Mε τη φυσιογνωμία του, τον τρόπος ερμηνείας και τους λυρικούς στίχους του έστρεψε τη δεκαετία του ’60 τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του κάνοντας τους μουσικοκριτικούς να μιλάνε για « μια διασταύρωση παιδιού του κατηχητικού και beatniks».
Γεννήθηκε 24 Μαΐου του 1941
Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου
O Robert Allen Zimmerman γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1941 στο Ντουλούθ της Μιννεσότα. Ως μαθητής γυμνασίου άρχισε να παίζει φυσαρμόνικα, πιάνο και κιθάρα, ενώ συμμετείχε για πρώτη φορά σε συγκρότημα, τους Golden Chords ερμηνεύοντας τραγούδια των Chuck Berry και Little Richard. Το 1959 φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Μινεάπολης. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά την μουσική του φολκ θρύλου Woody Guthrie, έγινε λάτρης του και αποφάσισε να τον συναντήσει. Για το σκοπό αυτό παράτησε τις σπουδές του και έφτασε στη Νέα Υόρκη, την μητρόπολη της μουσικής αλλά και το μέρος που μπορούσε να συναντήσει το ίνδαλμα του.
Άλλαξε το όνομά του, γεγονός που κατά μία εκδοχή οφείλεται στην επιρροή από τον Ουαλό ποιητή Dylan Thomas, ο οποίος πέθανε στην Νέα Υόρκη το 1953, στα 39 του χρόνια, από υπερβολική χρήση οινοπνευματωδών. Το 1960, ο Bob Dylan άρχισε να παίζει σε διάφορους μουσικούς χώρους, τραγουδούσε σε πλατείες και folk bars στην περιοχή Greenwich Village. Στις αρχές του 1962, κυκλοφόρησε ο πρώτος ομώνυμος δίσκος του, με δύο δικά του τραγούδια (Talking New York, Song for Woody) και τα υπόλοιπα διασκευές, μεταξύ των οποίων και το The House of the Rising Sun. Ο δεύτερος δίσκος του κυκλοφόρησε το 1963 με τίτλο The Freewheelin’ Bob Dylan, ο οποίος περιείχε και το πολύ δημοφιλές τραγούδι Blowin’ in the wind. Με αυτόν το δίσκο ξέφυγε από τα στενά όρια της folk κοινότητας της Νέας Υόρκης και έγινε ευρύτερα γνωστός. Η φυσιογνωμία του, ο τρόπος ερμηνείας, οι στίχοι, η μουσική του αλλά και οι ριζοσπαστικές απόψεις του έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του.
Υπήρξε λοιπόν είναι η νέα φωνή της Αμερικής, είναι η διαμαρτυρία, η άρνηση, η αμφισβήτηση, η επανάσταση. Αυτός όμως αρνείται τον ρόλο της φωνής του κινήματος. Εγκαταλείπει τα τραγούδια διαμαρτυρίας και επηρεασμένος από τους μεγάλους συμβολιστές ποιητές (Μπωντλαίρ, Ρεμπώ και κυρίως τον Τ. Σ. Έλιοτ) δημιουργεί πολύπλοκα ροκ ποιήματα. Κυκλοφορεί τρεις δίσκους, που καθορίζουν την ιστορία της ροκ, όπως τον θρυλικό Highway 61 Revisited,με ιστορικά κομμάτια όπως τα Like A Rolling Stone, Ballad For A Thin Man, Desolation Row, τον Bringing it all back homeδίσκος που σηματοδότησε τη στροφή του στο ηλεκτρικό μπλουζ, τον Blonde on Blonde, ένα καταπληκτικό διπλό άλμπουμ, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Οι πιστοί φολκ οπαδοί που τον αποδοκιμάζουν στο Newport Festival (1965) όταν ανεβαίνει στη σκηνή με δερμάτινη ζακέτα και ψηλοτάκουνες μπότες και τολμά να παίξει ηλεκτρική κιθάρα Fender Stratocaster θα δώσουν τη θέση τους σε χιλιάδες νέους θαυμαστές. O 25χρονος Dylan έχει πάνω από 10.000.000 πωλήσεις δίσκων. Το καλοκαίρι του 1965 ένα δικό του τραγούδι, το Mr. Tambourine Man γίνεται μεγάλη επιτυχία παιγμένο από τους Byrds. Στις 22 Νοεμβρίου του ίδιου έτους σε διακοπές στην Ισπανία παντρεύεται την Sara Lawndes. Κάνουν μαζί τέσσερα παιδιά. Ο Ντίλαν υιοθέτησε επίσης την κόρη της Σάρα από τον προηγούμενό της γάμο.
