Από τα ερωτικά σονέτα έως την εξορία, το Νόμπελ και το ανοιχτό μυστήριο του θανάτου του.

Στις 12 Ιουλίου 1904, στην πόλη Παράλ της κεντρικής Χιλής, γεννήθηκε ο Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο, κατά κόσμον Πάμπλο Νερούδα.

Ποιητής του έρωτα και της απώλειας, διπλωμάτης, κομμουνιστής γερουσιαστής, εξόριστος, ο Νερούδα συνέδεσε τη ζωή και το έργο του με τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις του 20ού αιώνα. Έζησε από κοντά τον Ισπανικό Εμφύλιο, την άνοδο των φασιστικών καθεστώτων και τις πολιτικές διώξεις στη Χιλή και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, το πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ.

Η ποίησή του εκτεινόταν από τον έρωτα, την επιθυμία και τον φόβο της απώλειας έως την κοινωνική αδικία, την καταπίεση και την ταραγμένη ιστορία της Λατινικής Αμερικής.

«ΤΑ ΝΕΑ» της 9ης Απριλίου 2013, συνόψιζαν τη διαδρομή του:

«Άρχισε να γράφει ποίηση στην ηλικία των δέκα ετών, ενώ το 1924 εξέδωσε τη συλλογή “Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα απελπισμένο άσμα”. Μερικά χρόνια αργότερα αποφάσισε και κατάφερε να γίνει διπλωμάτης. Στη συνέχεια εκλέχθηκε γερουσιαστής με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Χιλής.

Το 1950 εξέδωσε το περίφημο –και μελοποιημένο στη συνέχεια από τον Μίκη Θεοδωράκη– “Canto General” και το 1971 τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας».

Ο Πάμπλο Νερούδα με τη σύζυγό του, Ματίλντε Ουρούτια, και τον Μίκη Θεοδωράκη έξω από το στούντιο της οδού Πολισό στο Παρίσι, κατά την ηχογράφηση του «Canto General» το 1972.

Η Σουηδική Ακαδημία τού απένειμε το 1971 το Νομπέλ Λογοτεχνίας, τιμώντας μια ποίηση που «ζωντάνευε τη μοίρα και τα όνειρα μιας ολόκληρης ηπείρου».

Ο Πάμπλο Νερούδα στη Στοκχόλμη, στις 12 Οκτωβρίου 1971, μετά την απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Το «Canto General», το μεγάλο ποιητικό χρονικό της ιστορίας, της φύσης και των λαών της Λατινικής Αμερικής, αποτέλεσε την κορύφωση της πολιτικής και επικής πλευράς του έργου του. Ωστόσο, για εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, ο Νερούδα παρέμεινε πρωτίστως ο ποιητής του έρωτα.

YouTube thumbnail

«Μια μακρινή φωνή-μνημείο στον Έρωτα»

Στις 19 Μαΐου 1988, ο Κώστας Σταματίου παρουσίαζε στον «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ» την ελληνική δίγλωσση έκδοση των «Εκατό Ερωτικών Σονέτων», καλώντας τους αναγνώστες να απομακρυνθούν, έστω για λίγο, από τη φθορά της καθημερινότητας:

«Τώρα που είναι άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν, ας αδιαφορήσουμε λίγο για τα εντόπια ευτελή και άθλια, κι ας ακούσουμε μια μακρινή φωνή-μνημείο στον Έρωτα από ένα μεγάλον, ευρύστερνο ποιητή, πρόωρα και άδικα πεθαμένο».

Τα εκατό σονέτα ήταν αφιερωμένα στη Ματίλντε Ουρούτια, τη γυναίκα με την οποία ο Νερούδα μοιράστηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Χωρισμένα στις ενότητες «Πρωί», «Μεσημέρι», «Απόγευμα» και «Νύχτα», συγκροτούν τον κύκλο του έρωτα, από τη γέννηση της επιθυμίας έως τη συντροφικότητα, τον φόβο της απώλειας και την αναμέτρηση με τον θάνατο.

Η ερωτική ποίηση, ωστόσο, αποτελούσε μόνο μία από τις όψεις ενός έργου που μεταμορφωνόταν διαρκώς.

