Γράφει ο Νίκος Διάκος
Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Ε.Δ.Ε.

Νέος εξωδικαστικός συμβιβασμός για να μη χάσεις τη στέγη σου και εβδομήντα δύο (72) δόσεις σε ΕΦΚΑ και ΑΑΔΕ για την αποπληρωμή χρεών ενός εκατομμυρίου Ελλήνων πολιτών, ακόμη και εκείνων που μπήκαν σε προηγούμενη ρύθμιση και την έχασαν, γιατί δεν είχαν να πληρώσουν. Κι όλα αυτά για να μειωθεί το ιδιωτικό χρέος, το τόσο δυσανάλογο προς τη σημερινή οικογενειακή οικονομία.

Το άδικο, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ότι δεν τα φάγαμε όλοι μαζί. Τα λεφτά τα έφαγαν οι κουμπάροι και τα «golden boys», ενώ κάποιοι υπουργοί των μεταχουντικών κυβερνήσεων τα «έπαιξαν», προφασιζόμενοι ότι ακολουθούσαν τις εισηγήσεις των ειδικών και παίρνοντας αποφάσεις στην πλάτη του λαού.

Και ήρθαν οι κληρονόμοι τους και, προκειμένου να ξαναγεμίσουν τον κρατικό κουμπαρά, που τον είχαν «στεγνώσει» οι προκάτοχοί τους, επέβαλαν φόρους και αναστάτωσαν τη ζωή των Ελλήνων με την εφεύρεση νέων έμμεσων φόρων, όπως ο ΕΝΦΙΑ, το τέλος επιτηδεύματος και η προκαταβολή φόρου. Όλα αυτά, μαζί με τις υπέρογκες αυξήσεις σε ενοίκια, τρόφιμα και ενέργεια, άδειασαν τις τσέπες των Ελλήνων, οι οποίοι ήδη μαστίζονταν από τον πληθωρισμό, την ανεργία, τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, καθώς και την αύξηση του Φ.Π.Α.

Δηλαδή, εδώ έχουμε ένα κράτος που, για να εισπράξει, ενεργεί ενσυνείδητα και άμεσα, με νόμους και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, επιβάλλοντας οριζόντια μέτρα, χωρίς να υπολογίζει τις επιπτώσεις και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση και τις υποχρεώσεις της κάθε οικογένειας.

Έτσι, εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυραίοι βρέθηκαν στα κάγκελα. Η φτωχοποίηση ενός μεγάλου ποσοστού των Ελλήνων έγινε πραγματικότητα και ο νομοταγής και παραγωγικός πολίτης έμεινε ξεκρέμαστος, μετατρέποντας την ισορροπημένη και ευτυχισμένη ζωή του σ’ ένα συνεχές κυνηγητό για να παραμείνει συνεπής και να διατηρήσει την οικογένειά του, η οποία, παρά όλες τις προσπάθειές του, διαλύθηκε.

Ο αξιοπρεπής πολίτης του χθες, εξαιτίας των χειρισμών εκείνων στους οποίους εμπιστεύθηκε το κράτος, έγινε αναξιοπρεπής, ασυνεπής και υπόδικος, ακουσίως, μόνο και μόνο γιατί οι ερασιτέχνες υπουργοί έγιναν, εν μία νυκτί, οικονομολόγοι, γεωπόνοι, πολιτικοί μηχανικοί, γιατροί και γνώστες των πάντων, έχοντας στην πλειονότητά τους ξεφυλλίσει μόνο νομικά εγχειρίδια.

Και η λύση, πριν από την κρατική χρεοκοπία, ήταν το ξεζούμισμα των Ελλήνων, αφήνοντας απ’ έξω τους προνομιούχους, οι οποίοι πλήρωσαν μεν με τις οριζόντιες διατάξεις από τη μία τσέπη, αλλά συγχρόνως γέμισαν την άλλη, και μάλιστα με το αζημίωτο.

Σαν αποτέλεσμα, είχαμε μια σημαντική κοινωνική ανακατάταξη, με την εξαφάνιση της μικρομεσαίας επιχείρησης και, κατά συνέπεια, της μικρομεσαίας τάξης, καθώς και μια βάναυση μετακίνηση περιουσιακών στοιχείων προς νεόδμητες επιχειρήσεις, δηλαδή προς άτομα που διέθεταν τα απαραίτητα κεφάλαια αλλά και την «προστασία» της εξουσίας μέσα σε αυτό το κοινωνικό ρήγμα.

Τα δάνεια της καθημερινότητας των πολιτών, όπως τα ανοικτά επιχειρηματικά δάνεια, τα δάνεια από φυσικές καταστροφές (σεισμόπληκτων – πυρόπληκτων) και τα στεγαστικά δάνεια, εξαιτίας της κρίσης που δημιούργησε η εξουσία, έγιναν «κόκκινα». Τεχνηέντως, οι τράπεζες, οι οποίες λιποψυχούσαν και διασώθηκαν μέσω των τεσσάρων ανακεφαλαιοποιήσεων, τα μετέτρεψαν σε εφαλτήριο αισχροκέρδειας. Όχι μόνο απαλλάχθηκαν από τα κόκκινα δάνεια, γεγονός που τους άνοιξε τον δρόμο για νέο δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), αλλά, ενεργώντας μονομερώς και με την ανοχή της εξουσίας, τα πούλησαν για ψίχουλα – ουσιαστικά στον εαυτό τους.

Έτσι, μετέτρεψαν αυτή τη θετική, για τις ίδιες, κρατική παρέμβαση προστασίας τους, παρότι πρόκειται για ιδιωτικές επιχειρήσεις, σε μια υπέρμετρα κερδοφόρα δραστηριότητα. Οι εταιρείες ειδικού σκοπού και οι servicers (εισπρακτικές εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων) ήταν δημιούργημα των ίδιων των τραπεζών και, μέχρι σήμερα, δεν βρέθηκε κανένας «παντελονάτος», κατά τη λαϊκή έκφραση, να τους ζητήσει λογαριασμό, παρά τα συντριπτικά στοιχεία που καθημερινά δημοσιεύονται από ειδικούς του χώρου. Κι όμως, οι επόμενες δεκάδες χιλιάδες κόκκινοι δανειολήπτες εξακολουθούν να πασχίζουν, μήνα με τον μήνα, να περισώσουν ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί, ανεξάρτητα από την προσωπική, κοινωνική και σωματική ζημιά που έχουν ήδη υποστεί.

Και ήδη, δέκα χρόνια μετά, η σημερινή κυβέρνηση το μόνο που κάνει, κάθε φορά που ο κόμπος φτάνει στο χτένι, είναι να επικαιροποιεί τον εξωδικαστικό μηχανισμό, υπό προϋποθέσεις, και να ανοίγει νέο κεφάλαιο εξόφλησης οφειλών με περισσότερες δόσεις.

Γιατί η κυβερνητική αδυναμία καλλιέργειας μιας υγιούς οικονομίας στέρεψε τον κρατικό κορβανά, κατάσταση που οδήγησε στην υπερφορολόγηση των Ελλήνων και, κατά συνέπεια, στη δημιουργία νέων κόκκινων δανειοληπτών, παράλληλα με την αφαίρεση ή τη στέρηση του κάποτε διασφαλισμένου εισοδήματος.

Τώρα, λοιπόν, αφού η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να μην έχει άλλα μέτρα βοήθειας προς τους κόκκινους δανειολήπτες, μένει να μας πουν και οι υπόλοιποι διεκδικητές της επόμενης εξουσίας τι σκέφτονται να κάνουν με τις εταιρείες ειδικού σκοπού και τους ιδιοκτήτες τους. Δηλαδή, με τις τράπεζες που στηρίχθηκαν μέσω των τεσσάρων ανακεφαλαιοποιήσεων από τα χρήματα των φορολογουμένων, που πήραν παρατάσεις και διευκολύνσεις, και σήμερα, ανεξέλεγκτα, ρουφούν όχι τον ιδρώτα αλλά το αίμα των δανειοληπτών, στερώντας από τη μέχρι πρότινος πλέον ενεργή παραγωγική τάξη, τους μικρομεσαίους, τη δυνατότητα να στηρίξουν, τώρα και στο μέλλον, την εθνική οικονομία. Άλλωστε, η μικρομεσαία τάξη αποτελεί, παγκοσμίως, τον βασικό πυλώνα των εθνικών οικονομιών, όπως έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί και σε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά κείμενα.

Γιατί αυτό που ενδιαφέρει τον Έλληνα πολίτη δεν είναι κάποιες νέες μέθοδοι πολυετούς αποπληρωμής των δανείων, τα οποία έχουν πλέον διογκωθεί από υπερβολικούς τόκους και ανατοκισμούς. Εκείνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι πώς και με ποιους όρους θα μπορέσει να διαπραγματευθεί την οριστική διευθέτηση αυτής της «πληγής», ώστε οι Έλληνες να ξαναβρούν τη ζωή τους και η Ελλάδα τον χαμένο εγωισμό της.