Το 1966 κάνει παγκόσμια περιοδεία με το συγκρότημα του, τους The Hawks (που αργότερα έγιναν γνωστοί ως The Band). Δίνει μια ιστορική συναυλία στην Αγγλία που ηχογραφείται, αλλά κυκλοφορεί μετά από 22 χρόνια το 1998. Μετά το τέλος της περιοδείας του, αγοράζει ένα παλιό σπίτι στην εξοχή, κοντά στην Νέα Υόρκη στην περιοχή του Γούντστοκ, όπου ξεκουράζεται και ηρεμεί. Το πρωί της 29 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς τραυματίζεται σοβαρά με την μηχανή του, μια μαύρη Triumph 500. Πολλοί λένε ότι ήταν δολοφονική ενέργεια από την CIA, άλλοι ότι μετά το ατύχημα δεν ήταν πια ο ίδιος. Για ενάμιση χρόνο αναρρώνει απομονωμένος στο σπίτι του στο Γούντστοκ, απολαμβάνοντας την οικογενειακή ζωή. Όλο αυτό το διάστημα έγραφε τραγούδια, πότε στο σπίτι του, πότε στο κοντινό υπόγειο των Band, το φημισμένο Big Pink. Οι ηχογραφήσεις αυτές κυκλοφόρησαν το 1975 σε άλμπουμ, το περίφημο The Basement Tapes, αφού σχεδόν όλα είχαν βγει στην αγορά ανεπίσημα, ως bootlegs. Ο Ντίλαν επιστρέφει στο στούντιο και τον Ιανουάριο του 1968 κυκλοφορεί τον δίσκο John Wesley Harding, βαθιά επηρεασμένο από την θρησκεία, την μουσική φολκ παράδοση και με φανερή την αλλαγή της προσωπικότητας του δημιουργού, ο οποίος περιλάμβανε και το All along the Watchtower, πιο γνωστό από την διασκευή του Τζίμι Χέντριξ, αλλά επίσης και από αυτές των Δ. Σαββόπουλου και Δ. Πουλικάκου. Το 1969 κυκλοφορεί τον δίσκο Nashville Skyline.
Είμαστε στο τέλος της δεκαετίας του 1960, μια εποχή ασυμβίβαστη, άγρια και ελεύθερη. Η γενιά του πειραματίζεται σωματικά και εγκεφαλικά με ψυχεδελικές ουσίες. Η μουσική ακολουθεί τους ίδιους δρόμους. Ο Dylan απέχει από συναυλίες και κυκλοφορεί δίσκους με διασκευές και επανεκτελέσεις δικών του τραγουδιών, όπως ο Selfportrait, ο οποίος δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Τέσσερις μήνες μόλις μετά την κυκλοφορία του, αποφασίζει να βγάλει στην αγορά ένα νέο άλμπουμ, με καινούριο μελωδικό ήχο, που σηματοδοτεί την επιστροφή του, με τίτλο New Morning (1970). Το 1974 είναι η χρονιά της μεγάλης επιστροφής. Πραγματοποιεί σειρά θριαμβευτικών συναυλιών με τους Band, από τις οποίες θα κυκλοφορήσει ένας διπλός live δίσκος, Before the flood.
