Η συγκράτηση των τιμών μέσω συμφωνιών και εθελοντικών δεσμεύσεων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στους καταναλωτές, δεν αντιμετωπίζει όμως τις δομικές αιτίες της ακρίβειας.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την κυβέρνηση, καθώς επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και παραμένει το κυρίαρχο ζήτημα στην καθημερινότητα των πολιτών.
Παρά μια κάποια μικρή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, τον προηγούμενο μήνα, οι τιμές στα τρόφιμα και σε βασικά είδη διαβίωσης εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, τροφοδοτώντας ένα έντονο κλίμα κοινωνικής δυσαρέσκειας και επιβαρύνοντας πολιτικά την κυβέρνηση, η οποία αναζητά τρόπους να ανακόψει το κύμα της ακρίβειας χωρίς να διαταράξει τη λειτουργία της αγοράς.
Η συμφωνία
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η συμφωνία που επιτεύχθηκε στη σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου με τη συμμετοχή των εκπροσώπων της βιομηχανίας τροφίμων και του οργανωμένου λιανεμπορίου.
Συγκεκριμένα, είχαν κληθεί να συμμετάσχουν ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), Ιωάννης Γιώτης και ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, Γιάννης Μασούτης ενώ συμμετείχε και ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος και η και η Διοικήτρια της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας του Καταναλωτή Δέσποινα Τσαγγάρη.
Μετά και όσα καταγράφηκαν, χθες, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση καταφεύγει στην παραδοσιακή “συνταγή”, των “συμφωνιών κυρίων” εγκαταλείποντας σταδιακά τα έκτακτα διοικητικά μέτρα και επιδιώκοντας, δηλαδή, μια εθελοντική συμφωνία με τις επιχειρήσεις, η οποία –όπως υποστηρίζει– θα επιτρέψει τη σταθεροποίηση των τιμών το καλοκαίρι και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μειώσεις από το φθινόπωρο.
Προφανώς ο άμεσος στόχος είναι το “φρένο” στον πληθωρισμό που “ροκανίζει” και το προφίλ της κυβέρνησης και δίνει χώρο στην αντιπολιτευτική “επίθεση”.
Τι αλλάζει;
Με αυτά τα δεδομένα και αναζητώντας σημείο ισορροπίας με την αγορά η κυβέρνηση προσώρησε σε σχετικές αλλαγές τακτικής. Έτσι, η πρώτη και πιο άμεση αλλαγή αφορά την κατάργηση, από την 1η Ιουλίου, του πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους σε 63 κατηγορίες προϊόντων, κάτι που έχει συναντήσει τα “πυρά” της αγοράς. Το συγκεκριμένο μέτρο, που είχε τεθεί σε ισχύ τον Μάρτιο του 2026 ως μηχανισμός ανάσχεσης των ανατιμήσεων, δεν θα παραταθεί.
Όπως αναφέρθηκε και από υπουργικά χείλη, η κυβέρνηση εκτιμά ότι οι συνθήκες έχουν πλέον διαφοροποιηθεί, καθώς έχουν υποχωρήσει σημαντικά οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και αρκετών πρώτων υλών, γεγονός που –κατά την άποψή της– επιτρέπει την αντικατάσταση των διοικητικών περιορισμών από μια συμφωνία συνεργασίας με την αγορά.
“Φρένο” σε πιθανές αυξήσεις
Ως αντιστάθμισμα στην κατάργηση του πλαφόν, οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας και των αλυσίδων σούπερ μάρκετ δεσμεύθηκαν ότι κατά το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου δεν θα προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις τιμών. Παράλληλα, συμφωνήθηκε να διατηρηθούν οι μειώσεις που είχαν επιτευχθεί τους προηγούμενους μήνες σε περίπου 2.000 κωδικούς προϊόντων, οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το υπουργείο Ανάπτυξης, διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο κοντά στο 6%.
Η δεύτερη φάση
Η δεύτερη φάση της συμφωνίας μετατίθεται χρονικά για τις αρχές Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, μέσα στο καλοκαίρι θα διαμορφωθεί, σε συνεργασία με τη βιομηχανία, το λιανεμπόριο και τη νέα Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή, ένα πακέτο ουσιαστικών μειώσεων τιμών σε βασικά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση κάνει λόγο για μια «εθνική κοινωνική συμφωνία», η οποία φιλοδοξεί να οδηγήσει μέρος της αποκλιμάκωσης του κόστους παραγωγής και προμήθειας στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, όμως, σημαντικές παράμετροι της συμφωνίας παραμένουν αδιευκρίνιστες και μένει τις επόμενες μέρες να αποσαφηνιστούν. Συγκεκριμένα, δεν έχει ακόμη οριστεί ποια προϊόντα θα ενταχθούν στο νέο πακέτο μειώσεων, ποιο θα είναι το ποσοστό των μειώσεων, ούτε αν αυτές θα αφορούν αποκλειστικά τα τυποποιημένα τρόφιμα ή θα επεκταθούν και σε κατηγορίες όπως το κρέας και τα νωπά προϊόντα, όπου εξακολουθούν να καταγράφονται οι μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις, επηράζονταςς καταλυτικά το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Η κυβέρνηση επενδύει στη συνεργασία με την αγορά – Το “καρότο”
Συνοπτικά, με τη νέα αυτή πρωτοβουλία η κυβέρνηση επιχειρεί να προσαρμόσει τη φιλοσοφία της παρέμβασής της στην αγορά σε μια πιο “συνεργατική” διάσταση. Αντί της διατήρησης έκτακτων ρυθμιστικών μέτρων, επιλέγει να επενδύσει στη συνεργασία με τους παραγωγικούς φορείς, θεωρώντας ότι η αποκλιμάκωση του κόστους μπορεί να μεταφερθεί ταχύτερα στις τελικές τιμές μέσα από μια κοινή δέσμευση των επιχειρήσεων. Μένει βέβαια να φανεί στην πράξη.
Και “μαστίγιο”
Παράλληλα, διαμηνύει ότι η συμφωνία δεν σημαίνει χαλάρωση των ελεγκτικών μηχανισμών. Αντίθετα, ξεκαθαρίζει ότι θα συνεχιστούν οι έλεγχοι στην αγορά, ενώ ως βασικό εργαλείο συμμόρφωσης προβάλλονται τα υψηλά πρόστιμα που έχουν ήδη επιβληθεί μέσω της ΔΙΜΕΑ σε περιπτώσεις αισχροκέρδειας και αθέμιτων πρακτικών.
“Για την ακρίβεια των λεγομένων μου να σας πω τον αριθμό των προστίμων που έχουμε συνολικά από το 2021 μέχρι σήμερα. Συνολικά έχουμε τη δεύτερη τετραετία, δηλαδή από το 2023 μέχρι σήμερα, επιβάλει 25 εκατομμύρια πρόστιμα, 24.900.000 για την ακρίβεια, αυτό είναι σε αριθμό… σε ποσά για την ακρίβεια από το 2021 μέχρι το 2026 είναι 28 εκατομμύρια από τη ΔΙ.Μ.Ε.Α, χιλιάδες καταλογισμοί. Κάποιοι εξ αυτών έχουν αμφισβητηθεί, κάποιοι έχουν πληρωθεί, έχω αναλυτικά τα στοιχεία από την ανεξάρτητη Αρχή”, τόνισε χαρακτηριστικά ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης στην ενημέρωση της Δευτέρας 29/6.
Τούτων δοθέντων, η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδυάσει τα κίνητρα προς τις επιχειρήσεις με την αυστηρή εποπτεία της αγοράς, ώστε η συμφωνία να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο.
Οι επιφυλάξεις των φορέων
Παρά, όμως, το θετικό κλίμα που επικράτησε στη σύσκεψη, οι εκπρόσωποι της αγοράς επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να εξαντλείται σε συμφωνίες συγκράτησης των τιμών ή σε ελεγκτικές παρεμβάσεις.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, υποστήριξε ότι απαιτείται ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων, το οποίο θα περιλαμβάνει τη μείωση του ενεργειακού κόστους, αλλαγές στη φορολογία, περιορισμό των έμμεσων φόρων και κυρίως τη δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού. Μάλιστα επανέφερε την πρόταση για αναμόρφωση των συντελεστών ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι θα μπορέσουν να περάσουν μόνιμες μειώσεις στις τελικές τιμές.
“Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ένα συνεκτικό πλέγμα παρεμβάσεων τόσο για το πάγωμα τιμών του επόμενου διμήνου, όσο και για τις μειώσεις από τον Σεπτέμβριο, που θα ενισχύει τη λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών. Η μείωση των έμμεσων φόρων στα βασικά αγαθά και στην ενέργεια, η περιστολή του μη μισθολογικού κόστους που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και, κυρίως, η διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά, αποτελούν ουσιαστικές παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων και στη συγκράτηση των τιμών. Η Πολιτεία καλείται να διασφαλίσει ένα φιλικό φορολογικό περιβάλλον, να μειώσει το ενεργειακό και διοικητικό κόστος και να αποτρέψει αθέμιτες πρακτικές. Μια φορολογική μεταρρύθμιση με «δύο συντελεστές ΦΠΑ» θα μπορέσει να διατηρήσει τα δημόσια έσοδα στα ίδια επίπεδα και παράλληλα να πάψει η ελληνική αγορά να είναι ακριβή για τους Έλληνες και φθηνή για τους τουρίστες. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με αντιπαραθέσεις, αλλά με συνεργασία, υπευθυνότητα και αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Ένα άτυπο «κοινωνικό συμβόλαιο» μπορεί να λειτουργήσει ως ένας κοινός κώδικας δεοντολογίας για όλη την αγορά, ώστε οι μειώσεις στο κόστος να περνούν σε πραγματικό χρόνο και γρηγορότερα στις τελικές τιμές, ενώ οι αυξήσεις να είναι απολύτως τεκμηριωμένες. Το ζητούμενο δεν είναι να προστατευθεί προσωρινά ο καταναλωτής, από το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, που ολοκληρώθηκε τέλος Ιουνίου, αλλά να διατηρηθεί η μείωση τιμών και να διευρυνθεί η λίστα με τις 40 κατηγορίες ειδών και τους 2.000 κωδικούς προϊόντων, σε μία προσιτή αγορά. Μια εθελούσια συμμετοχή των αλυσίδων τροφίμων στις θερινές εκπτώσεις των 50 ημερών θα είχε νόημα και μάλιστα εν μέσω θέρους θα έδινε μεγάλη ανάσα στα ελληνικά νοικοκυριά. Αυτό θα ήταν προς το συμφέρον όλων και ίσως η καλύτερη έκβαση της «συμφωνίας κυρίων» που θα δείχνει πως το κράτος επενδύει στις πρωτοβουλίες των επιχειρήσεων και οι επιχειρήσεις στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών”, τόνισε με έμφαση ο κ. Κορκίδης.
Το ΕΕΑ
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, χαιρέτισε την πρόθεση για μειώσεις τιμών, εξέφρασε όμως τον προβληματισμό του για το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους. Όπως σημείωσε, εφόσον υπάρχει ήδη συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και αγοράς, δεν είναι σαφές γιατί οι καταναλωτές θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τον Σεπτέμβριο για να δουν ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών, τη στιγμή που η πίεση στα εισοδήματα παραμένει ιδιαίτερα έντονη.
“Απαιτούνται εδώ και τώρα πολιτικές που θα σταματήσουν τις αυξήσεις σε βασικά αγαθά και ενέργεια αλλά και θα δίνουν προοπτική βιωσιμότητας και ανάπτυξης σε κάθε μικρή και μεσαία επιχείρηση της χώρας”, τόνισε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος του Ε.Ε.Α., Επίτιμος Διδάκτορας ΠΑ.ΠΕΙ. & Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου
Οι δομικές προκλήσεις
Παρά τις προσδοκίες που δημιουργεί η συμφωνία, οικονομικοί παράγοντες επισημαίνουν ότι πρόκειται κυρίως για μια παρέμβαση βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Η συγκράτηση των τιμών μέσω συμφωνιών και εθελοντικών δεσμεύσεων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στους καταναλωτές, δεν αντιμετωπίζει όμως τις δομικές αιτίες της ακρίβειας, όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι αυξημένες διεθνείς τιμές ορισμένων πρώτων υλών, η φορολογική επιβάρυνση και οι στρεβλώσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν επιμέρους αγορές.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να διατηρηθεί το «πάγωμα» των τιμών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αλλά κυρίως να αποδειχθεί στην πράξη ότι οι μειώσεις που προαναγγέλλονται για τον Σεπτέμβριο θα είναι ουσιαστικές, θα έχουν διάρκεια και θα γίνουν αισθητές στο καλάθι του μέσου ελληνικού νοικοκυριού. Μέχρι τότε, η ακρίβεια θα εξακολουθήσει να αποτελεί το σημαντικότερο οικονομικό και πολιτικό μέτωπο για την κυβέρνηση, η οποία καλείται να αποδείξει ότι η νέα συμφωνία με την αγορά μπορεί να αποδώσει απτά αποτελέσματα εκεί όπου οι προηγούμενες παρεμβάσεις είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα.