Το γυμνό που σοκάρει, η αμηχανία και η αγωνία για την ανθρώπινη ύπαρξη
Στις 12 Ιουνίου 1890 γεννιέται στο Τούλν της Αυστρίας ο Έγκον Σίλε
Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου
Πώς το γυμνό σώμα, η πρόκληση και το «περιτύλιγμα» της εικόνας διαμορφώνουν τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και την πορνογραφία

Στις 12 Ιουνίου 1890 γεννιέται στο Τούλν της Αυστρίας ο Έγκον Σίλε, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αυστριακού εξπρεσιονισμού και μία από τις πιο ανήσυχες, προκλητικές και ανθρώπινες μορφές της ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αιώνα.
Πέθανε το 1918, στα 28 του χρόνια, από την ισπανική γρίπη, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο της εγκύου συζύγου του. Ο πρόωρος θάνατός του δεν αποτέλεσε εμπόδιο στο να καθιερωθεί ως ένας από τους εμβληματικούς καλλιτέχνες της βιεννέζικης μοντερνικότητας. Στο έργο του, το σώμα δεν εξιδανικεύεται. Αντίθετα, παραμορφώνεται, εκτίθεται, γίνεται πεδίο επιθυμίας, αμηχανίας και πόνου. Αυτή η ωμή ματιά στο γυμνό και στην ανθρώπινη ευαλωτότητα έκανε τον Σίλε έναν από τους πιο προκλητικούς καλλιτέχνες της εποχής του.
Ο Σίλε εμφανίζεται συχνά δίπλα στον Γκούσταφ Κλιμτ και τον Όσκαρ Κοκόσκα, ως μία από τις μεγάλες μορφές της καλλιτεχνικής Βιέννης των αρχών του αιώνα.
Κλιμτ, Κόκοσκα και Σίλε
Στα «ΝΕΑ» της 7ης Φεβρουαρίου 1989, η Π. Κατημερτζή προανήγγειλε τις εκθέσεις ζωγραφικής του Γκούσταφ Κλιμτ και του Εγκον Σίλε στην Εθνική Πινακοθήκη, ως κεντρικό γεγονός της σειράς εκδηλώσεων «Η Βιέννη χαιρετά την Αθήνα». Το δημοσίευμα τοποθετούσε τον Σίλε ανάμεσα στους κορυφαίους Αυστριακούς ζωγράφους του 20ού αιώνα:
«Ο Κλιμτ, μαζί με τον Κόκοσκα και τον Έγκον Σίλε, θεωρούνται ως οι σπουδαιότεροι Αυστριακοί ζωγράφοι του 20ού αιώνα […]
»Ο Έγκον Σίλε, (1890-1918) χάθηκε πρόωρα, στην αφάνεια και τη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σαν ζωγράφος και χαράκτης πρωταγωνίστησε στην εξπρεσιονιστική άνθηση της Βιέννης εκείνης της εποχής. Το έργο του αναγνωρίστηκε μετά θάνατον και σήμερα θεωρείται από τους πιο τραγικούς και ερωτικούς Ευρωπαίους καλλιτέχνες».

Η τέχνη του υπήρξε από νωρίς πεδίο αντιπαράθεσης. Το γυμνό σώμα είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία στα έργα του Σίλε. Όχι, όμως, με την «κλασική» ομορφιά ή με εξιδανικευμένο τρόπο, που συναντάται σε πολλά έργα της δυτικής τέχνης.
Ο Σίλε παρουσιάζει το γυμνό ωμό και εύθραυστο, συχνά με άβολο τρόπο. Ζωγράφιζε πολλά γυμνά πορτρέτα και αυτοπορτρέτα με παραμορφωμένα σώματα, πολύ αδυνατισμένα σχεδόν σκελετωμένα, σε στάσεις που αναδεικνύουν ένταση και σωματική αμηχανία.

