Ο «κολοσσός» της τζαζ και ένας από τους σημαντικότερους σαξοφωνίστες του είδους, πέθανε σε ηλικία 95 ετών. Αυτή είναι η ιστορία της «εξαφάνισής» του.

Και έτσι απλά, εξαφανίστηκε. Το καλοκαίρι του 1959, στο απόγειο της φήμης του, ο Σόνι Ρόλινς κατέβηκε τα σκαλιά των κλαμπ, έκλεισε τις πόρτες στα στούντιο ηχογραφήσεων και ανέβηκε στη γέφυρα Γουίλιαμσμπεργκ της Νέας Υόρκης. Για περίπου δύο χρόνια, η γέφυρα που μοιάζει με το ατσάλινο κουφάρι κάποιου μυθικού πλάσματος, έγινε το σπίτι του.

Το πραγματικό του σπίτι βρισκόταν μερικά τετράγωνα μακριά. Αλλά υπήρχε ένα σημαντικό πρόβλημα. Το σαξόφωνο χρειάζεται χρόνο για να το ημερεύσεις και χώρο για να απλωθούν οι νότες του. Και σωστό καταμερισμό ωτοασπίδων στους γείτονες, επίσης, ώστε να μην ενοχλούνται από τις πολλές επαναλήψεις. Στο διπλανό διαμέρισμα ζούσαν ο ντράμερ Φράνκι Ντάνλοπ και η έγκυος γυναίκα του. «Ήταν δύσκολο να κάνω εξάσκηση με ένα θορυβώδες όργανο όπως το τενόρο σαξόφωνο στο διαμέρισμά μου χωρίς να ενοχλώ κάποιον».

Ο Φράνκι μάλλον είχε αποχωριστεί τις μπαγκέτες του, αλλά ο Σόνι δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο με το σαξόφωνό του. Η τζαζ είναι ένας αγώνας δρόμου, σκεφτόταν· έπρεπε να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά. Εξάσκηση, λοιπόν. Εξάσκηση ξανά και ξανά. Ο Ορνέτ Κόλμαν και ο Τζον Κολτρέιν βρίσκονταν ακριβώς πίσω του· μπορούσε να ακούσει την ανάσα τους με τα πρωτοποριακά «The Shape of Jazz to Come» και «Giant Steps» αντίστοιχα. «Σόνι, πρέπει να συγκεντρωθείς, αυτοί οι δύο έχουν πολλά να αποδείξουν», έλεγε. Και έτσι απλά, εξαφανίστηκε.

Σαββατική άδεια

Από το 1959 μέχρι το 1961, σχεδόν σε καθημερινή βάση, ο 28χρονος τότε Σόνι Ρόλινς, με περισσότερους από 15 δίσκους να γράφουν το όνομά του και με μεγάλη συμβολή στις περίπλοκες εξελίξεις της μοντέρνας τότε τζαζ, της μπίμποπ, έπαιζε κοιτώντας στον ουρανό, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς τον φόβο επίθεσης από κάποια ευέξαπτη κυρία που κυοφορεί.

«Έτυχε να είμαι έξω για περπάτημα, είδα μερικά σκαλιά και σκέφτηκα: για να δούμε τι έχει εκεί πάνω», είχε δηλώσει ο Ρόλινς. «Και όταν έφτασα στην κορυφή, αντίκρισα όλο αυτόν τον φανταστικό, ανοιχτό χώρο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί πάνω. Είχε κίνηση, σίγουρα – τα τρένα του μετρό και τα αυτοκίνητα περνούσαν από πάνω και τα πλοία από κάτω – αλλά δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που να περπατούν εκείνες τις μέρες· τώρα έχει πολύ περισσότερη κίνηση. Υπήρχαν πολλοί πυλώνες και στηρίγματα τότε, όπου μπορούσα να βρω χώρους για να μη με βλέπει ο κόσμος, αν και μπορούσαν να με ακούσουν. Οι μόνοι που μπορούσαν να με δουν ήταν οι λίγοι που διέσχιζαν τη γέφυρα με τα πόδια. Και ελάχιστοι από αυτούς σταματούσαν για να μιλήσουν. Υποθέτω ότι οι περισσότεροι σκέφτονταν: ποιος είναι αυτός ο τρελός τύπος;»

