Η ιταλίδα γιατρός που άλλαξε ριζικά την εκπαίδευση
Απεβίωσε 06/05/1952
Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου
Η γυναίκα που έφερε την επανάσταση στην εκπαίδευση, έκανε επιστήμη την παιδαγωγική και επηρέασε τον τρόπο που μεγαλώνουμε παιδιά
Σαν σήμερα, στις 6 Μαΐου 1952, η παγκόσμια εκπαιδευτική κοινότητα αποχαιρέτησε τη γυναίκα που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την παιδική ηλικία. Η Μαρία Μοντεσσόρι θεωρείται επαναστάτρια στον τομέα της εκπαίδευσης, καθώς η μέθοδος που ανέπτυξε ανέτρεψε τις παραδοσιακές παιδαγωγικές αντιλήψεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, οι ιδέες της διαδόθηκαν παγκοσμίως και επιβεβαιώθηκαν επιστημονικά, εδραιώνοντας τη θέση της ως κορυφαίας μορφής της παιδαγωγικής επιστήμης.
Ο αστικός μύθος τη θέλει ως την πρώτη ιταλίδα γιατρό. Στην πραγματικότητα, υπήρξε η πρώτη που αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης το 1896. Η παρερμηνεία αυτή οφείλεται κυρίως στη μεγάλη φήμη που απέκτησε, η οποία επισκίασε προγενέστερες περιπτώσεις, καθώς και στις σημαντικές δυσκολίες που αντιμετώπισε προκειμένου να εισαχθεί και να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.
Η Μαρία Μοντεσσόρι έζησε για να δει τη μέθοδό της να γίνεται παγκόσμιο φαινόμενο, παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν, λόγω των παγκόσμιων πολιτικών εξελίξεων.
Το 1907 ίδρυσε το σχολείο «Οίκος των Παιδιών» σε μία από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Ρώμης, για παιδιά φτωχών οικογενειών τα οποία θεωρούνταν «ανεπίδεκτα μαθήσεως».
Μετά την ίδρυση του «Casa dei Bambini» η φήμη της εκτοξεύτηκε. Εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο ενώ ταξίδεψε μέχρι τις ΗΠΑ όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής.
Ωστόσο, τροχοπέδη στη πορεία της στάθηκε η άνοδος του φασισμού στην Ιταλία. Η σύγκρουση με τον Μουσσολίνι ήταν αναπόφευκτη αφού η παιδαγωγός πρέσβευε την ελευθερία και την ειρήνη, ενώ ο δικτάτορας επιθυμούσε πειθαρχημένους στρατιώτες.
Τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σχολεία που βασίζονταν στη μέθοδο Μοντεσσόρι έκλεισαν, βιβλία κάηκαν και η παδαγωγός αυτοεξορίστηκε στην Ινδία. Εκεί ανέπτυξε στενές σχέσεις με τους Μαχάτμα Γκάντι και Τζαβαχαρλάλ Νεχρού οι οποίοι εκτίμησαν τη φιλοσοφία της.
Ο θάνατος της επαναστάτριας παιδαγωγού
Η Μαρία Μοντεσσόρι πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 6 Μαΐου 1952, σε ηλικία 81 ετών.
Ο θάνατός της σκόρπισε θλίψη σε κάθε γωνιά του πλανήτη που είχε γίνει γνωστό το έργο της. Η εφημερίδα «TA NEA» της 7ης Ιουνίου 1952, μετέφερε το κλίμα εκείνων των ημερών, δημοσιεύοντας το αγγελτήριο θανάτου που έλαβαν φίλοι, συγγενείς και μαθητές της:
«Με μεγάλη θλίψη αγγέλλουμε τον ξαφνικό θάνατο της Μαρίας Μοντεσσόρι που η αγάπη της προστάτευε τη ζωή μας και που το πνεύμα της ήταν πάντα ο οδηγός μας. Πέθανε όπως έζησε, με ξάστερο πνεύμα, με αγάπη στην καρδιά, διατηρώντας τη διαύγεια της ως την τελευταία στιγμή […] Συμμεριζόμενοι τη θλίψη μας, ξαίρουμε πως συμμερίζεσθε την ευγνωμοσύνη, το θαυμασμό και το σεβασμό για τη μεγάλη μας νεκρή Μαρία Μοντεσόρι».
