Οι βάσεις του 2026 επιβεβαιώνουν ότι οι επιλογές των υποψηφίων μεταβάλλονται, επηρεαζόμενες περισσότερο από την αγορά εργασίας, τις τεχνολογικές εξελίξεις και το οικονομικό κόστος των σπουδών

Μετά από μήνες προετοιμασίας, άγχους και προσδοκιών, χιλιάδες υποψήφιοι έμαθαν χθες τον επόμενο σταθμό της εκπαιδευτικής διαδρομής τους. Συνολικά, 58.182 φετινοί υποψήφιοι των Γενικών Λυκείων εξασφάλισαν την εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αριθμός αισθητά μικρότερος σε σχέση με τους 62.848 της προηγούμενης χρονιάς.

Η αριθμητική αυτή αποτυπώνει μια βασική αντίφαση του συστήματος: λιγότεροι νέοι περνούν στα πανεπιστήμια, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες διαθέσιμες θέσεις δεν καλύπτονται. Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έκλεισε οριστικά τον κύκλο των Πανελλαδικών Εξετάσεων του 2026, φέρνοντας χαμόγελα και ανακούφιση σε πολλούς, αλλά και απογοήτευση σε όσους δεν κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο τους.

Οι αριθμοί

Πίσω, όμως, από τους πίνακες των βάσεων και τους αριθμούς των μορίων κρύβονται πολύ περισσότερα από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες: οι νέες τάσεις στις επιλογές των υποψηφίων, οι αλλαγές που επιβάλλει η αγορά εργασίας, οι οικονομικές δυσκολίες των οικογενειών, οι χιλιάδες κενές θέσεις στα πανεπιστήμια και τα μεγάλα ερωτήματα που εξακολουθεί να γεννά η εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.

Οι Βάσεις 2026 δεν αποτυπώνουν μόνο ποιοι πέρασαν και πού. Φωτίζουν, ταυτόχρονα, τις βαθύτερες αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και στις προσδοκίες μιας ολόκληρης γενιάς.

Η πρώτη αποτίμηση των αποτελεσμάτων επιβεβαιώνει τη διαχρονική κυριαρχία των Ιατρικών, των Πολυτεχνικών και των Νομικών Σχολών, αλλά και τη σταθερή άνοδο των τμημάτων Πληροφορικής, Ψυχολογίας και νέων τεχνολογιών. Την ίδια στιγμή, όμως, πίσω από τις υψηλές βάσεις και τις επιτυχίες χιλιάδων νέων, διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα σε αρκετά πανεπιστημιακά τμήματα: σχεδόν 10.000 θέσεις έμειναν κενές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, από τις 62.329 διαθέσιμες θέσεις για τους υποψηφίους των Γενικών Λυκείων στη γενική σειρά καλύφθηκαν οι 52.590. Αυτό σημαίνει ότι 9.739 θέσεις δεν κατέληξαν σε νέο φοιτητή, με το ποσοστό κάλυψης να διαμορφώνεται στο 84,4%. Με άλλα λόγια, περίπου μία στις έξι διαθέσιμες θέσεις στα ΑΕΙ έμεινε ακάλυπτη.

Οι Ιατρικές Σχολές εξακολουθούν να αποτελούν τον πιο ανταγωνιστικό προορισμό για τους υποψηφίους του 3ου Επιστημονικού Πεδίου. Η υψηλή ζήτηση, οι περιορισμένες θέσεις και ο μεγάλος αριθμός υποψηφίων με πολύ υψηλές βαθμολογίες διατηρούν τις βάσεις εισαγωγής σε επίπεδα που δύσκολα προσεγγίζονται από άλλα τμήματα.

Ιδιαίτερα ενισχυμένη εμφανίζεται και φέτος η θέση των τμημάτων που συνδέονται με την τεχνολογία, την ψηφιακή οικονομία και τον μετασχηματισμό της αγοράς εργασίας. Τμήματα Πληροφορικής, Μηχανικών Υπολογιστών, Τεχνητής Νοημοσύνης, Κυβερνοασφάλειας, Επιστήμης Δεδομένων και Ψηφιακών Συστημάτων συγκεντρώνουν σημαντικό ενδιαφέρον, καθώς οι νέοι εξετάζουν πλέον πιο προσεκτικά τις δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης.

Ωστόσο, η γενική άνοδος του ενδιαφέροντος για την Πληροφορική δεν αποτυπώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα τμήματα. Η γεωγραφική θέση, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, το κόστος σπουδών μακριά από το σπίτι και οι επιμέρους επιλογές των υποψηφίων δημιουργούν μεγάλες διαφοροποιήσεις ακόμη και ανάμεσα σε σχολές με παρόμοιο γνωστικό αντικείμενο.

Η πίσω όψη

Οι Νομικές Σχολές διατηρούν τη θέση τους ανάμεσα στις πιο περιζήτητες επιλογές, παρά τον κορεσμό που καταγράφεται σε τμήματα της αγοράς εργασίας και την ανάγκη για όλο και μεγαλύτερη εξειδίκευση. Το κύρος του πτυχίου, η δυνατότητα απασχόλησης σε διαφορετικούς επαγγελματικούς τομείς και οι προοπτικές συνέχισης των σπουδών εξακολουθούν να προσελκύουν μεγάλο αριθμό υποψηφίων.

Ανάλογη δυναμική παρουσιάζουν τα τμήματα Ψυχολογίας. Η αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση γύρω από την ψυχική υγεία, η ενίσχυση των δομών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και η μεγαλύτερη ζήτηση για σχετικές υπηρεσίες έχουν καταστήσει τις συγκεκριμένες σχολές σταθερά υψηλόβαθμες.

