Ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» στον Ισπανικό Εμφύλιο πέταξε πάνω από τη Μαδρίτη και το Εσκορεάλ με αεροπλάνο των εθνικιστών. «Διανύσαμε 230 χιλιόμετρα. Ο αεροπόρος μού είπε ότι δεν μας έρριξαν από κάτω. Ο Θεός κι η ψυχή του».

Γράφει ο Τάσος Θεοφίλου

«ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΙΣΠΑΝΙΑ δεν μεταχειρίζονται όλους τους ξένους δημοσιογράφους με τον ίδιο τρόπο. Απέναντι σ’ έναν Γερμανό ή έναν Ιταλό ή έναν Πορτογάλο δείχνονται περιποιητικοί, εξυπηρετικοί. Καμμιά αυστηρότης, πλήρης ελευθερία κινήσεων. Απέναντι σ’ έναν Γάλλο εξαντλούν την αυστηρότητά των. Τον παρακολουθούν συνεχώς και του κρύβουν τα πάντα. Έτσι δικαιολογείται και η συμβουλή που μου έδωσαν οι Γάλλοι συνάδελφοι καθώς περνούσα από το Παρίσι: “Μην πάτε άδικα στην εθνικιστική Ισπανία. Θα σας κλείσουν στην Αβίλα και αυτό είναι όλο”».

Ο Αριστείδης Αγγελόπουλος, απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις», δεν ήταν ευτυχώς ούτε Γάλλος ούτε Γερμανός. Σ’ έναν Έλληνα έδειξαν ό,τι θα μπορούσε να ελπίσει κανείς: την αδιαφορία τους. Ούτε τον εξυπηρέτησαν για να τους χρωστάει υποχρέωση ούτε τον τυράννησαν για να τους έχει άχτι. Τον υποχρέωσαν να ακολουθεί όλες τις στρατιωτικές διατυπώσεις τους κατά γράμμα, ένιψαν από την πρώτη στιγμή τα χέρια τους για τη ζωή του και τον άφησαν στην τύχη του. Έτσι τα είδε και τα άκουσε όλα ανεπηρέαστος. Στη Σαλαμάνκα όμως συνάντησε την πρώτη δυσχέρεια. Είχε ζητήσει από το στρατηγείο την άδεια να επισκεφθεί το αεροδρόμιο.

–«Απαγορεύεται αυστηρώς, χωρίς την άδεια του Φράνκο», του απάντησε ένας παπάς που εκτελούσε εκεί χρέη λογοκριτή στο γραφείο Τύπου.

Ο Αριστείδης Αγγελόπουλος ήλπιζε ότι θα τον εξυπηρετούσε, γιατί την προηγούμενη μέρα, όταν είχε μάθει ότι ήταν Έλληνας, είχε δείξει όλη του τη συμπάθεια για την Ελλάδα. Φαίνεται όμως ότι η συμπάθεια δεν επεκτεινόταν και στο πρόσωπο του ίδιου του Αγγελόπουλου, ο οποίος τον προσέβαλε χωρίς να το θέλει, λέγοντάς του ότι δεν ήταν σε θέση να λογοκρίνει τις ανταποκρίσεις του με τα αρχαία ελληνικά που γνώριζε. Ο παπάς τότε θύμωσε και λίγο έλειψε να τον θεωρήσει ύποπτο. Δεν πίστεψε την εξήγηση ότι η νέα ελληνική γλώσσα ήταν τελείως διαφορετική από εκείνη που είχε σπουδάσει. Έτσι, ο δημοσιογράφος έχασε, μαζί με τη συμπάθεια, και το αεροδρόμιο και τον στρατηγό Φράνκο.

Το αεροδρόμιο βρισκόταν έξω από το φρούριο, στους πρόποδες του λοφίσκου. Εκείνη τη μέρα η παγωνιά έτσουζε αλύπητα και η απέναντι Σιέρρα δε Γκρέδος, πάλλευκη, ξεχώριζε στο βάθος του ορίζοντα. Στο αεροδρόμιο τον υποδέχτηκε ένας αξιωματικός. Πήρε την άδειά του και τον παρακάλεσε να περιμένει.