Το ίδιο δημοσίευμα αποτύπωνε τη βαθύτερη ουσία του έργου της:
«Ήταν από τους ελάχιστους παιδαγωγούς στον κόσμο, που για να διατυπώση τις ψυχολογικές, παιδαγωγικές και διδακτικές της θεωρίες, είχε πάντα δίπλα της τα παιδιά […] που παρακολούθησε το παιδί σ’ όλες τις εκδηλώσεις του, απ’ την ώρα της γέννησής του ως την ενηλικίωσή του».
Η παιδαγωγική επιστήμη
Η Μοντεσόρι πίστευε πως στα πρώιμα χρόνια, από τη γέννηση έως τα έξι έτη, τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ανοιχτά σε συγκεκριμένα γνωστικά «ερεθίσματα», έχουν την υψηλότερη ικανότητα να μάθουν και τη μεγαλύτερη δίψα για γνώση:
«Παρατήρησε και μελέτησε με αγάπη, με υπομονή, με συνέπεια τις πολύπλοκες εκδηλώσεις της παιδικής ψυχής, έβγαλε νόμους ψυχολογικούς, τους επαλήθευσε πειραματικά πάλι πάνω στα παιδιά, έκανε δηλαδή επιστήμη.
»Μόνον όταν μελετήση κανείς βαθειά και πλατειά την πολύμορφη εργασία πρακτική και θεωρητική της Μαρίας Μοντεσόρι τότε βλέπει πως η Παιδαγωγική είναι πράγματι επιστήμη».
Αυτή η σύνδεση θεωρίας και πράξης αποτέλεσε το θεμέλιο της μεθόδου της. Έδρασε με βασικό άξονα την αντιμετώπιση του παιδιού ως αυτόνομη προσωπικότητα και όχι ώς παθητικού δέκτη γνώσης, όπως συνηθιζόταν:
«Το παιδαγωγικό της σύστημα στηρίχθηκε πρώτα – πρώτα στη μελέτη του παιδιού σαν ξέχωρης προσωπικότητος, με τις ανάγκες, τις εκδηλώσεις του και τα προβλήματά του.
»Έτσι έβγαλε το συμπέρασμα πως το παιδί ζούσε σ’ ένα περιβάλλον σπιτικό και σχολικό, εντελώς ξένο προς τη φύση του κι η ανάγκη προσαρμογής σ’ αυτό το αφύσικο περιβάλλον, το έκαναν να εκδηλώση γνωρίσματα άμυνας που ερμηνεύονταν σαν φυσικές εκδηλώσεις της παιδικής ηλικίας.
»Όλη η προσπάθεια της παλιάς αγωγής περιορίζονταν στο χτύπημα αυτών των, αμυντικών δυνάμεων και το αποτέλεσμα ήταν να παραμορφώνωνται τα πραγματικά γνωρίσματα της παιδικής ηλικίας».
Η αυτονομία του παιδιού στο επίκεντρο
Επίκεντρο της σκέψης της ήταν η πεποίθηση ότι το περιβάλλον καθορίζει την ανάπτυξη. Δημιουργώντας, επομένως, ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο στις πραγματικές ανάγκες του παιδιού, κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:
«Εκεί που παρουσιάζονταν πρώτα οι δυνάμεις άμυνας, τα παιδικά ελαττώματα, αναφάνηκαν δυνάμεις δημιουργικές, που βοήθησαν το παιδί ν’ ανέβη ήρεμα κι αρμονικά όλα τα σκαλοπάτια της φυσιολογικής του σωματικής και ψυχικής εξέλιξης. Στο προσαρμοσμένο αυτό περιβάλλον το παιδί, μέσα σε μια κοινωνία συνομηλίκων του κινείται ελεύθερα, δημιουργικά, χαρούμενα, εξελίσσοντας τον εαυτό του σαν ομαλή ατομική και κοινωνική προσωπικότητα».
Υποστήριζε ότι τα ερεθίσματα ενεργητικότητας, προσαρμοσμένα στις ψυχικές και πνευματικές ανάγκες του παιδιού αποτελούν προϋπόθεση μάθησης. Ανέπτυξε τα δικά της βοηθήματα διδασκαλίας και διάφορες δραστηριότητες δικής της επινόησης:
«Δεν είναι τυχαία παιχνιδάκια για να περνάη το παιδί την ώρα του, ν’ απασχολήται απλώς, αλλά η πραγματική τροφή που αναζητάει το πεινασμένο πνεύμα για να γιορτάση και να αναπτυχθή.
