Σύμφωνα με τη Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 ήταν 32% χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, με τη χώρα να μοιράζεται την τελευταία θέση με τη Βουλγαρία.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες τιμές στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, την ώρα που τα εισοδήματα και η αγοραστική δύναμη των πολιτών παραμένουν στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν μια έντονη αντίφαση: οι τιμές συγκλίνουν με την Ευρώπη ή ακόμη και την ξεπερνούν, αλλά τα εισοδήματα όχι.
Στην κορυφή της ακρίβειας βρίσκονται τα γαλακτοκομικά προϊόντα, με τις τιμές τους να είναι κατά 29,9% υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, καθιστώντας την Ελλάδα την ακριβότερη χώρα της Ένωσης στη συγκεκριμένη κατηγορία. Αντίστοιχα, οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες παραμένουν από τις ακριβότερες στην Ευρώπη, με χρεώσεις κατά 26,9% υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σημαντικά ακριβότερα από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι και τα ψάρια, με τις τιμές τους να διαμορφώνονται 11,4% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει εκτεταμένη ακτογραμμή και ισχυρό κλάδο ιχθυοκαλλιεργειών. Η Ελλάδα κατατάσσεται μάλιστα ως η τέταρτη ακριβότερη χώρα στην Ένωση στη συγκεκριμένη κατηγορία. Υψηλότερες κατά 7,5% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι και οι τιμές του ελαιολάδου, παρότι η χώρα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως.
Ακριβότερα πωλούνται επίσης τα καύσιμα κίνησης, με τις τιμές να βρίσκονται 4,5% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην πέμπτη ακριβότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Τα δημητριακά κοστίζουν κατά 4,2% περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι τιμές στα έπιπλα και στον εξοπλισμό πληροφορικής και τεχνολογίας είναι αυξημένες κατά 2,6% και 2,1% αντίστοιχα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στο συνολικό καλάθι των τροφίμων. Παρά την υποχώρηση του πληθωρισμού, το επίπεδο τιμών στα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά στην Ελλάδα παρέμεινε το 2025 κατά 5,3% υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Συνολικά, το επίπεδο τιμών αγαθών και υπηρεσιών διαμορφώθηκε στο 87,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική θέση των νοικοκυριών απέχει σημαντικά από τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 ήταν 32% χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, με τη χώρα να μοιράζεται την τελευταία θέση με τη Βουλγαρία. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών παρέμεινε 20% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που εξηγεί γιατί η ακρίβεια γίνεται περισσότερο αισθητή στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Ακόμη και στις κατηγορίες όπου οι τιμές είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, οι διαφορές είναι περιορισμένες. Τα είδη ένδυσης ήταν φθηνότερα κατά 4,5% και τα υποδήματα κατά 5,9%, ποσοστά που δεν αντανακλούν το σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο εισοδημάτων των Ελλήνων καταναλωτών.

Στον τομέα της στέγασης, τα ενοίκια εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ωστόσο αυξάνονται με πολύ ταχύτερο ρυθμό. Τον Μάιο του 2025 η ετήσια αύξηση των ενοικίων στην Ελλάδα έφτασε το 7,7%, έναντι μόλις 3% στην ΕΕ. Παράλληλα, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό δαπανά το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 19,2%.
Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι υπηρεσίες ξενοδοχείων και εστίασης, όπου οι τιμές παραμένουν κατά 13,9% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα περιορίζει την πρόσβαση μεγάλου μέρους των νοικοκυριών σε αυτές τις υπηρεσίες.