Το 1975 είναι μια μεγάλη και παραγωγική χρονιά για τον ίδιο και μια δύσκολη περίοδος για τον γάμο του. Στις αρχές τις χρονιάς κυκλοφορεί το αριστουργηματικό Blood on the Tracks, εμπνευσμένο από την έγγαμη συμβίωση και τις δυσκολίες της. Η χρονιά κλείνει με το Desire, το οποίο περιέχει το Sara, ένα τραγούδι ύμνο στη γυναίκα του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι με αυτό το τραγούδι έφερε ξανά έστω και προσωρινά κοντά του τη Σάρα. Τον Nοέμβριο του 1976 χόρεψε στο «τελευταίο βαλς» των Band. Η μεγαλειώδης συναυλία ηχογραφήθηκε, κυκλοφόρησε σε δίσκο (The Last Waltz) και κινηματογραφήθηκε από τον Μάρτιν Σκορσέζε. Το 1977 εκδίδεται το διαζύγιο του. Ο Ντίλαν αναζητά διέξοδο, στην αρχή σε εφήμερες σχέσεις και κατόπιν στον χριστιανισμό. Το 1979 το Slow Train Coming ανοίγει μια τριλογία δίσκων, με τους οποίους ο Dylan ψάχνει να βρει εκείνον που βάπτισε όλα τα ζωντανά πλάσματα, ψάχνει την αρχή, το αργοκίνητο τρένο της δημιουργίας. Γίνεται ένας αναγεννημένος χριστιανός (New-born Christian) και απογοητεύει τους παλιούς προοδευτικούς οπαδούς του. Τη δεκαετία του ’80, τα προσωπικά του αδιέξοδα τον απομονώνουν από τους χιλιάδες φίλους του. Όμως συνεχίζει να βγάζει δίσκους, να κάνει περιοδείες, να υπάρχει, να ψάχνεται, και το 1989 κυκλοφορεί έναν εμπνευσμένο δίσκο, σε παραγωγή Daniel Lanoix, το Oh Mercy.
Το 1992 γιορτάζει τα 30 χρόνια επί σκηνής με καλεσμένους όλους τους παλιούς του φίλους. Κάνει παγκόσμια περιοδεία, έρχεται μάλιστα και στην Ελλάδα στις 14 Ιουνίου του 1993. Όλα αυτά τα χρόνια δεκάδες καλλιτέχνες διαφόρων μουσικών ειδών διασκευάζουν τα τραγούδια του. Σχεδόν 60χρονος, κυκλοφορεί το 1997 το Time Out of Mind, γραμμένο πριν και μετά από μια μεγάλη περιπέτεια υγείας με την καρδιά του. Ένας δίσκος κλάσης, ένας δίσκος που φέρει την υπογραφή του ίδιου του Ντίλαν (Love Sick, Dirt Road Blues, Tryin’ to get to heaven, Cold Irons Bound, Can’t Wait) αλλά παράλληλα ένας σύγχρονος δίσκος που πετυχαίνει και εμπορικά. Το Time Out of mind σαρώνει τα βραβεία Grammy, ανοίγοντας μια περίοδο απόδοσης τιμών. Τα επόμενα χρόνια βραβεύεται από τον βασιλιά της Σουηδίας, προτείνεται για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και παίρνει το Βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Things have changed.

Μπομπ Ντίλαν: Ενας θρύλος, ετών 70
Εβδομήντα ολόκληρα χρόνια κλείνουν σήμερα από τότε που ο Μπομπ Ντίλαν γεννήθηκε ως Ρόμπερτ Αλαν Ζίμερμαν στο Ντουλούθ της Μινεσότα. Ως μουσικός έχει κάνει τα πάντα. Οσο μεγαλώνει όμως ο Ντίλαν τόσο πιο δραστήριος δείχνει. Η ζωντάνια του φάνηκε και στη συναυλία που έδωσε πέρσι στη Μαλακάσα.
Στις 12 Απριλίου του 2011 κυκλοφόρησε το live άλμπουμ «Bob Dylan in Concert- Brandeis University 1963» με εξαφανισμένες μέχρι πρότινος ηχογραφήσεις από την περίοδό του στο Πανεπιστήμιο του Μπράντεϊ. Λίγους μήνες πιο πριν, τον Οκτώβριο του 2010 ο Ντίλαν είχε παρουσιάσει το «The Witmark Denois», ένατο άλμπουμ της σειράς Bootleg. Με άλλα λόγια οι δραστηριότητες του Ντίλαν δεν έχουν σταματημό. Τα άλμπουμ του καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στα τσαρτς και εξυμνούνται από την κριτική όπως συνέβη με το «Modern Times» το 2006, ένα άλμπουμ που αγάπησε ιδιαιτέρως το κοινό αφού έκανε πωλήσεις του ύψους των 2, 5 εκατομμυρίων αντιτύπων.
Στις πρώτες θέσεις σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών βρίσκονται οι επιτυχίες του όπως “Like a Rolling Stone”, “The times they are a-changin’, “Blowin’ in the wind” ενώ άλμπουμ του όπως “Blonde on blonde” και “:Blood on the tracks” θεωρούνται οριακά για την εξέλιξη της σύγχρονης φολκ και ροκ μουσικής.