Πού τελειώνει η ερωτική τέχνη και πού αρχίζει η πορνογραφία;
Είναι η πρόκληση αυτοσκοπός ή τρόπος να φωτιστούν οι σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης;
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 23ης Δεκεμβρίου 1990, δημοσίευε κείμενο του Andrew Graham-Dixon, αναζητώντας απάντηση σε αυτό ακριβώς το ερώτημα:
«Η κοπέλα γονατίζει κάπως παράξενα και γέρνει προς τα εμπρός, στηρίζεται στους αγκώνες κι έχει το κεφάλι μέσα στα χέρια της. Είναι σχεδόν γυμνή, φοράει μαύρες κάλτσες, ένα πουκάμισο και μια φούστα ανασηκωμένη, ώστε να αποκαλύπτει τα γυμνά της οπίσθια. Δεν πρόκειται (ενώ κάλλιστα θα μπορούσε) για την περιγραφή ενός σχεδίου του Έγκον Σίλε με τίτλο “Γονατιστή κοπέλα που στηρίζεται στους αγκώνες” (1917) που εκτίθεται στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, αλλά για την περιγραφή της “Ντόνα”, όπως αυτή εμφανίζεται στη σελίδα 92 του τεύχους του Νοεμβρίου του πορνογραφικού περιοδικού “Men Only”».
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε μια εικόνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή παρουσιάζεται:
«Το “περιτύλιγμα” παίζει μεγάλο ρόλο στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εικόνα. Γνωρίζουμε ότι η “Ντόνα” είναι πορνογραφία γιατί βρίσκεται στο πάνω-πάνω ράφι του περιπτέρου. Όπως γνωρίζουμε – ή νομίζουμε ότι γνωρίζουμε – ότι η γυμνή γυναίκα του Σίλε είναι τέχνη, μόνο και μόνο επειδή βρίσκεται στη Βασιλική Ακαδημία. Δεν έχουν όλοι όμως την ίδια άποψη».
Η δυσκολία να βρεθούν χορηγοί για την έκθεση του Σίλε στο Λονδίνο είχε φέρει ξανά στην επιφάνεια το παλιό ερώτημα:
«Η έκθεση των έργων του Σίλε, και ιδιαίτερα η δυσκολία που συνάντησε η Βασιλική Ακαδημία στο να βρει χορηγούς πρόθυμους να την υποστηρίξουν οικονομικά, ανοίγει για μια φορά ακόμη το ερώτημα: ποια η διαφορά ανάμεσα στην ερωτική τέχνη και την πορνογραφία; Διαφέρουν πράγματι ή μήπως ταυτίζονται; Ασφαλώς διαφέρουν. Γιατί όμως; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής».
Ο ερωτισμός
Ο Σίλε πράγματι δημιούργησε ερωτικά σχέδια από την πώληση των οποίων – για ένα ορισμένο διάστημα τουλάχιστον – ζούσε αποκλειστικά. Κάποια εποχή, μάλιστα, πραγματοποίησε την έκδοση μιας συλλογής ερωτικών σχεδίων σε 100 αντίτυπα. Ωστόσο, όπως σημείωνε το δημοσίευμα, αυτό δεν αρκεί για να καταταγεί το έργο του στην πορνογραφία:
«Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι τα έργα του Σίλε είναι πορνογραφία. Το γιατί όμως δεν μπορεί να εξηγηθεί με απλουστευτικές διχοτομήσεις ανάμεσα σε τέχνη και πορνογραφία».

Στα έργα του Σίλε, το γυμνό δεν λειτουργεί μόνο ως ερωτικό θέμα. Είναι ένας τρόπος να εκφραστεί η ανθρώπινη έκθεση. Το σώμα δεν είναι ωραιοποιημένο ή προστατευμένο. Είναι πεδίο επιθυμίας, φόβου, μοναξιάς και πόνου:
«Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, η τέχνη σταδιακά σφετερίστηκε τον ρόλο της θρησκείας ως βασικού μάρτυρα του εξαιρετικού, του υπερφυσικού, των σκοτεινών πτυχών της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως έκαναν παλαιότερα οι προφήτες και οι ασκητές, έτσι και ο καλλιτέχνης εξέθεσε τον εαυτό του στα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας – στον πόνο, την πείνα, τη φυλακή, την τρέλα -, προκειμένου να μεταφέρει στο κοινό του εκείνο που βρίσκεται πέρα από την καθημερινότητα.
