Γράφει ο Τζίμης Ευθυμίου*

Τα γνωστά μας “φρατζάτα” ή, αλλού… “δρακατσούλες”!Τοποτηρητές του χρόνου στην πιο ωραία ώρα του, το καλοκαίρι. Όταν χωριά ολόκληρα μετακομίζαν από τον πυρωμένο κάμπο στην παραλία. Εφήμερα χωριά του καλοκαιριού, κομμάτι και αυτά του Ελληνικού πολιτισμού.Κάποτε οι χρυσαφιές κι ατελείωτες παραλίες της Ηλείας, εκεί που σμίγει ο θεός Αλφειός με τη θάλασσα, αλλά κι οι άλλοι μικρότεροι θεοί ποταμοί, ήταν ένα τοπίο σιωπής και απλότητας.

Στήνονταν καλύβες, όχι για το θεαθείναι, αλλά για το Είναι. Ξύλινα και καλαμένια καταλύματα, χτισμένα με πρόχειρα υλικά και περίσσια αγάπη. Εκεί παραθέριζαν οικογένειες, συγγενείς και φίλοι, όχι για πολυτέλεια, αλλά για να νιώσουν τον χρόνο να απλώνεται σαν πετσέτα πάνω στην άμμο.

Προσελκύονταν οικογένειες, περαστικοί, εραστές της θάλασσας, παιδιά που μεγαλώναν μες στη φύση κι όχι…αλλού. Κάθε πρωινό, μια νέα υπόσχεση· κάθε δειλινό, μια σιωπηλή ευγνωμοσύνη για το λίγο που ήταν τόσο πολύ. Με τους αυτοσχέδιους ψαράδες που στο ηλιοβασίλεμα άπλωναν το διχτακι τους για λίγα αφρόψαρα, να γεμίσουν το τηγάνι της οικογένειας, της παρέας.

Το γιοματάρι, τη φέτα, τα καρπούζια στο αυτοσχέδιο τραπέζι. Ειδυλλιακές εικόνες, το ίδιο τουλάχιστον δυνατές όσο και τα icon τοπόσημα στα νησιά που ρίχνουμε σαν δόλωμα στον τουρισμό. Το φθινόπωρο, σχεδόν τελετουργικά, θα καίγονταν, αφήνοντας την παραλία ξανά, καθαρή κι ατόφια.

Γιατί οι καλύβες ήταν και μία ήπια κατοίκηση, σε σχέση με τις καταπατήσεις, τα κακόγουστα τσιμέντα και τα μεγαθήρια που ρημάζουν αλλού τον τόπο. Ένας παραδοσιακός τρόπος για τη διατήρηση του περιβάλλοντος. Τότε ακόμα που είχαμε ” τη γη για γνώση”.Σήμερα, μόνο η νοσταλγία όσων τα ‘ζήσαν εξακολουθεί να γοητεύει. Η διαχρονική Ιστορία της ομορφιάς, σιγά σιγά σβήνεται, τόσο άδικα και παράλογα σ’ ολόκληρη αυτή τη χώρα.

Πέρσυ ξηλωσαν μες στο καλοκαίρι τις καλύβες οι μπουλντόζες. Όπως κι αλλού… Ποια ταμεία δανειστών, ποια “παράγκα” συμφερόντων… ονειρεύονται να μας πάρουν τη γη για να μαζέψουν κι άλλα κέρδη, οι ακόρεστοι; Ποιοι κρύβονται πίσω απ’ την κτηματική εταιρεία του δημοσίου; Και πώς ο κατά τ’ αλλά συμπαθής δήμαρχος Αμαλιάδας διευκόλυνε την.. ” Επιχείρηση γης μαδιάμ” εις βάρος των πολιτών του; Ας έχουμε το νου μας. Οι παραδόσεις μας δεν είναι ατελείωτες… και ήδη έχουμε εγκαταλείψει πολλές.

Αυτές οι ταπεινές καλύβες έχουν τόση γνώση και απλότητα, που κάποτε ενέπνευσε τη μοντέρνα αρχιτεκτονική. Τον ίδιο τον Le Corbizieur. Όπως ό,τι έχει ριζώσει μες στην παράδοση και την Ιστορία αυτού εδώ του τόπου.

Αν δεν τά ‘χουμε χάσει όλα πια, δηλαδή την ψυχή μας… Αν ακόμα μπορούμε να σκεφτούμε απλά… %ότε έχουν ακόμα αξία οι σκιές των δέντρων που χορεύουν με το αεράκι. Το φως που καθρεφτίζεται στα ρηχά νερά. Οι παιδικές φωνές που ζωντανεύουν τις αυγουστιάτικες μεσημεριές. Οι αναμνήσεις που χτίζονται σαν κάστρα στην άμμο. Κι η ομορφιά..

Κι αυτή η ομορφιά, αν την αφήσουμε μπορεί να ξορκίσει κάθε ψίθυρο ανησυχίας. Πριν γίνει τόσο εκκωφαντικός και ανυπόφορος όπως είναι πια στην Πρωτεύουσα. Ενισχυμένη απ’ τον αντίλαλο της στα τσιμέντα. Ας κρατήσουμε τις παραλίες μας λίγο ακόμα, μακρυά απ’ τα τσιμέντα.Οι παραλίες της Ηλείας δεν ζητάν πολυτελή θέρετρα. Ζητάν φροντίδα, αγάπη, ένα όραμα με ρίζες και φτερά.

Να μπορείς να κάθεσαι σ’ ένα παγκάκι και να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα, να νιώθεις ασφάλεια και καθαριότητα, να χαίρεσαι την απλότητα χωρίς να παρακαλάς για τα αυτονόητα. Ζητάν συνείδηση – όχι μόνο για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και για την πολιτισμική της συνέχεια. Γιατί εδώ δεν παραθερίζαμε μόνο, εδώ χτίζαμε αναμνήσεις.

*εικαστικός καλλιτέχνης, συγγραφέας, μαθηματικός, καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών, συνιδρυτής του πολιτιστικού δικτύου «Ορίζοντας Γεγονότων»