Ο Ράλφ Μπέρτον, δημοσιογράφος του περιοδικού Metronome, περνούσε τυχαία από τη γέφυρα όταν άκουσε έναν ήχο που δεν έμοιαζε καθόλου με τον θόρυβο του τρένου. Όσο πλησίαζε στην πηγή του ηχοκύματος και εκείνο φιλτραριζόταν από την ακοή του, κατάλαβε ότι «η μουσική αυτή ανήκει σε κάποιον Ανώτερο, σε κάποιον μάστερ». Εκστασιασμένος από την τυχαία συνάντησή του με τον – σχεδόν – αγνοούμενο Σόνι Ρόλινς, έγραψε για την εμπειρία του, αλλά σεβάστηκε απόλυτα την ιδιωτικότητα του «Κολοσσού». Για να μην ενοχληθεί ο Ρόλινς από διάφορους θαυμαστές, του έδωσε το ψευδώνυμο «Μπάστερ Τζόουνς», γράφοντας πως τον συνάντησε στη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Η επιστροφή

Μέρα και νύχτα, με βροχή ή με ήλιο, σε μοναχικές συνεδρίες που μερικές φορές διαρκούσαν 15 ώρες ή και περισσότερο, οι περαστικοί άκουγαν τους γρήγορους, καταιγιστικούς του αυτοσχεδιασμούς να παρασύρονται από το κροτάλισμα του μετρό και ύστερα, με μια αναπήδηση, να πέφτουν στο νερό του Ιστ Ρίβερ, πάνω στον οποίο σφύριζαν τα πλοία. Ο ήχος της πόλης περνούσε μέσα από τα πνευμόνια του.

«Δεχόμουν πολλή δημοσιότητα για τη δουλειά μου εκείνη την εποχή, αλλά δεν ικανοποιούσα τις δικές μου απαιτήσεις για το τι ήθελα να κάνω μουσικά», δήλωσε σε συνέντευξή του στον Guardian το 2022. Και έτσι απλά, επέστρεψε. Ο Ρόλινς ανέβηκε ξανά στη σκηνή το φθινόπωρο του 1961 και ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το άλμπουμ «The Bridge», έναν ολοκληρωμένο, γεμάτο δίσκο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το κομμάτι «John S». Στη συνέχεια, ο Ρόλινς έκανε μερικές ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις για την εταιρεία Impulse!, η οποία ήταν προσανατολισμένη στη free jazz, πριν «εξαφανιστεί» και πάλι το διάστημα 1968-1971 για φιλοσοφική μελέτη, διαλογισμό και απομόνωση σε ένα μοναστήρι στην Ινδία.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 έως την απόσυρσή του το 2014 λόγω πνευμονικής ίνωσης, ο Ρόλινς εξερεύνησε πολλά είδη, βαδίζοντας στις κατάμεστες συναυλιακές σκηνές του κόσμου με τη φράση «ο μεγαλύτερος εν ζωή αυτοσχεδιαστής» στις αφίσες του. Δεν ήταν υπερβολή.

Και έτσι απλά, πέθανε. Τη Δευτέρα (25/5) έγινε γνωστό ότι ο Σόνι Ρόλινς έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών. Δεν είχε κανένα πρόβλημα με τον θάνατο, μιλούσε μάλιστα συχνά για το αναπόφευκτο. «Ο θάνατος είναι περίεργο πράγμα», είχε πει στους New York Times το 2020. «Όλοι φοβούνται να πεθάνουν επειδή είναι το άγνωστο. Αλλά η μητέρα μου πέθανε. Ο πατέρας μου πέθανε. Ο αδελφός μου πέθανε. Η αδελφή μου πέθανε. Ο θείος μου πέθανε. Η γιαγιά μου πέθανε. Ήταν όλοι τους σπουδαίοι άνθρωποι. Αν μπόρεσαν εκείνοι να πεθάνουν, τότε γιατί να μην μπορώ να πεθάνω κι εγώ; Είμαι καλύτερος από αυτούς; Είναι γελοίο να σκέφτεσαι: “Ω, Θεέ μου, δεν πρέπει να πεθάνω”. Το σώμα μου θα γίνει σκόνη. Αλλά η ψυχή μου θα ζει για πάντα».

Και η μουσική του, θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος, ειδικά αν περνάει συχνά από τη γέφυρα Γουίλιαμσμπεργκ.

tovima.gr