Υπάρχουν στιγμές που το πολιτικό σύστημα αποκαλύπτεται χωρίς μάσκα. Που η μηχανή της εξουσίας φαίνεται να δουλεύει όχι για λογαριασμό των πολιτών, αλλά για τη διαιώνιση του εαυτού της. Που η απόσταση ανάμεσα στο αφήγημα και την πραγματικότητα γίνεται τόσο μεγάλη, ώστε να χρειάζεται θράσος για να τη διαβείς. Ζούμε ακριβώς μια τέτοια στιγμή.
Η Νέα Δημοκρατία πουλάει φθορά με τη συσκευασία της σταθερότητας. Πουλάει ατιμωρησία με τη σφραγίδα της θεσμικής κανονικότητας. Και ό,τι δεν μπορεί να κρύψει — τα σκάνδαλα, τις παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών και δημοσιογράφων με το spyware Predator, τις σκιές στη διαχείριση δημόσιου χρήματος, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τα εκατομμύρια που εξαφανίστηκαν — επιχειρεί να το θάψει κάτω από τον θόρυβο της επικοινωνίας. Με τα κανάλια του συστήματος στο πλευρό της, αναλαμβάνουν πρόθυμα να κάνουν τη βρώμικη δουλειά: να απαξιώσουν, να αποπροσανατολίσουν, να σιωπήσουν.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που λειτουργεί ως ιδιωτική έκφραση της κυβερνητικής βούλησης. Οι ανεξάρτητες αρχές ελέγχονται. Η δικαιοσύνη κινείται με ρυθμούς που εξυπηρετούν. Τα ΜΜΕ επιλέγουν ποια σκάνδαλα αξίζουν πρώτο θέμα και ποια θάβονται στη σελίδα δεκατρία. Κι ο πολίτης μένει μόνος απέναντι σε μια εξουσία που έχει μάθει να μιλά με αυτοπεποίθηση ακόμα κι όταν ψεύδεται.
Από την άλλη, ο Τσίπρας επιχειρεί επιστροφή χωρίς απολογισμό. Χωρίς μια έστω ειλικρινή αναφορά στις υποσχέσεις που διαψεύστηκαν με τη μια νύχτα του Ιουλίου 2015, στα μνημόνια που υπέγραψε αφού μας είχε πει ότι τελείωσαν, στις αυταπάτες που κόστισαν χρόνια ανάπτυξης και κοινωνική αιμορραγία. Η επανεμφάνισή του στηρίζεται σε μια εντυπωσιακή πολιτική ασυδοσία: να προσφέρεται ξανά ως λύση αυτός που έγινε μέρος του προβλήματος. Και χωρίς μία απάντηση επί της ουσίας στις κατηγορίες για ραδιουργίες ετών με στόχο τη ρευστοποίηση των κομματων της κεντροαριστεράς. Η μνήμη των πολιτών, όμως, δεν διαγράφεται με tweet.

Μέσα σε αυτό το κλίμα κατασκευασμένων διλημμάτων και ανακυκλωμένων απογοητεύσεων, το ΠΑΣΟΚ παραμένει ο μόνος πολιτικός χώρος που ενοχλεί αυτούς που μετράνε. Ενοχλεί τη ΝΔ γιατί δεν υπακούει στα σενάριά της και δεν αφήνει να ξεχαστούν τα αδιέξοδα της διακυβέρνησής της. Και ενοχλεί το σύστημα στο σύνολό του γιατί φέρνει στη δημόσια συζήτηση αυτό που το σύστημα φοβάται περισσότερο: λόγο με συνέπεια, πρόγραμμα με σάρκα και οστά, και πολιτική αξιοπιστία που δεν αγοράζεται με διαφημιστικά σποτ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, εν τω μεταξύ, δεν αποτελεί πλέον αντίπαλο — ο Τσίπρας τον διαλύει μόνος του, αφήνοντας πίσω του θρύψαλα παράλληλα με ένα οικοσύστημα από κόμματα μίας χρήσης που ανθίζουν στις δημοσκοπήσεις και μαραίνονται στις κάλπες.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν παίζει το παιχνίδι της στιγμής. Δεν κυνηγά την είδηση της ημέρας, δεν χτίζει πολιτική καριέρα πάνω στον θυμό της κοινής γνώμης και δεν χρειάζεται σκηνοθέτες για να βγει στην κάμερα. Επιλέγει τον πιο δύσκολο δρόμο σε εποχή που η εντυπωσιοθηρία πουλάει: αξιοπιστία αντί για εντυπωσιασμό, πρόγραμμα αντί για συνθήματα, θεσμική σοβαρότητα που δεν ξεπλένεται με την επόμενη δημοσκόπηση.
Οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν στα στούντιο των καναλιών που έχουν επιλέξει πλευρά. Θα κριθούν από ανθρώπους που πληρώνουν ενοίκιο που δεν αντέχουν, που δουλεύουν με συμβάσεις που δεν τους προστατεύουν, που πήγαν στο νοσοκομείο και γύρισαν με ραντεβού σε τέσσερις μήνες, που είδαν τον λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ να ανεβαίνει ενώ ο μισθός τους έμεινε στάσιμος. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ψάχνουν χαρισματικούς «μεσσίες» ή ανακυκλωμένες υποσχέσεις. Ψάχνουν κάποιον που να τους μιλά με σεβασμό, να έχει σχέδιο και να μην αλλάζει θέση ανάλογα με τον άνεμο των ερευνών.
Το ΠΑΣΟΚ έχει και τα δύο. Γι’ αυτό είναι η πραγματική απειλή για το σύστημα. Και γι’ αυτό το σύστημα κάνει ό,τι μπορεί για να το συρρικνώσει, να το αγνοήσει, να το εξουδετερώσει. Μάταια…
Γιώργος Καρβουνιάρης
Δημοσιογράφος, Αν. Γραμματέας Τομέα Επικοινωνίας ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής