανοί δεν θα καταλάβουν ότι ο μοναχικός θάνατος, ο ανθρώπινος θάνατος που του δόθηκε θα του χαρίσει δόξα και όχι ντροπή.

Όταν τελείωσε το λόγο του ο Γερμανός, λόγο που κανένας δεν κατάλαβε, ακούστηκε ξανά η βραχνή φωνή:”Habt ihr verstanden?”(καταλάβετε;)

Ποιός απάντησε ”jawohl”?. Όλοι και κανένας:ήταν σαν η καταραμένη υποταγή μας να ενσαρκώθηκε από μόνη της, σαν να μετατράπηκε σε μια συλλογική φωνή πάνω από τα κεφάλια μας. Αλλά όλοι άκουσαν την κραυγή του ετοιμοθάνατου που διαπέρασε το ακατανίκητο τείχος της αδράνειας και της υποταγής και συγκλόνισε τη ζωντανή ανθρώπινη ουσίας μέσα μας:

“Kameraden,ich bin der Letzte”(Σύντροφοι,εγώ είμαι ο τελευταίος)”

Θα ευχόμουν να μπορούσα να διηγηθώ ότι μέσα από αυτό το ελεεινό κοπάδι ακούστηκε μια φωνή, ένα μουρμουρητό, ένα σημάδι επιδοκιμασίας. Όμως τίποτα δεν συνέβη. Μείναμε ακίνητοι, γκρίζοι, με σκυμμένο κεφάλι, και βγάλαμε τον μπερέ μόνο όταν μας διέταξε ο γερμανός. Άνοιξε η καταπακτή, το σώμα τρομακτικό, σπαρτάρισε. Η μπάντα ξανάρχισε τη μουσική της κι εμείς, παρελάσαμε μπροστά από το σύντροφο που ψυχορραγούσε.

Κάτω από την αγχόνη στέκονται οι Ες-Ες και μας κοιτούν καθώς περνάμε με απάθεια: το έργο τους ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Τώρα πια οι Ρώσοι μπορούν να έρθουν, δεν απέμεινε κανείς γενναίος ανάμεσά μας και για τους άλλους ένα απλό χαλινάρι ήταν αρκετό. Οι Ρώσοι μπορούν να έρθουν. Θα μας βρουν υποταγμένους, σβησμένους, άξιους του θανάτου που μας περιμένει.

Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι, κάτω από το βλέμμα σας. Δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα.

Ο Αλμπέρτο και εγώ γυρίσαμε στο παράρτημα, και δεν μπορέσαμε να κοιταχτούμε στα μάτια. Αυτός ο άντρας θα πρέπει να ήταν γενναίος, φτιαγμένος από διαφορετικό μέταλλο, εμείς λυγίσαμε, αυτός όχι. Γιατί είμαστε νικημένοι, συντετριμμένοι, ακόμα και αν προσαρμοστήκαμε, ακόμα και αν μάθαμε να βρίσκουμε την τροφή μας και να αντέχουμε στο κρύο και την κούραση, ακόμα και αν επιστρέψουμε

Ανεβάσαμε τη μανέσκα στην κουκέτα, μοιράσαμε την σούπα, σβήσαμε την καθημερινή οργή της πείνας και τώρα μας βαραίνει η ντροπή

theshadesmag.wordpress.com