Η είδηση με τις δύο 17χρονες μαθήτριες που, σύμφωνα με όσα μεταδίδονται, λύγισαν κάτω από τον φόβο των Πανελληνίων, δεν είναι απλώς μια τραγωδία. Είναι ένας καθρέφτης. Ένας σκληρός καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει συνδέσει την αξία ενός παιδιού με μια εξέταση λίγων ωρών.
Ως καθηγήτρια Ιταλικών, αλλά κυρίως ως μητέρα τριών παιδιών και άνθρωπος της εκπαίδευσης με καθημερινή παρουσία στα φροντιστήρια, γνωρίζω καλά το βάρος που κουβαλούν οι έφηβοι στην Ελλάδα. Το βλέπεις στα μάτια τους από τη Β΄ Λυκείου: άγχος, εξάντληση, φόβος αποτυχίας. Παιδιά που μεγαλώνουν πιστεύοντας πως στα 17 τους κρίνονται τα πάντα.
Δεν έχω σκοπό ούτε να διαφημίσω κάποιο εκπαιδευτικό μοντέλο ούτε να κουνήσω το δάχτυλο σε κανέναν. Δεν είναι αυτός ο ρόλος μου άλλωστε. Μιλάω πρώτα ως μητέρα, ως εκπαιδευτικός που ζει καθημερινά την αγωνία των μαθητών μέσα στις αίθουσες, αλλά και ως κάποτε μαθήτρια που πέρασε η ίδια από το σκληρό και ψυχοφθόρο σύστημα των ελληνικών εξετάσεων έχοντας πάρει από την αρχή τις αποφάσεις μου. Ξέρω τι σημαίνει να μεγαλώνεις πιστεύοντας ότι μερικές ώρες εξέτασης μπορούν να καθορίσουν ολόκληρη τη ζωή σου. Και ίσως γι’ αυτό νιώθω την ανάγκη να ανοίξει επιτέλους μια ουσιαστική συζήτηση — όχι μόνο για την εκπαίδευση, αλλά για την ψυχική αντοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των παιδιών μας.
Γι’ αυτό ίσως αξίζει να κοιτάξουμε λίγο προς την Ιταλία. Όχι γιατί είναι ένα τέλειο σύστημα — δεν υπάρχει τέτοιο — αλλά γιατί αντιμετωπίζει διαφορετικά την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο και, κυρίως, διαφορετικά την ψυχολογία του μαθητή.
Στην Ιταλία, οι μαθητές ολοκληρώνουν το σχολείο με την περίφημη Maturità, τις κρατικές απολυτήριες εξετάσεις του λυκείου. Η “Maturità” δεν λειτουργεί όπως οι ελληνικές Πανελλήνιες. Δεν είναι ένας μοναδικός πανεθνικός διαγωνισμός που κατατάσσει τους μαθητές σε λίστες επιτυχίας και αποτυχίας. Αποτελεί περισσότερο μια συνολική αξιολόγηση της σχολικής πορείας του μαθητή, με γραπτές και προφορικές εξετάσεις.
Το σημαντικότερο όμως είναι τι συμβαίνει μετά.
Στα περισσότερα ιταλικά πανεπιστήμια, η πρόσβαση είναι ελεύθερη ή σχετικά ανοιχτή. Πολλά τμήματα δέχονται φοιτητές χωρίς τον ασφυκτικό ανταγωνισμό που γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Υπάρχουν βέβαια σχολές με περιορισμένο αριθμό εισακτέων — όπως η Ιατρική, η Οδοντιατρική, η Κτηνιατρική ή η Αρχιτεκτονική — όπου οι υποψήφιοι δίνουν ειδικά τεστ εισαγωγής.
Ωστόσο, ακόμη και εκεί, η φιλοσοφία είναι διαφορετική. Το παιδί δεν κουβαλά την αίσθηση ότι “αν αποτύχω τώρα, τελείωσα”. Υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές, δυνατότητα επανάληψης, μετακινήσεις μεταξύ σχολών, περισσότερη ευελιξία. Σε πολλά τμήματα χρησιμοποιούνται τεστ αξιολόγησης γνώσεων, τα οποία δεν λειτουργούν πάντα απορριπτικά αλλά βοηθούν να διαπιστωθεί αν ο φοιτητής χρειάζεται ενισχυτική προετοιμασία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγάλη διαφορά Ελλάδας και Ιταλίας.
Στην Ελλάδα, οι Πανελλήνιες έχουν μετατραπεί σε κοινωνικό και οικογενειακό γεγονός υπαρξιακού χαρακτήρα. Η επιτυχία ταυτίζεται με την κοινωνική αποδοχή. Η αποτυχία βιώνεται σχεδόν ως προσωπική ήττα.
Το ελληνικό παιδί συχνά δεν διαβάζει για να μάθει· διαβάζει για να επιβιώσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω από τις Πανελλήνιες έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη κουλτούρα εξάντλησης: ατελείωτες ώρες φροντιστηρίων, πίεση, σύγκριση, φόβος και μια μόνιμη αίσθηση ότι «δεν επιτρέπεται να χαλαρώσεις». Και δυστυχώς, πολλές φορές, ξεχνάμε ότι απέναντί μας δεν έχουμε “υποψηφίους”, αλλά παιδιά.
Στην Ιταλία, αντίθετα, το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζεται περισσότερο ως συνέχεια της εκπαιδευτικής πορείας και λιγότερο ως “τελικός προορισμός σωτηρίας”.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιταλοί μαθητές δεν πιέζονται. Πιέζονται. Έχουν άγχος, ανταγωνισμό και αβεβαιότητα για το μέλλον. Όμως το σύστημα δεν στηρίζεται τόσο έντονα στη λογική της μιας και μοναδικής ευκαιρίας.
Και ίσως αυτό είναι που χρειάζεται σήμερα να ξανασκεφτούμε στην Ελλάδα.
Όχι απλώς το εξεταστικό σύστημα, αλλά τη σχέση μας με την παιδική ηλικία, με την επιτυχία, με την αξία ενός ανθρώπου.
Γιατί κανένα πανεπιστήμιο δεν αξίζει περισσότερο από μια ανθρώπινη ζωή.
Κανένας βαθμός δεν μπορεί να μετρήσει την ψυχή ενός παιδιού.
Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να λέγεται πραγματικά μορφωμένη όταν τα παιδιά της φοβούνται τόσο πολύ να αποτύχουν.
*Νάνσυ Αναγνωστοπούλου-Μπεκρή
Καθηγήτρια Ιταλικής Γλώσσας και ιδιοκτήτρια των δύο φροντιστηρίων Ιταλικής Γλώσσας ITALIAN STUDIES. Παράλληλα, εκπαιδεύεται στο Life Coaching και στο Coaching στην Εκπαίδευση, εφαρμόζοντας μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση στη μάθηση ενηλίκων, με έμφαση στην αυτοπεποίθηση και την προσωπική ανάπτυξη,ενώ εξειδικεύεται στη διδασκαλία Ιταλικών σε μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες με συμμετοχή σε συνέδρια Ελληνικών και Ιταλικών Πανεπιστημίων.