Σε συνέντευξή του στον αμερικανό δημοσιογράφο και συγγραφέα Μπιλ Φλάναγκαν η οποία αρχικώς δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του, ο Ντίλαν λέει ότι τα τραγούδια του λένε απλώς την αλήθεια και ότι δεν υπάρχει κάποιος χαρακτήρας πίσω από την φωνή που ακούγεται. «Δεν υπάρχει από πίσω ένας οδηγός λεωφορείου, ούτε κάποιος χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος. Δεν υπάρχει κάποιος serial killer επίσης. Είμαι εγώ αυτός που τα τραγουδά, νέτα, σκέτα. Δεν θα έπρεπε να συγχέουμε τους τραγουδιστές και του περφόρμερς με τους ηθοποιούς… Οσο περισσότερο υποδύεσαι κάτι, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από την αλήθεια». Βεβαίως να μην ξεχνάμε ότι ο Ρόμπερτ Αλεν Ζίμερμαν έστησε ολόκληρη την καριέρα του πίσω από ένα ψευδώνυμο, οπότε τα λόγια του, που ως συνήθως έχουν δύο αναγνώσεις, ακούγονται έως και αυτοσαρκαστικά.
Στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Bob Dylan, Η ζωή μου» (Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου, Νίκη Προδρομίδου), το κοινό μπορεί να κρίνει μόνο του, τί είναι ήδη γνωστό και τί όχι για την ζωή του Μπομπ Ντύλαν. Αυτό όμως που δεν αλλάζει είναι η γλώσσα του ίδιου του Ντύλαν καθώς και οι σκέψεις και η βαθύτερη φιλοσσοφία του έτσι όπως αυτές αποτυπώνονται στα πέντε κεφάλαια του βιβλίου. Είναι άλλο να γνωρίζεις πως ο Μπομπ Ντύλαν επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκααετίας του ’60 και εντελώς διαφορετικό να σου περιγράφει ο ίδιος την πρώτη επαφή του με το Μεγάλο Μήλο. Πολλοί έχουν την εντύπωση πως ο Μπομπ Ντύλαν βαθιά κλεισμένος μέσα στο τεράστιο εγώ του δύσκολα θα ερχόταν σε επαφή με διάφορα μουσικά κινήματα που αναπτύχθηκαν μέσα στα 50 περίπου χρόνια που διαρκεί η καριέρα του. Και όμως στις 367 σελίδες του, το βιβλίο βρίθει από αναφορές σε μουσικούς και ιδιώματα και το πιο ενδιαφέρον δείχνει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το χιπ-χοπ.
Βασικά στοιχεία μία τέτοιας αυτοβιογραφίας παραμένουν τα σιωπηλά χρόνια μίας κλειστής παιδικής ηλικίας και εφηβείας• μνήμες από την εβραία γιαγιά του από την Οδησσό, τον πατέρα του που δούλευε στην εταιρία πετρελαίου Standard• τους παιδικούς ήρωές του, Ρομπέν των Δασών και Αγιο Γεώργιο και κυρίως, ώριμος πια, την συνάντησή του με το ίνδαλμά του και γίγαντα της αμερικανικής φολκ, Γούντι Γκάθρι στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Το «Bob Dylan, Η ζωή μου» είναι ουσιαστικά η δεύτερη συγγραφική δουλειά του Μπομπ Ντίλαν μετά το «Tarantula» του 1971» και σύμφωνα με τις πρώτες πρώτες κριτικές που δημοσιεύτηκαν πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό λογοτεχνικό, αρκετά ατμοσφαιρικό, το οποίο βρίθει ανεκδοτολογικών αναφορών στην 50χρονη καριέρα του καθώς και ανάγλυφων εντυπώσεων από την ζωή του.
O Nτίλαν δεν έπαψε ποτέ να αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του. Σε συνέντευξη του προς τον μελλοντικό βιογράφο του και δημοσιογράφο Ρόμπερτ Σέλτον που δημοσιεύθηκε μόλις πρόφατα στο περιοδικό Uncut αλλά πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1966 σε πτήση από τη Νεμπράσκα προς το Ντένβερ, ο Ντίλαν εξομολογείται την εξάρτησή του από την ηρωίνη: «Κόλλησα την συνήθεια με το που πάτησα το πόδι μου στη Νέα Υόρκη. Ημουν πραγματικά πολύ πολύ εξαρτημένος, μια συνήθεια που μου κόστιζε τότε 25 δολλάρια την ημέρα.
