Υπάρχουν πολλά ευρωπαϊκά παραδείγματα που δείχνουν ότι το μέτρο της δωρεάν μετακίνησης με τις αστικές συγκοινωνίες είναι εφικτό, παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι σχετικές προτάσεις της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα.
Την ώρα που δύο χώρες της Ευρώπης και αρκετές μεγάλες πόλεις η δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν πρόσβαση στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς αποτελεί εδώ και χρόνια εργαλείο κοινωνικής και περιβαλλοντικής πολιτικής, στην Ελλάδα αρκούσαν δύο σχετικές προτάσεις της αντιπολίτευσης για να σημάνει «συναγερμός» στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, τόσο ο Νίκος Ανδρουλάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας κατέθεσαν προτάσεις για την κατάργηση του κόστους μετακίνησης στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η απάντηση που έλαβαν από κυβερνητικά στελέχη δεν αφορούσε το αν το μέτρο θα μπορούσε να βοηθήσει τους πολίτες, να αυξήσει τη χρήση των συγκοινωνιών ή να περιορίσει την κυκλοφοριακή συμφόρηση. Αντιθέτως, συνοψίστηκε σε μία λέξη: «λεφτόδεντρα».
Την Πέμπτη το βράδυ, από τα Λιπάσματα Δραπετσώνας, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης πρότεινε δωρεάν μετακινήσεις για όλους τους νέους έως 24 ετών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εκτιμώντας το κόστος του μέτρου στα 30-35 εκατ. ευρώ ετησίως.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στο φόρουμ του Οικονομικού Ταχυδρόμου, προχώρησε ακόμη περισσότερο, προτείνοντας δωρεάν μετακινήσεις για όλες και όλους στις δύο μεγάλες πόλεις της χώρας, με εξαίρεση τους τουρίστες, κοστολογώντας το μέτρο περί τα 200-250 εκατ. ευρώ.
Παρότι οι δύο προτάσεις διαφέρουν σημαντικά τόσο ως προς την έκταση, όσο και ως προς το κόστος τους, η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν σχεδόν πανομοιότυπη.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, μίλησε για «τζάμπα που μόνο τζάμπα δεν είναι», υποστηρίζοντας ότι το κόστος τελικά θα το πληρώσουν οι φορολογούμενοι.
Ο διευθυντής Ψηφιακής Επικοινωνίας του πρωθυπουργού, Νίκος Ρωμανός, κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι ανταγωνίζεται «στο ποιος θα φυτέψει περισσότερα λεφτόδεντρα».
Η Σοφία Βούλτεψη έκανε λόγο για «πλειοδοσία», ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης (πρώην αρμόδιος για το θέμα) υποστήριξε ότι «δωρεάν στην πολιτική δεν υπάρχει», ενώ ο Άγγελος Συρίγος αναρωτήθηκε από πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Κανείς όμως δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει γιατί μια πολιτική που εφαρμόζεται ήδη καθολικά σε δύο ευρωπαϊκές χώρες και αρκετές ακόμη πόλεις θεωρείται αυτονόητη εκτός Ελλάδας, αλλά αντιμετωπίζεται ως ένδειξη ανευθυνότητας όταν προτείνεται εδώ.
Οι ευρωπαϊκές πόλεις που κατήργησαν το εισιτήριο
Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το Λουξεμβούργο, το οποίο από το 2020 προσφέρει δωρεάν μετακινήσεις σε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε ολόκληρη τη χώρα.
Στη Μάλτα εφαρμόζεται αντίστοιχο καθεστώς για τους κατοίκους, ενώ στο Ταλίν της Εσθονίας οι μόνιμοι κάτοικοι μετακινούνται δωρεάν ήδη από το 2013.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βελιγραδίου. Από το 2025 η σερβική πρωτεύουσα κατήργησε πλήρως το εισιτήριο σε λεωφορεία, τραμ, τρόλεϊ και αστικό σιδηρόδρομο, μετατρεπόμενη στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή πόλη με δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες. Το ίδιο μοντέλο ακολούθησε και η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, η Νις.
Στη Γαλλία, η Μονπελιέ, η Δουνκέρκη και αρκετές ακόμη πόλεις έχουν υιοθετήσει ανάλογες πολιτικές είτε για όλους είτε για τους μόνιμους κατοίκους τους.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για κάποια πρωτότυπη ή εξωπραγματική ιδέα. Πρόκειται για μια πολιτική που εφαρμόζεται ήδη σε διαφορετικές εκδοχές σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Όταν τα pass είναι «κοινωνική πολιτική», αλλά όχι οι δωρεάν μετακινήσεις
Το ενδιαφέρον είναι ότι η κυβέρνηση δεν επέλεξε να ανοίξει συζήτηση για το αν μια τέτοια πολιτική θα μπορούσε να μειώσει το κόστος μετακίνησης για χιλιάδες νοικοκυριά, να αυξήσει τη χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών ή να περιορίσει την εξάρτηση από το αυτοκίνητο, δίνοντας ανάσα στο κυκλοφοριακό.
Δεν συζήτησε αν το κόστος των 30, των 35 ή ακόμη και των 250 εκατ. ευρώ είναι μεγάλο ή μικρό σε σχέση με άλλες αντίστοιχες δημόσιες δαπάνες. Δεν αντιπαρέβαλε κάποια εναλλακτική κοινωνική πολιτική. Δεν μπήκε καν στη διαδικασία να αξιολογήσει το μέτρο με βάση τα αποτελέσματα που έχει καταγράψει σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.
Αντίθετα, η συζήτηση εξαντλήθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε λέξεις όπως «λεφτόδεντρα», «πλειοδοσία», «τζάμπα» και «ανευθυνότητα».
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Κάθε φορά που τίθεται στο τραπέζι μια πρόταση με κοινωνικό πρόσημο – είτε αφορά τη στέγαση, είτε την ακρίβεια, είτε τελικά τις μεταφορές – η πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης είναι σχεδόν πάντα η ίδια: ότι η αντιπολίτευση είναι ανεύθυνη, ότι μοιράζει παροχές χωρίς αντίκρισμα και ότι η χώρα κινδυνεύει να επιστρέψει σε λογικές που την οδήγησαν στα μνημόνια.
Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν φαίνεται να ισχύει όταν πρόκειται για τα δεκάδες επιδόματα, ενισχύσεις και κάθε λογής pass που έχουν μοιραστεί τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία της ίδιας της κυβέρνησης. Τότε οι δημόσιες δαπάνες βαφτίζονται ως «στοχευμένη στήριξη», «επιστροφή του μερίσματος» και «κοινωνική πολιτική». Όταν όμως η συζήτηση αφορά μια μόνιμη παρέμβαση που μειώνει το κόστος ζωής για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, η λέξη που επανέρχεται είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «λεφτόδεντρα».
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν οι δωρεάν μετακινήσεις μπορούν να εφαρμοστούν. Εφαρμόζονται ήδη σε αρκετές χώρες και πόλεις της Ευρώπης. Το ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα μια πολιτική που αλλού θεωρείται εργαλείο κοινωνικής και περιβαλλοντικής πολιτικής αντιμετωπίζεται σχεδόν αυτομάτως ως ένδειξη ανευθυνότητας και προϊόν «λεφτόδεντρων». Μόνο και μόνο επειδή προτάθηκε από την αντιπολίτευση…