»Γι’ αυτό και ο Βαν Γκογκ αποτελεί το αρχέτυπο του καλλιτέχνη κατά τη μεταθρησκευτική εποχή. Η ριζοσπαστική ωστόσο αντίληψη για την τέχνη καθώς και ο ρόλος του καλλιτέχνη που ενσάρκωσε ο Βαν Γκογκ θέτουν σοβαρά προβλήματα στη φιλελεύθερη σκέψη και παράδοση της κριτικής σκέψης, η οποία τους παρέσχε την πλήρη της υποστήριξη.
»Η σύγχρονη λατρεία του ριζοσπαστισμού έδωσε την άδεια στον καλλιτέχνη να εξερευνήσει, τουλάχιστον στον κατά φαντασίαν, όλες τις περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο καλλιτέχνης, αναδιφώντας στον βυθό της συνείδησης, φέρνει στην επιφάνεια ορισμένα από τα σκοτεινότερα ανθρώπινα ένστικτα. Και το αποτέλεσμα του έργου του μπορεί να προκαλεί – όπως αποδεικνύουν τα έργα του Σίλε – ταραχή ή και ενόχληση στον θεατή».
Η αμηχανία μπροστά στο έργο του
Αυτή η ταραχή είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό της τέχνης του Σίλε. Ο θεατής αντιμετωπίζει κάτι δυσάρεστο. Παρακολουθεί την ανθρώπινη ευαλωτότητα χωρίς φίλτρο:
«Οι παραμορφωμένοι άνδρες, τους οποίους βασανίζουν σαδιστικά οι άρκυιες με τις περίεργες κομμώσεις στα έργα του Φουζέλι, οι ηδονοβλεψίες στα πορνεία του Ντεγκά, τα οστεώδη γυμνά κορίτσια του Σίλε που μοιάζουν ραχιτικά, κάθε άλλο παρά απελευθερώνουν ή φωτίζουν τον θεατή. Αντίθετα, επιβαρύνουν το πνεύμα του με μια μακρά σειρά έμμονες ιδέες που οι καλλιτέχνες προσπαθούν να εξορκίσουν.
»Η εμμονή να διαχωρισθεί η τέχνη από την πορνογραφία πηγάζει κυρίως από την ανησυχία […] Η ερωτική όμως τέχνη δεν μπορεί να αδρανοποιηθεί ή να κριθεί αυθαίρετα αποδεκτή γιατί – απλούστατα – έχει ως αντικείμενο την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Το σεξ αντιπροσωπεύει την τυραννία που ασκούν επάνω στον άνθρωπο τα ενστικτά του. Είναι το όπλο του που χρησιμοποιεί η φύση για να μας φυλακίσει στις φαντασιώσεις, για να μας καταδικάσει σε μια μοναξιά που η αγάπη μπορεί να απαλύνει, αλλά ποτέ να θεραπεύσει».
Στην πραγματικότητα, ο αρθρογράφος καταλήγει, δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης ανάμεσα στο γυμνό του Σίλε και την «Ντόνα» του «Men Only». Η διαφορά τους δεν εξαντλείται σε έναν απλό διαχωρισμό ανάμεσα στην τέχνη και την πορνογραφία.
Η αξία του έργου του βρίσκεται αλλού. Το σώμα γίνεται φορέας μιας βαθύτερης αγωνίας για την ανθρώπινη ύπαρξη:
«Τα εύθραυστα πλάσματα του Σίλε, παγιδευμένα μέσα στον πόνο και την απομόνωση, παραπέμπουν σε μια μεταφορά […] της ανθρώπινης μοίρας: μιας μοίρας που – κατά τον Σίλε – κυριαρχείται από την απόλυτη μοναξιά και τη διαρκή έκθεση στον πόνο».