Την ώρα που οι υψηλόβαθμες σχολές γεμίζουν και ο ανταγωνισμός παραμένει εξαιρετικά έντονος, δεκάδες πανεπιστημιακά τμήματα δεν κατάφεραν να καλύψουν τις διαθέσιμες θέσεις τους. Τη μεγαλύτερη αριθμητική απώλεια καταγράφει η Σχολή Μηχανικών των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού. Από τις 527 διαθέσιμες θέσεις καλύφθηκαν μόλις 155, με αποτέλεσμα να παραμείνουν κενές 372 θέσεις. Η πληρότητα περιορίστηκε στο 29%.

Ακόμη χαμηλότερο ποσοστό πληρότητας παρουσιάζει το Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Eισήχθησαν 51 φοιτητές, αφήνοντας 238 κενές θέσεις (από τις 289) και πληρότητα μόλις 18%.

Ακόμη πιο έντονος είναι ο προβληματισμός για τα τμήματα που υποδέχονται μονοψήφιο αριθμό πρωτοετών. Στο Τμήμα Ιερατικών Σπουδών Αθήνας εισήχθη ένας φοιτητής σε 39 διαθέσιμες θέσεις, ενώ το Τμήμα Αειφορικής Γεωργίας Αγρινίου δέχθηκε 2 φοιτητές σε σύνολο 113 θέσεων.

Στο Τμήμα Μαθηματικών Σάμου καταγράφηκαν μόλις 4 επιτυχόντες σε 150 θέσεις. Από 5 νέοι φοιτητές εισήχθησαν στο Τμήμα Φυσικής Καβάλας και στο Τμήμα Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Ανθεκτικότητας Δράμας.

Τα φίλτρα

Η ΕΒΕ λειτουργεί πριν από την τελική κατάταξη των υποψηφίων. Αν κάποιος δεν ξεπεράσει το απαιτούμενο όριο ενός τμήματος δεν έχει τη δυνατότητα να το διεκδικήσει, ακόμη και εάν οι θέσεις τελικά δεν καλυφθούν. Το σύστημα, επομένως, περιλαμβάνει δύο διαδοχικά φίλτρα. Ο υποψήφιος πρέπει αρχικά να καλύψει την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και στη συνέχεια να συγκεντρώσει περισσότερα μόρια από τους συνυποψηφίους του για τις διαθέσιμες θέσεις.

Οι κενές θέσεις δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Η χαμηλή ζήτηση ορισμένων τμημάτων σχετίζεται επίσης με τη γεωγραφική τους θέση, το αυξημένο κόστος φοιτητικής στέγης, την αβεβαιότητα γύρω από τα επαγγελματικά δικαιώματα και την περιορισμένη ενημέρωση για το περιεχόμενο των σπουδών. Για μια οικογένεια που δυσκολεύεται να καλύψει ενοίκιο, διατροφή και μετακινήσεις σε άλλη πόλη, η φοίτηση σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο μπορεί να θεωρηθεί οικονομικά απαγορευτική. Ετσι, ένα τμήμα μπορεί να διαθέτει αξιόλογο πρόγραμμα σπουδών, αλλά να παραμένει χαμηλά στις προτιμήσεις όχι λόγω του επιστημονικού του αντικειμένου, αλλά λόγω του κόστους ζωής.

Η συζήτηση για τις βάσεις δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται στις σχολές που ανέβηκαν ή υποχώρησαν. Πρέπει να περιλαμβάνει και το τι συμβαίνει στα τμήματα που μένουν χωρίς φοιτητές, στις τοπικές κοινωνίες που στηρίζονται στη λειτουργία τους και στους χιλιάδες νέους που βλέπουν κενές θέσεις, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να τις διεκδικήσουν.

Οι βάσεις του 2026 επιβεβαιώνουν ότι οι επιλογές των υποψηφίων μεταβάλλονται, επηρεαζόμενες περισσότερο από την αγορά εργασίας, τις τεχνολογικές εξελίξεις και το οικονομικό κόστος των σπουδών. Παράλληλα, όμως, φέρνουν ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη επανεξέτασης ενός συστήματος που αφήνει σχεδόν 10.000 πανεπιστημιακές θέσεις κενές.

Τα τμήματα ΜΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΤΩΣΗ

Βάσεις 2026: Λιγότεροι φοιτητές στα ΑΕΙ, σχεδόν 10.000 κενές θέσεις και νέες τάσεις στις επιλογές

Πως κινήθηκαν οι βάσεις ανά πεδίο

Βάσεις 2026: Λιγότεροι φοιτητές στα ΑΕΙ, σχεδόν 10.000 κενές θέσεις και νέες τάσεις στις επιλογές

Τα τμήματα με τους μονοψήφιους εισακτέους

Βάσεις 2026: Λιγότεροι φοιτητές στα ΑΕΙ, σχεδόν 10.000 κενές θέσεις και νέες τάσεις στις επιλογές

Τα τμήματα με τις μεγαλύτερες απόλυτες απώλειες

Βάσεις 2026: Λιγότεροι φοιτητές στα ΑΕΙ, σχεδόν 10.000 κενές θέσεις και νέες τάσεις στις επιλογές

Tα τμήματα ΜΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΝΟΔΟ

Βάσεις 2026: Λιγότεροι φοιτητές στα ΑΕΙ, σχεδόν 10.000 κενές θέσεις και νέες τάσεις στις επιλογές

efsyn.gr