Κάθε χρόνο, με την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια, αναπαράγεται η ίδια παρανόηση. Όταν οι βάσεις των Τμημάτων Ιταλικής, Ισπανικής ή άλλων ξενόγλωσσων φιλολογιών είναι χαμηλότερες από εκείνες άλλων σχολών, αρκετοί θεωρούν λανθασμένα ότι πρόκειται για τμήματα μικρότερης ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής αξίας.
Στην πραγματικότητα, η βάση εισαγωγής δεν αποτελεί δείκτη ποιότητας ενός πανεπιστημιακού τμήματος. Αντανακλά κυρίως τη ζήτηση που υπάρχει από τους υποψηφίους κάθε χρονιά. Και στις ξενόγλωσσες φιλολογίες η ζήτηση διαμορφώνεται από τη φύση των ίδιων των γλωσσών.
Η ιταλική και η ισπανική γλώσσα, σε αντίθεση με την αγγλική, δεν αποτελούν παγκόσμιες υποχρεωτικές γλώσσες εκμάθησης. Πρόκειται για γλώσσες που χρησιμοποιούνται κυρίως ως μητρικές στις χώρες όπου ομιλούνται και συχνά μεταδίδονται μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των υποψηφίων που επιλέγουν να σπουδάσουν αποκλειστικά τη συγκεκριμένη φιλολογία είναι μικρότερος. Η χαμηλότερη ζήτηση οδηγεί φυσιολογικά σε χαμηλότερες βάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχολές είναι λιγότερο απαιτητικές ή λιγότερο ποιοτικές.
Αντιθέτως, οι ξενόγλωσσες φιλολογίες προσφέρουν ένα ιδιαίτερα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών. Οι φοιτητές δεν διδάσκονται μόνο τη γλώσσα. Μελετούν γλωσσολογία, λογοτεχνία, ιστορία, πολιτισμό, μετάφραση, διδακτική, πολιτισμικές σπουδές και αποκτούν ουσιαστική γνώση της κοινωνίας και της κουλτούρας των χωρών αυτών.
Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι ότι οι συγκεκριμένες σχολές προσφέρουν σημαντικές επαγγελματικές διεξόδους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Η άριστη γνώση μιας ευρωπαϊκής γλώσσας αποτελεί ισχυρό εφόδιο για άμεση επαγγελματική αποκατάσταση σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι απόφοιτοι μπορούν να αναζητήσουν εργασία σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμούς, εταιρείες, τουριστικές επιχειρήσεις, μεταφραστικά γραφεία, πολιτιστικούς φορείς, εξαγωγικές επιχειρήσεις και πολυεθνικές εταιρείες που αναζητούν στελέχη με γλωσσικές και διαπολιτισμικές δεξιότητες.
Παράλληλα, πρόκειται για έναν από τους λίγους κλάδους που προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες επιχειρηματικότητας. Πολλοί απόφοιτοι δημιουργούν τα δικά τους κέντρα ξένων γλωσσών, αναπτύσσουν επιτυχημένες διαδικτυακές εκπαιδευτικές πλατφόρμες, δραστηριοποιούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες στη μετάφραση και τη διερμηνεία ή παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες σε επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Ιταλία και την Ισπανία. Η σύγχρονη ψηφιακή εποχή δίνει ακόμη περισσότερες δυνατότητες, επιτρέποντας τη διδασκαλία εξ αποστάσεως και τη δημιουργία εκπαιδευτικού περιεχομένου που απευθύνεται σε μαθητές σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.
Επιπλέον, η Ιταλία και η Ισπανία συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης και διατηρούν ισχυρή παρουσία στους τομείς της βιομηχανίας, της ναυτιλίας, της μόδας, του τουρισμού, της γαστρονομίας, του design, της αρχιτεκτονικής και της τεχνολογίας. Η γνώση της γλώσσας τους αποτελεί ουσιαστικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για όσους επιθυμούν να εργαστούν σε επιχειρήσεις με διεθνή προσανατολισμό ή να αναπτύξουν συνεργασίες με αυτές τις αγορές.
Σε μια εποχή όπου η κινητικότητα των νέων επιστημόνων στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερη από ποτέ, οι ξενόγλωσσες φιλολογίες προσφέρουν κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο: τη δυνατότητα να μετατρέψει κανείς τη γνώση μιας γλώσσας σε διεθνή επαγγελματική ευκαιρία.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να σταματήσουμε να αξιολογούμε τις πανεπιστημιακές σχολές αποκλειστικά με βάση έναν αριθμό. Η βάση εισαγωγής αποτυπώνει τη ζήτηση μιας συγκεκριμένης χρονιάς· δεν αποτυπώνει την ποιότητα των σπουδών, ούτε τις προοπτικές που μπορεί να προσφέρει ένα πτυχίο.
Οι ξενόγλωσσες φιλολογίες δεν είναι σχολές «χαμηλής αξίας». Είναι σχολές που καλλιεργούν γλωσσική κατάρτιση, πολιτισμική παιδεία, διεθνή προσανατολισμό και δεξιότητες που αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά εργασίας.
Γιατί οι γλώσσες δεν ανοίγουν μόνο πόρτες. Δημιουργούν γέφυρες ανάμεσα σε ανθρώπους, πολιτισμούς και αγορές. Και αυτή η αξία δεν μπορεί να μετρηθεί από μια βάση εισαγωγής.