Η ποιητική περιπλάνηση

Το δημοσίευμα περιέγραφε συνοπτικά τις μεγάλες μεταμορφώσεις της ποίησής του:

«Η ποιητική περιπλάνηση του Νερούδα (1904-1973) με δυο λόγια: Ξεκινάει 20 χρόνων, συνοδοιπόρος της μαδριλένικης “μοντέρνας” συντεχνίας των Λόρκα, Πικάσο, Νταλί, Μπουνουέλ, αδελφών Ματσάδο, Αλμπέρτι κ.ά. γνωστών και μη εξαιρετέων. Πρώτες συλλογές: “Κρεπουσκουλάριο” […] και “20 ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι απελπισμένο”. Είναι “μοντερνιστής”, αλλά και επηρεασμένος -σαν τον Λόρκα- από το καστιλιάνικο “ρομανθέρο”. Με την “Κατοικία πάνω στη Γη” εκπληρώνει την υπερρεαλιστική του θητεία, για να περάσει αμέσως στην επική ποίηση με το κοσμογονικό “Κάντο Χενεράλ”. Στροφή μετά την απλή, προσιτή σ’ όλους ποίηση, με τις τρίτομες “Στοιχειώδεις Ωδές”, για να καταλήξει στο πεντάτομο βιογραφικό “Μνημόνιο της Ιόλα Νέγρα”».

Κόντρα στους κανόνες

Ο Νερούδα δεν ακολούθησε στα «Εκατό Ερωτικά Σονέτα» τους αυστηρούς κανόνες της κλασικής φόρμας. Έγραψε κατά κύριο λόγο σε ελεύθερο στίχο, θέλοντας να δημιουργήσει όχι περίτεχνα ποιητικά κοσμήματα αλλά κάτι γήινο, τραχύ και κατοικήσιμο.

Στην αφιέρωσή του προς τη Ματίλντε εξηγούσε ο ίδιος:

«Κυρά μου πολυαγαπημένη, μεγάλη λαχτάρα πέρασα γράφοντας ετούτα τα κακώς λεγόμενα σονέτα, που πολύ με πόνεσαν και μου στοίχισαν, αλλά η χαρά να στα προσφέρω είναι πιο μεγάλη και από ένα λιβάδι.

»Όταν το πρωτοσκέφτηκα, ήξερα καλά πως στο πλάι του καθενός, από εκλεκτική στοργή και κομψότητα, οι ποιητές όλων των εποχών έβαλαν ομοιοκαταληξίες που ήχησαν σαν ασημικό, κρύσταλλο ή κανονιά.

»Εγώ, με πολλή ταπεινοσύνη, έφτιαξα ετούτα τα σονέτα από ξύλο… Από τέτοια απαλότατα απομεινάρια κατασκεύασα με τσεκούρι, μαχαίρι, σουγιά και σκάρωσα μικρά σπιτάκια των 14 σανιδιών για να ζουν μέσα σ’ αυτά τα μάτια σου που λατρεύω και υμνώ…».

Ο Πάμπλο Νερούδα με την τρίτη σύζυγό του, Ματίλντε Ουρούτια. Φωτογραφία: Σάρα Φάσιο.

«Δεν σε θέλω παρά γιατί σε θέλω»

Στο δημοσίευμα παρατίθενται κάποια από τα χαρακτηριστικότερα αποσπάσματα των σονέτων. Στίχοι στους οποίους ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως γαλήνια, ειδυλλιακή κατάσταση, αλλά ως μια διαρκής μετάβαση ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία, στην επιθυμία και την άρνηση:

«Αγάπη, πόσος δρόμος μέχρι να φτάσω στο φιλί,

τι ταξιδεύτρα μοναξιά μέχρι τη συντροφιά σου!

Μόνα πάντα τα τραίνα με τη βροχή κυλάνε

Στο Ταλτάλ η άνοιξη δεν ξημερώνει ακόμα…».

Αλλού, ο έρωτας παρουσιάζεται ως μια νέα αρχή που δίνει ξανά νόημα στον κόσμο:

«Πριν σε γνωρίσω τίποτα δεν ήταν

δικό μου: όλο βωλόδερνα στους δρόμους:

τίποτα αξία και όνομα δεν είχε: έλπιζε ο κόσμος μόνο στον αέρα…».

Στο περίφημο 66ο σονέτο στο οποίο ο Νερούδα ακολουθεί παραδόξως την κλασική ομοιοκαταληξία, ο έρωτας χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν αβάσταχτη αντίφαση:

«Δεν σε θέλω παρά γιατί σε θέλω,

μα απ’ το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω

κι απ’ το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω

περνώ απ’ το παγερό στο πυρωμένο…».

Ακόμη και μπροστά στον θάνατο, ο έρωτας παραμένει για τον Νερούδα μια δύναμη που αντιστέκεται στην απώλεια:

«Αγάπη μου, αν πεθάνω και εσύ ζήσεις

αγάπη μου, αν πεθάνεις κι εγώ ζήσω

μην δώσουμε άλλο έδαφος στον πόνο

δεν έχει τόπο σαν κι αυτόν που ζούμε…».

Οι τελευταίες ημέρες μετά το πραξικόπημα

Ο Κώστας Σταματίου έκλεινε το δημοσίευμα χαρακτηρίζοντας τη συλλογή «ένα λατινοαμερικανικό “Άσμα Ασμάτων”».

Εγκαταλείποντας, όμως, απότομα τον χώρο του έρωτα και της ποίησης λόγω της βίαιης πολιτικής πραγματικότητας της Χιλής, γράφει στην τελευταία πρόταση απευθυνόμενος στον ποιητή:

«Και κλείνουν σε λίγο 15 χρόνια που τη Χιλή κυβερνάει, Νερούδα, ο ηθικός φονιάς σου Πινοτσέτ…».

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοτσέτ ανέτρεψε τον πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιέντε. Ο Νερούδα, ήδη σοβαρά άρρωστος από καρκίνο του προστάτη, παρακολούθησε την κατάρρευση της κυβέρνησης του φίλου του και την έναρξη της αιματηρής καταστολής.

Δώδεκα ημέρες αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, πέθανε σε κλινική του Σαντιάγο. Η επίσημη αιτία θανάτου καταγράφηκε ως «καρκινική καχεξία».

Η ένεση και η καταγγελία του οδηγού

Για δεκαετίες, επικρατούσε αυτή η εκδοχή. Όμως ο οδηγός και σωματοφύλακάς του, Μανουέλ Αράγια, επέμενε ότι ο ποιητής είχε δολοφονηθεί. Όπως έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ» της 9ης Απριλίου 2013, ο Νερούδα φέρεται εκείνες τις ημέρες να σχεδίαζε τη διαφυγή του στο Μεξικό, από όπου θα μπορούσε να μετατραπεί σε μία από τις ισχυρότερες διεθνείς φωνές εναντίον του νέου καθεστώτος:

«Ο τότε πρεσβευτής του Μεξικού στη χώρα Γκονσάλο Μαρτίνες είχε κανονίσει τα πάντα ώστε ο ποιητής να φυγαδευτεί αεροπορικώς στη δική του πατρίδα. Η συγκεκριμένη πτήση είχε προγραμματιστεί για τις 23 Σεπτεμβρίου του 1973».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αράγια, ο ποιητής τηλεφώνησε από την κλινική και του είπε: «Ελα γρήγορα, γιατί καθώς κοιμόμουν ένας γιατρός ήρθε και μου έκανε μια ένεση». Λίγες ώρες αργότερα ήταν νεκρός.

Η εκταφή και η έρευνα που παραμένει ανοιχτή

Τον Απρίλιο του 2013, έπειτα από αίτημα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής, οι Αρχές προχώρησαν στην εκταφή της σορού του. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν από την Ίσλα Νέγρα στο Σαντιάγο, προκειμένου να εξεταστούν από ιατροδικαστές.

Οι πρώτες έρευνες δεν εντόπισαν συμβατικά δηλητήρια. Το 2017, όμως, διεθνής ομάδα επιστημόνων απέρριψε την «καρκινική καχεξία» ως επαρκή εξήγηση του θανάτου και ανίχνευσε στα λείψανα του ποιητή το βακτήριο Clostridium botulinum.

Νεότερες αναλύσεις έδειξαν ότι το βακτήριο βρισκόταν στον οργανισμό του κατά τον χρόνο του θανάτου του. Το εύρημα, ωστόσο, δεν έχει οδηγήσει έως σήμερα σε οριστική δικαστική απάντηση για το εάν χορηγήθηκε σκόπιμα ούτε για το εάν ήταν αυτό που προκάλεσε τον θάνατο.

Τον Φεβρουάριο του 2024, το Εφετείο του Σαντιάγο διέταξε να ανοίξει εκ νέου η έρευνα, κρίνοντας ότι δεν είχαν εξαντληθεί όλα τα ανακριτικά και επιστημονικά μέσα. Μεταξύ άλλων, ζήτησε νέα συνολική αξιολόγηση των εργαστηριακών εξετάσεων, πραγματογνωμοσύνη για το βακτήριο και γραφολογική εξέταση του πιστοποιητικού θανάτου.

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την ημέρα του θανάτου του, το ερώτημα που έθεταν «ΤΑ ΝΕΑ» το 2013 παραμένει ανοιχτό: πέθανε ο Πάμπλο Νερούδα από την ασθένειά του ή δολοφονήθηκε, ώστε να μη γίνει από την εξορία η παγκόσμια φωνή που θα κατήγγελλε τη δικτατορία του Πινοτσέτ;

tovima.gr