Ο γαμπρός του ναυάρχου Βότση ξεκλειδώνει την αφήγηση

«Ευτυχώς στον πρώτο σταθμό του μετώπου της Μαδρίτης, στην Αβίλα, στάθηκα τυχερός. Το εκεί γραφείο Τύπου διευθύνει ο κόμης ντε Μελγκάρ, ο οποίος έχει νυμφευθεί Ελληνίδα, την κόρη του ναυάρχου Βότση – αν δεν απατώμαι. Η γνωριμία με τον κόμητα και τη γυναίκα του ήταν ευτύχημα για μένα μέσα σε κείνο το χάος της ισπανικής αναρχίας. Απέκτησα, επί τέλους, μερικές συστάσεις που ήταν τόσο απαραίτητες για να κινηθώ ελεύθερα στα μέτωπα. Χωρίς συστάσεις δεν σ’ αφήνουν να προχωρήσεις, και με το δίκιο τους. Πόσες φορές μού πέταξαν κατάμουτρα αυτό το: “Δεν σας γνωρίζουμε. Δεν έχετε συστάσεις. Θέλουμε να ξέρουμε ποιος είσθε πραγματικά”.

Χωρίς, με όλο τον θυμό μου, να μπορώ να τους αδικήσω. Ευτυχώς η κόμησσα έθεσε τέρμα σε μιαν από τις στρατιωτικές αυτάς αγγαρείας και μπόρεσα να υποβάλω την παράκλησή μου για την επίσκεψη του αεροδρομίου και για μια μικρή πτήση».

Βέβαια το αεροδρόμιο της Άβιλα δεν είχε το ενδιαφέρον του αεροδρομίου της Σαλαμάνκας. Στη Σαλαμάνκα πετούσαν πάνω από εκατό αεροπλάνα, ενώ τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της πόλης, καθώς και η πανσιόν, είχαν επιταχθεί για να στεγαστούν οι Γερμανοί αεροπόροι. Στην Άβιλα το αεροδρόμιο ήταν μικρό και απεριποίητο. Ύστερα, η πόλη βρισκόταν σε ύψος 1.500 μέτρων και το κρύο ήταν τσουχτερό. Αναγκαστικά παρέμεναν εκεί, λόγω της εξαιρετικής θέσης της στα μετόπισθεν της Μαδρίτης, τριάντα αεροπλάνα και ισάριθμοι Γερμανοί αεροπόροι, που στεγάζονταν στο ξενοδοχείο Ιγκλές. Όταν ο ανταποκριτής της «Ακροπόλεως» έμαθε την παρουσία τους, επανέλαβε την παράκλησή του στον κόμη. Και το ίδιο βράδυ, την ώρα που δίνονταν τα ανακοινωθέντα στους ξένους ανταποκριτές και αποστέλλονταν τα τηλεγραφήματα, ο κόμης τον πήρε κατά μέρος:

– Αύριο θα ιδείτε το αεροδρόμιο και θα πετάξετε εάν θέλετε. Υπό έναν όρον.

Τον κοίταξε αυστηρά και ο Αριστείδης Αγγελόπουλος κράτησε όλη του τη σοβαρότητα.

– Μπορώ να έχω το λόγο της τιμής σας ότι θα αποσιωπήσετε ό,τι θα σας ζητήσω;

– Τον έχετε.

– Θα είστε στο αεροδρόμιο στις 8 το πρωί. Γνωρίζω ότι αγνοείτε τους κανόνες της στρατιωτικής τιμής, οφείλετε όμως να φανείτε συνεπής στο λόγο της τιμής σας ως Έλληνας και ν’ αποσιωπήσετε ό,τι δείτε από στρατιωτικής και τεχνικής απόψεως.

Ο Έλληνας ανταποκριτής τον άκουγε κατάπληκτος και σε θέση προσοχής.

– Σύμφωνοι, κύριε κόμητα.

– Έχω εμπιστοσύνη… Γι’ αυτό άλλωστε και σας επιτρέπω την επίσκεψη…

«Το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης»

Το αεροδρόμιο της Άβιλα

Ώρα 7:00 το πρωί. Ένα αυτοκίνητο που κατάφερε να βρει ο Αριστείδης Αγγελόπουλος αρνείται να τον οδηγήσει στο αεροδρόμιο. Ο σοφέρ τον νομίζει για τρελό και μόνο η ειδική εντολή του γραφείου Τύπου, σφραγισμένη κι από το 6ο Σώμα Στρατού, τον πείθει. Κατεβαίνουν τις κορδέλες των δρόμων. Η Άβιλα είναι χτισμένη στην κορυφή ενός πανύψηλου λόφου και περιτοιχισμένη γύρω γύρω με φρούρια, τα περιώνυμα «μουράγια» της, που, όπως ισχυρίζονταν οι κάτοικοί της, ήταν οι μόνες μεσαιωνικές εγκαταστάσεις στρατιωτικών φρουρίων που σώζονταν ακόμη ακέραιες.

