Το γεγονός είναι γνωστό.
Δύο παιδιά, στα δεκαεπτά τους, αποφάσισαν πως δεν έχει νόημα να συνεχίσουν να ζουν.
Για εκείνα, αυτά τα 17 χρόνια ήταν αρκετά ώστε να καταλάβουν ότι όλο αυτό που υπάρχει γύρω μας δεν τα αφορά.
Και ύστερα αναλαμβάνουν υπηρεσία τα ΜΜΕ, που δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω…
Επιτόπιες ανταποκρίσεις από τολμηρούς ρεπόρτερ, που καλούν τη γειτονιά να καταθέσει στο μικρόφωνο «την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος…».
Και δίπλα, αυτόκλητοι εισαγγελείς αναλύουν με ταχύτητα το γεγονός και αποδίδουν ευθύνες, βασιζόμενοι «στας περιγραφάς και τα γεγονότα…».
Μιλούν με ευκολία για τις αξίες του καταναλωτισμού, για την περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων και για μια νεολαία που πολύ γρήγορα βγαίνει από το παιχνίδι.
Για μια νεολαία που εγκαθίσταται στην εξέδρα και που, από πολύ νωρίς, συνειδητοποιεί ότι πέρα από γνώσεις, πτυχία και μεταπτυχιακά, χρειάζεται και το πολιτικό κονέ, ώστε να μη βρεθεί να αναζητά δουλειά στο εξωτερικό ή στην τουριστική γαλέρα…
Και είναι να λυπάσαι όλους αυτούς τους τεθλιμμένους των παραθύρων…
Είναι εκεί, ήρεμοι παρατηρητές και μόνιμοι αναλυτές, και ενίοτε μας κουνούν και το δάχτυλο…
Είναι αυτοί που για τα δικά τους παιδιά δεν έχουν κανένα άγχος, αλλά προσποιούνται ότι καταλαβαίνουν τα άγχη των άλλων και συμπάσχουν…
Είναι αυτοί που έχουν ήδη εξασφαλίσει το πολιτικό κονέ και, όσον αφορά τις σπουδές, δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα, από τη στιγμή που πλέον το ζήτημα αυτό καθορίζεται κυρίως από την οικονομική δυνατότητα.

Κάποια στιγμή, τα δύο 17χρονα θα ξεχαστούν.
Κάποιο άλλο θέμα θα έρθει να πάρει τη θέση τους και όλα θα βρουν ξανά την πρότερη ισορροπία.

Και όλοι οι τεθλιμμένοι των παραθύρων θα πάνε να υποδεχτούν τον Ακύλα στο αεροδρόμιο.