Γράφει η Δώρα Σορβατζιώτη
Με αφορμή περιστατικά της επικαιρότητας, όλο και πιο συχνά παρατηρούμε στο διαδίκτυο τη συγκρότηση ενός οργισμένου ψηφιακού πλήθους, το οποίο εκφράζεται με μίσος, θυμό, προσβολές και απαξιωτικά σχόλια, φτάνοντας πολλές φορές ακόμη και σε ευχές θανάτου για συνανθρώπους μας, οδηγώντας σε έναν επικίνδυνο κοινωνικό κανιβαλισμό. Κάποιες φορές το μίσος στρέφεται σε πρόσωπα που απλά αντιπαθούν ενώ άλλες σε ανθρώπους που έχουν διαπράξει σοβαρές ή αξιόποινες πράξεις. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και γυναίκες που έχασαν άδικα τη ζωή τους βρίσκονται στο στόχαστρο σχολίων που επιχειρούν να μεταθέσουν σε αυτές την ευθύνη για το τραγικό τους τέλος. Πρόκειται για χρήστες που, συνήθως οχυρωμένοι πίσω από την ανωνυμία που προσφέρει το διαδίκτυο ή την απουσία επιπτώσεων, εκφράζουν επιθετικότητα, ειρωνεία ή και απροκάλυπτη κακία.
Όπως γνωρίζουμε ωστόσο, στον ψηφιακό κόσμο «κυκλοφορούν» παιδιά, έφηβοι και νέοι άνθρωποι που ακόμη διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους και τις κοινωνικές τους δεξιότητες. Έτσι τα παιδιά έρχονται όλο και πιο συχνά αντιμέτωπα με ένα σύγχρονο φαινόμενο: τους «δικαστές του πληκτρολογίου», ανθρώπους που μιλούν για ΄΄ηθική’’ με τρόπο ανήθικο, μιλούν πάνω από τους νόμους, κρίνουν με μισές αλήθειες ενώ καταδικάζουν, προτείνοντας ποινές αποκλειστικά μέσα από το δικό τους προσωπικό φίλτρο. Τα στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου (SaferInternet4Kids) είναι αποκαλυπτικά: πάνω από τα μισά παιδιά στην Ελλάδα έχουν εκτεθεί σε διαδικτυακή βία, ενώ 1 στα 3 έχει έρθει αντιμέτωπο με καθαρό «hate speech». Ας υπολογίσουμε, λοιπόν, πόσο αυτό το φαινόμενο απειλεί τα παιδιά μας!
Η καθημερινή επαφή με παιδιά και εφήβους, είτε από τη θέση του γονέα, είτε του εκπαιδευτικού, είτε του θεραπευτή, μας φέρνει συχνά αντιμέτωπους με περιστατικά βίας, εντός και εκτός σχολείου. Παιδιά ζητούν βοήθεια επειδή γίνονται συστηματικά αποδέκτες σχολίων μίσους, αποκλεισμού ή βίαιων συμπεριφορών από συνομηλίκους τους. Άλλες φορές, είναι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί που προσεγγίζουν παιδιά για να τα στηρίξουν επειδή τα ίδια φοβούνται να μιλήσουν, υπό την πίεση του «όχλου», ενώ δεν είναι λίγοι και οι γονείς που αναζητούν στήριξη ή ζητούν την ανάληψη ευθυνών.
Όταν η βία εκδηλώνεται δημόσια με τέτοια ένταση και συχνότητα, τα μηνύματα που λαμβάνουν τα παιδιά, οι έφηβοι και οι νέοι είναι εξαιρετικά επικίνδυνα. Αν δεν υπάρχει υποστήριξη και καθοδήγηση, ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά τους μοιάζει συχνά να είναι διπλός για να επιβιώσουν κοινωνικά: είτε ενθαρρύνει τους ανθρώπους να γίνονται βίαιοι είτε να δέχονται τη βία ως αναγκαίο κακό απέναντι σε ένα μαινόμενο πλήθος, έτοιμο να τους απορρίψει, να τους στιγματίσει ή να «κατασπαράξει» όποιον θεωρήσει διαφορετικό ή επικίνδυνο. Όμως δεν θέλουμε κανέναν από τους δύο δρόμους για τα παιδιά μας! Στην παιδική ηλικία, στην εφηβεία αλλά και στην πρώτη νεότητα, οι νέοι δεν διαθέτουν πάντοτε την ωριμότητα να φιλτράρουν τέτοιες συμπεριφορές ούτε έχουν αναπτύξει πλήρως τους απαραίτητους προστατευτικούς μηχανισμούς για να διαχειριστούν την κοινωνική πίεση και να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Η πρόληψη της βίας δεν είναι ευθύνη μόνο του σχολείου ούτε μόνο της οικογένειας. Είναι ευθύνη όλων μας. Κάθε φορά που σιωπούμε απέναντι στην οποιασδήποτε μορφής βία στην πραγματική ζωή ή στην ψηφιακή, την κανονικοποιούμε! Πόσο μάλλον αν την επικροτούμε!
Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από όσα τους λέμε. Μαθαίνουν κυρίως από όσα βλέπουν. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης του Albert Bandura, οι άνθρωποι –και ιδιαίτερα τα παιδιά– υιοθετούν συμπεριφορές παρατηρώντας πρότυπα που φαίνονται επιτυχημένα, δημοφιλή ή ισχυρά.

Τι μπορούμε να κάνουμε;
Αρχικά είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε πως ο χρόνος των παιδιών και των εφήβων στο διαδίκτυο πρέπει να περιορίζεται στον κατάλληλο για την ηλικία τους και να συνοδεύεται από τη εποπτεία μας με τρόπο που ταιριάζει στην κάθε ηλικιακή φάση. Ο ψηφιακός κόσμος μοιάζει με αντίγραφο της κοινωνίας μας. Σίγουρα δεν θα αφήναμε το παιδί μας μόνο του σε μια άγνωστη πόλη που κρύβει κινδύνους τους οποίους δεν μπορεί να διαχειριστεί!
Χρέος μας είναι, ως ενήλικες, να καθίσουμε δίπλα τους και να τους εξηγήσουμε ότι το μίσος και η βία στο διαδίκτυο δεν αντανακλούν τη δική τους αξία ή των άλλων, αλλά αποκαλύπτουν ξεκάθαρα τις στάσεις, τις αξίες και τα κίνητρα εκείνου που τα εκφράζει. Με τον ίδιο τρόπο χρειάζεται να αντιμετωπίζει και το δικό μας παιδί μια πιθανή δική του εμπειρία διαδικτυακής βίας. Είναι σημαντικό να γνωρίζει ξεκάθαρα ότι μπορεί να προστατευτεί και να ζητήσει βοήθεια, ακόμη και αν έχει κάνει κάποια λανθασμένη επιλογή. Είναι σημαντικό να συζητάμε με τα παιδιά μας για το περιεχόμενο που παρακολουθούν (ανάλογο της ηλικίας τους), χωρίς κριτική αλλά κυρίως προσπαθώντας να αναπτύξουμε την δική τους κριτική σκέψη.
Εννοείται, πως ιδιαίτερα προσεκτικοί πρέπει να είμαστε με τη δική μας ψηφιακή συμπεριφορά, καθώς αποτελούμε σημαντικό παράδειγμα. Ο τρόπος με τον οποίο εκφέρουμε δημόσια την άποψή μας αποτελεί πρότυπο όχι μόνο για τα δικά μας παιδιά, αλλά και για άλλους νέους.
Ο αγώνας για την ενδυνάμωση των παιδιών, των εφήβων και των νέων μας, όχι μόνο από την πλευρά του γονέα αλλά και του εκπαιδευτικού, απέναντι στα κοινωνικά πρότυπα βίας που προβάλλονται μέσα από τραγούδια, διαδικτυακά παιχνίδια και το ψηφιακό μίσος κάποιων ανθρώπων, είναι διαρκής και κάποιες φορές άνισος. Ας βάλουμε όλοι πλάτες, ώστε να συμβάλουμε στην διαμόρφωση μιας κοινωνίας με περισσότερη ενσυναίσθηση και ας μετατρέψουμε την αγανάκτησή μας για κάποια περιστατικά που (ίσως και κάποιες φορές δικαιολογημένα) εγείρουν θυμό, σε αγώνα για πρακτικές πρόληψης και υποστήριξης. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι ο θυμός είναι ένα υγιές συναίσθημα και είναι άκρως απαραίτητο να εκφράζεται για την προστασία μας, τη θέσπιση ορίων ή των δικαιωμάτων μας και μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα για σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία μας, αρκεί να εκφράζεται με υγιή τρόπο.
Ας τον χρησιμοποιήσουμε σοφά!