«Πραγματικά θαυμάζει ο κάθε επισκέπτης τις ρωμαλέες γραμμές του ογκώδους περιτοιχίσματος. Δυόμισι χιλιόμετρα είναι η περίμετρός του και γύρω γύρω 88 κυβικοί πυργίσκοι ύψους 30 μέτρων δίδουν μεγαλοπρέπεια και χάρη στη μονοτονία του οικοδομικού εκείνου τέρατος».

Το αεροδρόμιο βρισκόταν έξω από το φρούριο, στους πρόποδες του λοφίσκου. Εκείνη τη μέρα η παγωνιά έτσουζε αλύπητα και η απέναντι Σιέρρα δε Γκρέδος, πάλλευκη, ξεχώριζε στο βάθος του ορίζοντα. Στο αεροδρόμιο τον υποδέχτηκε ένας αξιωματικός. Πήρε την άδειά του και τον παρακάλεσε να περιμένει.

«Από την πρώτη στιγμή βαραίνει τη συνείδησή μου η υποχρέωσις του λόγου της τιμής. Καταλαβαίνω τώρα πόσα έχω να σιωπήσω και γιατί ο κόμης μού εδήλωσε ότι δεν πρέπει να φέρω μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Μπορώ να σας πω πάντως ότι η κίνησις εκεί γίνεται με γοργότητα και μέθοδο. Αεροπλάνα έρχονται, φορτώνουν βόμβες εκατοντάδων κιλών βάρους και ξαναφεύγουν με την ίδια ευκολία. Όλα βαμμένα σε χρώμα λαδί, με τεράστιους λευκούς αριθμούς στην κοιλιά και χρυσοκίτρινες σημαίες στις φτερούγες. Ανοιχτά δίθεσα, μικρά. Υπάρχουν κι ένα δυο κολοσσοί του αέρος με τρία μοτέρ. Πλησιάζω στο γραφείο όπου το τηλέφωνο εργάζεται αδιάκοπα. Δίπλα στην πόρτα ένας πίνακας ανακοινώσεων και η ημερησία διαταγή των σημερινών πτήσεων. Πρόκειται να πετάξουν δεκαεννέα αεροπλάνα για τομείς που είμαι υποχρεωμένος να παρασιωπήσω. Κρατώ πάντως τα ονόματα των αεροπόρων για να μάθω κατόπιν με ποιον πρόκειται να πετάξω. Σημειώνω: Σάντερ, Βαλτεροντόρο, Κελν, Σέλε, Μπέλκε, Φουνκ, φον Όστεν, Κορν, Χένκε, Μάρκε, Βίλλιγκ, Βέρνερ, Όττο Ρόιτερ, Φραντς, Χένμπεργκερ, φον Γκος, Χανς Κλάου, Λουτ, Λίντε».

Όλοι τους Γερμανοί. Ο κόμης είχε εξηγήσει στον απεσταλμένο της «Ακροπόλεως» ότι εστάλησαν εκεί για εκπαιδευτικούς σκοπούς…

Ο αξιωματικός πηγαίνει σε λίγο προς το μέρος του. Κρατά μια κάσκα πέτσινη και του τη δίνει.

– Θα ανεβήτε στο Νο 52. Ξεκινά αμέσως. Μια μικρή πτήση αναγνωρίσεως…

«Το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης»

Στο αεροπλάνο Νο 52

Δισταγμός δεν χωρούσε. Μερικές χειραψίες και βρέθηκε δεμένος στο 52. Κοίταξε το ρολόι του την ακριβή στιγμή που το «κοντάκι» άφηνε τον έλικα να χυθεί προς το κενό. Ήταν 8:20.

«Ξεκολλούμε αμέσως. Ο οδηγός μου, ένας σιωπηλός ξανθομάλλης γίγας, παίρνει συνεχώς ύψος και σκέπτομαι ότι θα έχουμε περάσει τις τρεις χιλιάδες μέτρα, αφού το αεροδρόμιο της Άβιλα έχει υψόμετρο χίλια τριακόσια. Διάφανα παγωμένα σύννεφα μας κυκλώνουν. Το αεροπλάνο είναι ανοιχτό. Ευτυχώς τα κιάλια που έχω εφοδιασθεί με διασκεδάζουν. Περνούμε τώρα τους χιονοσκεπείς βράχους της Σιέρρας του Κρέντος. Στο βάθος έχει αποκαλυφθεί κι όλας η αινιγματώδης ράχη της Γκουανταρράμας – ολόασπρη. Το αεροπλάνο προς τα εκεί κατευθύνεται. Ολοταχώς. Καθώς περνούμε τους πρώτους βράχους, το εκτεταμένο λεκανοπέδιο της Μαδρίτης αποκαλύπτεται. Χωριά και δρόμοι και σιδηροτροχιές ξεχωρίζουν ολοκάθαρα στα πόδια μας. Ένας σιδηρόδρομος περνά ανάμεσα σε παράταξι δένδρων. Εδώ κι εκεί μικρές λίμνες και δάση. Ξεχωρίζω μερικά φρούρια. Συμβουλεύομαι ένα μικρό χάρτη του μετώπου της Μαδρίτης, που κυκλοφορεί κατά χιλιάδες σ’ όλη την Ισπανία γιατί ο καθένας ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει την πορεία των επιχειρήσεων. Ένα ποτάμι, που διακρίνω αριστερά μας, πρέπει να είναι ο Μανθανάρες».

Παρακολουθεί την πορεία του όσο μπορεί, αλλά χάνεται μέσα σε σύννεφο ομίχλης. Την ίδια στιγμή στο αυτί του βουίζει η φωνή του οδηγού από τον σωλήνα της επικοινωνίας:

– Μαντρίτ… Μαντρίτ…

«Το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης»

Ο πιλότος έσκυψε και έδειξε με το δάχτυλο στον δημοσιογράφο μια παχιά τούφα από ομίχλη ή από σύννεφα ή από καπνό κανονιού. Την ερεύνησε με τα κιάλια. Πού και πού ξεχώριζε κανένα οικοδόμημα μέσα από τον κυκεώνα των καπνών που περιέβαλλαν την πόλη. Πετούσαν πολύ ψηλά –τριάμισι χιλιάδες μέτρα– και πολύ γρήγορα. Ο Αριστείδης Αγγελόπουλος δεν ξεκολλούσε τα κιάλια του από τη Μαδρίτη. Οι καπνοί ήταν αδιαπέραστοι, όμως ξεχώρισε ένα μεγάλο οικοδόμημα στο κέντρο ενός πυκνοφυτεμένου πάρκου. Γύρω γύρω διακρίνονταν τα προάστεια. Οι δρόμοι τους τετραγωνισμένοι γεωμετρικά. Το ποτάμι κυλούσε ανάμεσά τους και μόλις ακουμπούσε στη μια πλευρά της πόλης. Στ’ αυτιά του βούιζαν χίλιων λογιών κρότοι, μολονότι τα είχε κλεισμένα στα ακουστικά της πέτσινης κάσκας. Από τον σωλήνα του ερχόταν φιλτραρισμένος ο θόρυβος του μοτέρ κι άλλοι πολλοί που ίσως ήταν κρότοι κανονιών. Περνούσαν τη Μαδρίτη από τα αριστερά της και το αεροπλάνο κατευθυνόταν πάντοτε προς την ογκώδη Γκουανταράμα. Φαίνεται πως επρόκειτο να γίνει αναγνώριση του εκεί μετώπου του Εσκοριάλ.

Ο πιλότος ερευνούσε δεξιά αριστερά κινώντας ένα χοντρό τηλεσκόπιο. Κατέβαιναν, ενώ η Γκουανταράμα πλησίαζε και απλωνόταν ολόγυρά τους. Είχε καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος του ορίζοντα. Ο πιλότος κινούνταν τώρα δραστήρια και το αεροπλάνο «πλάναρε» δεξιά κι αριστερά. Ο Αριστείδης Αγγελόπουλος ζαλίστηκε και έχασε για λίγο την ακριβή συναίσθηση αυτών που συνέβαιναν στο έδαφος. Ήταν πολύ κοντά στο βουνό. Ρεύματα ανέμων απειλούσαν να κουρελιάσουν τις φτερούγες. Ο πιλότος βουτούσε και ανορθωνόταν συνεχώς. Σε μια στιγμή, που κατέβαιναν ολοταχώς προς τη χιονοσκέπαστη ράχη, άκουσε πάλι τη φωνή του:

– Εσκοριάλ… Εσκοριάλ…

Ξεχώριζε σαν κηλίδα επάνω στην κορφή σχεδόν της οροσειράς Γκουανταράμα. Έτσι από ψηλά, φαινόταν σαν μικρό βραχάκι έτοιμο να γκρεμιστεί στην άβυσσο του βουνού. Τα σπίτια της σκορπισμένα εδώ κι εκεί και στη μέση δέσποζε σκυθρωπός και επιβλητικός ο όγκος του φρουρίου Σαν Λορέντζο. Όπως έμαθε αργότερα, οι κομμουνιστές δεν ήταν κρυμμένοι εκεί. Κατείχαν ολόκληρη τη γύρω έκταση της Γκουανταράμα, την κορφή και την αντίθετη πλευρά.

«Είμαι υποχρεωμένος κι εδώ να παρασιωπήσω ωρισμένα γεγονότα. Γυρίσαμε στις 9 και 15 μετά πτήσιν 55 λεπτών της ώρας. Συνολική απόστασις που διανύσαμε 230 χιλιόμετρα. Ο αεροπόρος μού είπε ότι δεν μας έρριξαν από κάτω. Ο Θεός κι η ψυχή του».

«Το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης»

Κανονιοβολισμοί στο Μπούργκος

Κάποιες μέρες νωρίτερα, τη νύχτα της 22ης προς την 23η Νοεμβρίου, ο Αριστείδης Αγγελόπουλος βρισκόταν στο Μπούργος. Ήταν η ώρα 1 όταν αποφάσισε να κοιμηθεί στον μοναδικό καναπέ που είχε καταφέρει να βρει. Ξαφνικά άρχισαν κανονιές. Κάθε λεπτό ακουγόταν και μία. Ήταν οι πρώτοι κανονιοβολισμοί που είχε ακούσει στην Ισπανία. Στα διάκενά τους ξεχώριζε άλλους θορύβους και τον κρότο ενός μοτέρ μέσα στην ησυχία της νύχτας. Όταν τελείωσε το μπουμπουνητό, βγήκε έξω και πήγε στο απέναντι ξενοδοχείο, Ντελ Νόρτε, όπου έμεναν οι επίσημοι του γραφείου Τύπου και άλλοι ξένοι αεροπόροι, δημοσιογράφοι, πρόσφυγες και διπλωματικοί. Στο καπνιστήριό του βρέθηκε μπροστά σ’ ένα πρωτοφανές θέαμα. Δεκάδες άνδρες και γυναίκες, οι μισοί με νυχτικές κι οι άλλοι μισοί με σμόκιν και έξωμες τουαλέτες, τα είχαν χαμένα. Άλλοι νόμιζαν ότι έφτασε το τέλος τους, γιατί το Μπούργος βομβαρδιζόταν αιφνιδίως, άλλοι ότι η Μαδρίτη κατελήφθη και τα κανόνια χαιρέτιζαν την κατάληψή της «κι εντύθηκαν λοιπόν με τα σμόκιν για να πιουν σαμπάνια…».

Η αλήθεια ήταν άλλη, όπως έμαθαν τότε από το τηλέφωνο του στρατηγείου. Το Βαγιαντολίντ, πόλη 150 χιλιόμετρα δυτικά του Μπούργος, επεσήμανε τη νυκτερινή διέλευση αεροπλάνου με κατεύθυνση προς την εθνικιστική πρωτεύουσα.

«Τα πυροβολεία του Μπούργκος ανέμενον. Κι όταν ενεφανίσθη σαν κινούμενο φωτισμένο άστρο στον ουρανό, του έρριξαν. Ούτε το πέτυχαν, ούτε εκείνο απήντησε. Εξηκριβώθη μάλιστα ότι ήταν όχι κομμουνιστικό, αλλά γαλλικό επιβατικό.

Τα κομμουνιστικά άλλωστε ποτέ δεν επιτίθενται το βράδυ με αναμμένα τα φώτα τους, όπως συνέβη τη μοναδική νύχτα που έμεινα στην Ταλαβέρα ντε λα Ρένα. Την εβομβάρδισαν στις οκτώ. Εσβυστοῦν τα ηλεκτρικά της, σβύνουν στις δέκα. Έτσι ξαφνικά. Εσκοτώθη μια γυναίκα με το αγοράκι της στην κεντρική πλατεία, ενώ μια άλλη βόμβα έμεινε τρεις ημέρες στο δρόμο χωρίς να εκραγή. Δεν τολμούσε να περάση κανείς από το δρόμο εκείνο. Τον έκλεισαν δε με πέτρες, για να μη συμβή κανένα δυστύχημα στα αυτοκίνητα.

Όλα αυτά τα επεισόδια σε πείθουν ότι το αεροπλάνο είναι, ειδικά για τους αμάχους, τρομερός εφιάλτης. Ενώ εδώ στο μέτωπο δεν κάνει μεγάλες ζημίες…».

Στο μέτωπο της Κάζα ντε Κάμπο

Όταν ο απεσταλμένος της «Ακροπόλεως» βρέθηκε κάποιες μέρες αργότερα στο μέτωπο της Κάζα ντε Κάμπο, παρατήρησε τους αξιωματικούς που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον την πορεία ενός σμήνους από αεροπλάνα στον ουρανό της Μαδρίτης. Πετούσαν τόσο ψηλά, ώστε ήταν δύσκολο και με τα κιάλια ακόμη είτε να τα μετρήσει είτε να ξεχωρίσει σε ποιους ανήκουν.

«Άλλωστε, επίτηδες οι αριστεροί έχουν βάψει σε χρώμα λαδί τα Ποτέζ των, έτσι ώστε να μοιάζουν με τα επαναστατικά Καπρόνι και τα Φόκερς. Το ομοιόχρωμο βάψιμο δεν έγινε για να γλυτώσουν τ’ αντιαεροπορικά κανόνια. Εδώ δεν υπάρχουν τέτοια. Έγινε μάλλον για τις επιδρομές στα αεροδρόμια των μετόπισθεν και τις πόλεις, που επιχειρούν καθημερινώς τ’ αριστερά αεροπλάνα.

Προχθές ακόμη είχα μάθει στην Ταλαβέρα, μαζί με την είδησι ότι κατέρριψαν δύο αεροπλάνα που εβομβάρδισαν την πόλι, και μίαν άλλη είδησι: ότι προ ημερών είχαν γελασθή κι ενώ άφησαν να περάση ένα αριστερό αεροπλάνο, γελάστηκαν και κτύπησαν το εθνικό που το κατεδίωκε. Ευτυχώς ο αεροπόρος κατώρθωσε να προσγειωθή, έστω και ανώμαλα, σε γειτονικό χωράφι».

Οι δρόμοι της Ταλαβέρα ήταν σπαρμένοι με οβίδες γεμάτες, που έπεσαν χωρίς να σκάσουν. Οι κάτοικοι καθημερινά τρόμαζαν να τους διασχίζουν.

«Βλέπετε, στην Ταλαβέρα οι αριστεροί βγάζουν το άχτι των για τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς της Μαδρίτης. Με λύσσα μάλιστα πρωτοφανή, αν κρίνουμε από την αιτία της προχθεσινής πτώσεως των δύο ερυθρών αεροπλάνων. Είχαν τελειώσει τις βόμβες και απεχώρουν από το μέρος του αεροδρομίου της Ταλαβέρα. Εκεί παρετήρησαν συγκέντρωσι του προσωπικού. Αμέσως εβούτηξαν, κατερχόμενα δε με ταχύτητα ιλιγγιώδη, ήρχισαν να κτυπούν τους συγκεντρωμένους επαναστάτες με τα πολυβόλα των. Εκείνοι δεν τα έχασαν προ της τόλμης των αριστερών. Επήραν τα όπλα των και, με πυροβολισμούς, κατέρριψαν και τα δύο αεροπλάνα.

Σήμερα από την Κάζα ντε Κάμπο είχαμε ένα θέαμα πρωτοφανές. Το σμήνος των αεροπλάνων ασφαλώς ανήκε στους εθνικιστάς, γιατί εβομβάρδιζε συνεχώς και ο συριγμός των οβίδων μαζί με τους κρότους έφθανε ως εδώ. Δεν άργησε, όμως, να φανή από το βάθος προς βορράν ένας άλλος στολίσκος. Και τότε άρχισε ένα άγριο κυνηγητό των αεροπλάνων, που εσκόρπισαν προς τα ανατολικά με βουτιές και, ίσως, και πτώσεις, γιατί πολλές φορές σειρά μαύρων καπνών ξεχώριζε ανάμεσα από τα σύννεφα».

lifo.gr