Ο θάνατος για μένα δεν σημαίνει τίποτε αρκεί να έρθει γρήγορα. Γνωρίζω πολλές φορές που παραλίγο να πεθάνω γρήγορα και θα μπορούσα εύκολα να το είχα κάνει. Είχα τάσεις αυτοκτονίας, το παραδέχομαι, αλλά τις ξεπέρασα.»
O Mπομπ Ντίλαν με τα δικά του λόγια
Η Αμερική στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
«Γεννήθηκα την Ανοιξη του 1941. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν ήδη στην Ευρώπη και σύντομα θα έμπαινε σ’ αυτόν και η Αμερική…Αν είχες γεννηθεί εκείνη περίπου την εποχή ή αν ήσουν ενήλικας και είχες τα μάτια σου ανοιχτά, μπορούσες να νιώσεις τον παλιό κόσμο να φεύγει και έναν καινούργιο να παίρνει την θέση του. Ηταν σαν να γύριζες το χρόνο πίσω στην εποχή της γέννησης του Χριστού, τότε που το π.Χ. έγινε μ.Χ.. Ο Χίτλερ, ο Τσόρτσιλ, ο Μουσολίνι, ο Στάλιν, ο Ρούσβελτ ήταν επιβλητικές προσωπικότητες, που αντίστοιχες τους δεν είχε γνωρίσει ποτέ ξανά ο κόσμος, ήταν άνθρωποι οι οποίοι στηρίζονταν στις δικές τους αποφάσεις και ο,τι ήθελε προκύψει. Ο καθένας τους ήταν έτοιμος να ενεργήσει μόνος του, αδιαφορώντας για την έγκριση του κόσμου, για τα πλούτη ή την αγάπη. Πήραν τις τύχες της ανθρωπότητας στα χέρια τους και μετέτρεψαν τον κόσμο σε θρύψαλα».
Οι ανησυχίες της πρώτης περιόδου
«Αγωνιούσα για να βγάλω δίσκο, αλλά δεν ήθελα να βγάλω σιγκλάκια, σαρανταπεντάρια, σαν τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο. Οι τραγουδιστές της φολκ, οι καλλιτέχνες της τζαζ και οι μουσικοί της κλασικής έκαναν LP, δίσκους μακράς διαρκείας με πολλά τραγούδια στις δύο πλευρές• αυτοί οι δίσκοι μπορούσαν να σφυρηλατήσουν την μοναδικότητα του καλλιτέχνη και να επηρεάσουν τον κόσμο, έδιναν μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα…Ούτως ή άλλως δεν είχα κανένα τραγούδι στο ρεπερτόριό μου για το εμπορικό ραδιόφωνο. Τα τραγούδια για διεφθαρμένους λαθρέμπορους ουίσκι, για μανάδες που πνίγουν τα ίδια τους τα παιδιά, για Κάντιλακ που καίνε το γαλόνι στα πέντε μίλια, για πλημμύρες, για εμπρησμούς στα γραφεία των συνδικάτων, για το ζοφερό σκοτάδι και τα πτώματα στο βυθό των ποταμών, δεν έκαναν για τους φίλους του ραδιοφώνου. Tα φoλκ που έλεγα εγώ δεν είχαν τίποτα ξένοιαστο. Δεν ήταν φιλικά και μελιστάλαχτα. Δεν ήταν σαν τα κύματα που γλύφουν απαλά την ακτή…Το ύφος μου ήταν πολύ αλλοπρόσαλλο για να ταξινομηθεί στο ραδιόφωνο, και για μένα τα τραγούδια ήταν πιο σημαντικά από την ανάλαφρη ψυχαγωγία».
Εξομολογήσεις ενός επικίνδυνου μυαλού ή αλλιώς πως το Ρόμπερτ Αλεν Ζίμερμαν άλλαξε σε Μπομπ Ντύλαν.
«Αυτό που σκόπευα να κάνω αμέσως μόλις έφυγα από το σπίτι μου ήταν να υιοθετήσω το όνομα Ρόμπερτ Αλαν… Εμοιαζε με όνομα σκωτσέζου βασιλιά και μου άρεσε. Αυτό το όνομα περιείχε σχεδόν όλα όσα ήμουν εγώ. Κάτι που με μπέρδεψε κάπως ήταν ένα άρθρο που διάβασα λίγο αργότερα στο περιοδικό Downbeat για ένα σαξοφωνίστα της Δυτικής Ακτής ονόματι David Allyn. Υποπτευόμουν ότι ο τύπος είχε αλλάξει την ορθογραφία από Allen σε Allyn και καταλάβαινα το λόγο. Με το y το όνομα έμοιαζε πιο εξωτικό, πιο αινιγματικό. Αυτό θα έκανα και εγώ. Αντί για Robert Allen, θα ήμουν ο Robert Allyn. Λίγο αργότερα, ωστόσο, εντελώς αναπάντεχα, έπεσα πάνω σε μερικά ποιήματα του Dylan Thomas. Το Dylan και το Allyn έμοιαζαν ηχητικά. Robert Dylan. Robert Allyn. Δεν μπορούσα να αποφασίσω – το γράμμα D ακουγόταν πιο έντονα. To Robert Dylan όμως δεν έδειχνε και δεν ακουγόταν τόσο καλά όσο το Robert Allyn. Ο κόσμος με φώναζε πάντοτε ή Robert ή Bobby αλλά το Bobby Dylan μού ακουγόταν πολύ επιπόλαιο, και επιπλέον υπήρχε ήδη ένας Bobby Darin, ένας Bobby Vee, ένας Bobby Rydell, ένας Bobby Neely και ένα σωρό άλλοι Bobbys. Το Bob Dylan όμως έδειχνε και ακουγόταν καλύτερο από το Bob Allyn. Την πρώτη φορά που με ρώτησαν το όνομά μου στις Δίδυμες πόλεις (Μινεάπολις και Σεν Πολ), ενστικτωδώς και αυτόματα, χωρίς να το σκεφτώ καθόλου, απάντησα απλώς “Bob Dylan”».
Για την Τζόαν Μπαέζ
«Η Τζόαν έδειχνε πολύ ώριμη, σαγηνευτική, παθιασμένη, μαγική, δεν λάθευε σε τίποτα από όσα έκανε. Το ότι ήταν συνομίληκή μου με έκανε να νιώθω άβολα, Οσο παράλογο κι αν ακούγεται, κάτι μου έλεγε ότι ήμασταν σαν δίδυμοι- ότι μόνο με την δική της φωνή θα μπορούσε να δέσει αρμονικά η φωνή μου».
Για την μουσική του
«Αναμφίβολα οι στίχοι μου είχαν το θάρρος να θίξουν θέματα που δεν είχε θίξει κανείς ως τότε• ωστόσο, αν το μόνο σημαντικό στα τραγούδια μου ήταν οι στίχοι τους, τότε γιατί ο σπουδαίος rock ‘n’ roll κιθαρίστας Duane Eddy ηχογράφησε ένα άλμπουμ με οργανικές εκτελέσεις τους; Οι μουσικοί ήξεραν πάντοτε ότι τα τραγούδια μου δεν ήταν μόνο στίχοι, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι μουσικοί».
Μία συνάντηση με τον Μπόνο, μερικούς μήνες πριν από την ηχογράφηση του «Oh Mercy» με τον Ντανιέλ Λανουά στην παραγωγή, τον οποίο του πρότεινε ο Μπόνο
«Ενα βράδυ, ο Μπόνο, ο τραγουδιστής των U2, ήλθε για φαγητό μαζί με κάτι άλλους φίλους. Οταν είσαι με τον Μπόνο είναι σαν να τρως με τρένο• είσαι σε διαρκή κίνηση σαν να πηγαίνεις κάπου. Ο Μπόνο έχει ψυχή αρχαίου ποιητή, αλλά πρέπει να είσαι προσεκτικός μαζί του. Μπορεί να χαλάσει τον κόσμο με τις φωνές του. Είναι επίσης ένας μικρός φιλόσοφος. Εφερε μαζί του ένα κασόνι μπύρες Guiness. Πιάσαμε κουβέντα για τα πράγματα που λέει κανείς όταν κάθεται παρέα με κάποιον μπροστά στο τζάκι και έξω είναι χειμώνας. Μιλήσαμε πολύ για τον Τζακ Κέρουακ.
Ο Μπόνο γνωρίζει πολύ καλά τα βιβλία του Κέρουακ• του Κέρουακ, ο οποίος εξυμνούσε κάτι αμερικάνικες πόλεις όπως το Τράκι, το Φάργκο, το Μπιουτ και η Μαντόρα – πόλεις που οι περισσότεροι αμερικανοί δεν τις έχουν ακουστά. Είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Μπόνο ξέρει περισσότερα πράγματα για τον Κέρουακ από την πλειοψηφία των αμερικανών…»