Τι είναι ο κανόνας του «20 συν τέσσερα» που επιβάλλεται

Υποβαθμίζει την αριστεία το κορυφαίο πανεπιστήμιο του κόσμου; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί πλέον στους ακαδημαϊκούς κύκλους, καθώς το Χάρβαρντ αποφάσισε να λάβει δραστικά μέτρα απέναντι σε ένα φαινόμενο που απειλεί τον πυρήνα της φήμης του. Μετά από δεκαετίες συζητήσεων, το ίδρυμα επιχειρεί να βάλει φρένο στην ανεξέλεγκτη διόγκωση των βαθμών, ανοίγοντας μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει πραγματικά «άριστα» σήμερα.

Σε ψηφοφορία, της οποίας τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν την Τετάρτη, το διδακτικό προσωπικό του Χάρβαρντ αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα μέτρο που συζητείται εδώ και δεκαετίες, χωρίς ωστόσο να έχει υλοποιηθεί ποτέ: τον περιορισμό της βαθμολογίας «Α».

Ο κανόνας «20 συν τέσσερα»

Ο νέος κανονισμός επιβάλλει τον κανόνα «20 συν τέσσερα», βάσει του οποίου μόλις το 20% των φοιτητών ενός προπτυχιακού μαθήματος μπορεί να βαθμολογηθεί με καθαρό «Α», με ένα περιθώριο ευελιξίας για επιπλέον τέσσερις φοιτητές ανά τάξη. Ο αστερίσκος αυτός σχεδιάστηκε ως προσαρμογή για τα ολιγομελή, προχωρημένα σεμινάρια που βασίζονται περισσότερο στη συνεργασία.

Το νέο μέτρο θα τεθεί επίσημα σε ισχύ από το φθινόπωρο του 2027 και θα επανεξεταστεί μετά από τρία χρόνια, ενώ ο περιορισμός αφορά αποκλειστικά το καθαρό «Α», χωρίς να υπάρχει κανένας περιορισμός για τον βαθμό «Α-μείον» (A-minus) ή χαμηλότερους βαθμούς.

Παράλληλα, οι εσωτερικές ακαδημαϊκές διακρίσεις και τα βραβεία του κολεγίου θα υπολογίζονται πλέον με βάση τον μέσο όρο της εκατοστιαίας κατάταξης (percentile rank) του φοιτητή και όχι με τον γενικό μέσο όρο (GPA).

Αξίζει να σημειώσει κανείς ότι το σώμα των καθηγητών καταψήφισε πρόταση που θα επέτρεπε σε ορισμένα μαθήματα να εξαιρεθούν από το όριο επιλέγοντας ένα σύστημα βαθμολόγησης «επαρκώς/ανεπαρκώς».

Πλέον ξεκινά το δύσκολο κομμάτι, το οποίο αφορά τη διασφάλιση ότι η αλλαγή θα αναβαθμίσει την παρεχόμενη εκπαίδευση. Εξέλιξη που εξαρτάται από πολλούς περισσότερους παράγοντες πέρα από τις αποφάσεις εντός της πανεπιστημιούπολης.

Τα προβλήματα που προκαλούν οι «εύκολοι» άριστοι βαθμοί

Οι άριστοι βαθμοί που δίνονται με ευκολία, προκαλούν προβλήματα για πολλούς λόγους.

Μειώνουν το κίνητρο για μάθηση, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους με λιγότερες γνώσεις και δεξιότητες.

Παράλληλα, δυσχεραίνουν τις προσπάθειες των πραγματικά κορυφαίων φοιτητών να ξεχωρίσουν από τους, απλώς επαρκείς συνομηλίκους τους.

Αν και οι διογκωμένοι βαθμοί δίνουν την εντύπωση ότι αποφορτίζουν τους φοιτητές, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο.

Οι βαθμοί στο Χάρβαρντ ανέβηκαν τόσο πολύ, που αρκούσαν μόλις δύο «Α-μείον» για να χάσει ένας φοιτητής την αποφοίτηση με τον ανώτατο έπαινο.