»Το παιδί στο Παιδαγωγικό σύστημα Μοντεσόρι, δεν αντικρύζεται μόνο από τη ζωϊκή του πλευρά, δεν εξετάζονται μόνον οι ζωϊκές του ανάγκες τροφής, καθαριότητας, καθαρού αέρα και κίνησης. Ούτε πάλι εξετάζεται ξεχωριστά η πλευρά των γνώσεων και ικανοτήτων που θα του χρειασθούν μια μέρα στη ζωή, αλλά το παιδί αντικρύζεται γενικά σαν ενιαία ψυχική οντότητα, σαν αυτοτελής προσωπικότητα, που το ξεχωρίζει σαν ανθρώπινο ον από τα άλλα όντα και που έχει δικά του προβλήματα, δικές του ανάγκες […]
»Ως αποτέλεσμα της βιολογικά ομαλής αυτής της ζωής έρχεται η καλύτερη ανάπτυξη του ζωτικού, του πνευματικού και του ψυχικού κόσμου του παιδιού, παιδιά δηλαδή γερά, έξυπνα, με πολλές βαθειές γνώσεις και ικανότητες και προ παντός με ήθος και χαρακτήρα».
Η επιστημονική επιβεβαίωση
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η διαχρονικότητα του έργου της παραμένει εντυπωσιακή. «ΤΑ ΝΕΑ» της 2ας Οκτωβρίου 2006 παρουσιάζαν μια νέα – τότε – έρευνα που αποκάλυπτε ότι:
«Οι μαθητές των Μοντεσοριανών σχολείων […] αναπτύσσουν καλύτερες ακαδημαϊκές και κοινωνικές ικανότητες απ’ ό,τι εκείνοι που φοιτούν σε σχολεία συμβατικής διδασκαλίας».
»Έως την ηλικία των πέντε ετών, τα παιδιά που φοιτούν σε σχολείο όπου εφαρμόζεται το σύστημα Μοντεσόρι έχουν καλύτερες επιδόσεις σε τομείς όπως είναι η αναγνώριση βασικών λέξεων και τα Μαθηματικά – απ’ ό,τι τα άλλα παιδιά – είναι πιο πιθανό να παίξουν συνεργαζόμενα αρμονικά με άλλα παιδιά, ενώ έχουν αναπτύξει σημαντικά την ικανότητα της προσαρμογής και της επιτυχούς αντιμετώπισης πολύπλοκων προβλημάτων.
»Έως την ηλικία των δώδεκα ετών, τα παιδιά που φοιτούν σε Μοντεσοριανά σχολεία είναι πιο δημιουργικά και πιο ικανά να επιλύσουν κοινωνικά προβλήματα, συγκριτικά με τα παιδιά που φοιτούν στα συμβατικά σχολεία».
Οι κοινωνικές δεξιότητες
Η Αντελίν Λίλαρντ, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνιας και επικεφαλής της ομάδας που πραγματοποίησε την εν λόγω έρευνα, αναφέρει αυτό ακριβώς που επεσήμαινε το δημοσίευμα του 1952:
«Η Μοντεσοριανή Εκπαίδευση προετοιμάζει τα παιδιά καλύτερα για τη ζωή τους στην κοινωνία των ενηλίκων, ενώ τους παρέχει επίσης – όσο διαρκεί – καλύτερη ποιότητα ζωής, αφού δεν έχουν τις ανησυχίες που συνδέονται με τα τεστ. Από ακαδημαϊκή άποψη έχουν τις ίδιες ή ακόμα και καλύτερες επιδοσεις απ’ ό,τι τα παιδιά σε μη Μοντεσοριανά σχολεία, αλλά τα πάνε πολύ καλύτερα στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης […] κατανοούν καλύτερα πώς λειτουργεί η κοινωνία, όπως επίσης και τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς, απ’ ό,τι τα άλλα παιδιά».
Η επιβεβαίωση αυτή δεν ήρθε τυχαία. Η Μοντεσσόρι είχε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα θέσει τις βάσεις ενός εκπαιδευτικού συστήματος που εστίαζε στην ελευθερία, την αυτονομία και τον σεβασμό στον ρυθμό κάθε παιδιού.
Σήμερα, 74 χρόνια μετά τον θάνατό της, η εκπαιδευτική της προσέγγιση κατέχει σταθερή θέση στη σύγχρονη παιδαγωγική. Το έργο της εξακολουθεί να καθοδηγεί γονείς και εκπαιδευτικούς, ενώ τα βιβλία που βασίζονται στη φιλοσοφία της αποτελούν πολύτιμο οδηγό για τη γονεϊκότητα και την ανατροφή του παιδιού, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική αξία των ιδεών της.