Ο φόβος των καθηγητών

Στην περίπτωση αυτού του πληθωρισμού των βαθμών, οι πιέσεις είναι ιδιαίτερα έντονες για τους νεότερους καθηγητές, οι οποίοι φοβούνται ότι η αντικειμενική βαθμολόγηση θα οδηγήσει σε χειρότερες αξιολογήσεις μαθημάτων, χαμηλότερα ποσοστά εγγραφών και λιγότερες προοπτικές μονιμοποίησης. Ο συγκεκριμένος φόβος λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά, παράγοντας βαθμολογίες που όχι μόνο ήταν υψηλές, αλλά παρουσίαζαν συνεχή άνοδο, σημειώνουν μεταξύ άλλων, σε άρθρο που συνυπογράφουν στους New York Times, οι Τζέισον Φέρμαν, και ο Ντέιβιντ Λάιμπσον καθηγητές οικονομικών στο Χάρβαρντ.

«Α» σε πάνω από το 49% των διδαχθέντων

Στα επτά έτη διδασκαλίας του EC 10 –του εισαγωγικού μαθήματος οικονομικών του πανεπιστημίου– δόθηκε ο βαθμός «Α» σε περισσότερους από 4.000 φοιτητές, ποσοστό που υπερβαίνει το 49% των διδαχθέντων. Παρότι όλοι οι φοιτητές με την υψηλότερη βαθμολογία στο EC 10 είχαν εμπεδώσει την ύλη, δεν ανταποκρίνονταν όλοι στο κριτήριο της «εξαιρετικής διάκρισης» που, σύμφωνα με τον οδηγό σπουδών, οφείλει να αντιπροσωπεύει ο άριστος βαθμός.

Σε τελική ανάλυση, ο πληθωρισμός των βαθμών δεν υποβαθμίζει μόνο την ποιότητα της εκπαίδευσης αλλά πλήττει και το πανεπιστήμιο –οποιοδήποτε ίδρυμα– στο σύνολό του, διαβρώνοντας τη φήμη του για αριστεία, υπογραμμίζουν οι αρθρογράφοι.

Ενδεχόμενες αδικίες, αλλά μια κατανοητή λύση

Η προσέγγιση που επέλεξε το Χάρβαρντ αποτελεί έναν από τους πολλούς πιθανούς τρόπους για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Κάθε πρόταση που υποβλήθηκε, συμπεριλαμβανομένης της συγκεκριμένης, παρουσιάζει μειονεκτήματα και ενδέχεται να γεννήσει αδικίες. Ο κανόνας «20 συν τέσσερα», για παράδειγμα, θα μπορούσε να αδικήσει μια τάξη που συγκεντρώνει ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό ταλαντούχων και εργατικών φοιτητών.

Παρόλα αυτά, προσφέρει μια εύκολα κατανοητή και εφαρμόσιμη λύση απέναντι στην κατάσταση που μάστιζε το προηγούμενο καθεστώς.

Δύσκολο να διατηρηθούν σε βάθος χρόνου

Ωστόσο, τα «αντιπληθωριστικά» μέτρα αποδεικνύονται δύσκολο να διατηρηθούν σε βάθος χρόνου.

Το πλαφόν στην απονομή του βαθμού «Α» στο Πρίνστον ίσχυσε από το 2004 έως το 2014, ενώ η αντίστοιχη πολιτική συγκράτησης των βαθμολογιών στο Γουέλσλεϊ διήρκεσε από το 2004 έως το 2019.

Και στις δύο περιπτώσεις, τα μέτρα καταργήθηκαν υπό την έντονη πίεση φοιτητών και καθηγητών.

Προκειμένου να αποδώσει το νέο όριο, απαιτείται να αποδειχθεί ότι αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της μάθησης. Ότι, δηλαδή, ότι δεν επιβάλλεται μια τιμωρητική μείωση των βαθμών, αλλά ανεβαίνει ο πήχης, ενισχύοντας παράλληλα τον ακαδημαϊκό ανταγωνισμό.

naftemporiki.gr