Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Μάιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
«ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΩΝ Σ.Ε.Κ. και μέχρι τον Άγιον Γεώργιον του Κερατσινίου και ιδίως το προς την θάλασσαν μέρος είναι ο καθρέφτης της Κρατικής αναλγησίας, αδιαφορίας και ζαμανφουτισμού, μέσα στον οποίο κατοπτρίζονται η φτώχια μαζί με ανηθικότητα, η βρώμα με τη φυματίωση, τα μικρόβια των διαφόρων καταστρεπτικών μεταδοτικών νοσημάτων, μαζί με τους αναρίθμητους παντοειδείς κακοποιούς, λαθρεμπόρους, χασισσοπότες, κοκαϊνομανείς και ηρωϊνομανείς και εν γένει με ανθρώπους των οποίων και μόνον η εμφάνισις αρκεί διά να καταλάβη κανείς ότι, όλοι οι απόφοιτοι των διαφόρων φυλακών, μοιραίως συνηντήθησαν εις την Δραπετσώνα, το αίσχος του 20ού αιώνος, το μαύρο στίγμα του πολιτισμού που χωρίς να το λαβαίνουν οι αρμόδιοι το φέρουν οι ίδιοι εις το μέτωπόν των».
Έτσι ξεκινάει την περιγραφή του για τη Δραπετσώνα ο Νάσος Μαρτ., συντάκτης της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί», τον Μάιο του 1930.
«Κάθε άνθρωπος που δεν έχασε ακόμα τελειωτικά τη συνείδησή του, δεν μπορεί παρά να νιώθη μια απέραντη αγανάκτηση και αηδία για τους υπαίτιους της νέας Κόπρου του Αυγείου. Αν ο Δάντης ζούσε και έβλεπε τις συνοικίες που λέγονται Χιώτικα, Κρεμμυδαρού, Λιπάσματα κ.λ.π., θα έγραφε μια νέα κόλαση. Πενήντα χιλιάδες ψυχές ζούνε –τρόπος εκφράσεως– στο απέραντο αυτό σανατόριο, στο αποπνιχτικό αυτό χασικλίδικο, στο μεγάλο αυτό σπίτι της αμαρτίας ή του εμπορίου της λευκής σάρκας, την πηγή των διαφόρων δάγκειων και αφροδισιακών νοσημάτων, στο κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
Οι μικροσκοπικές τρώγλες, που αποτελούσαν τις κατοικίες των ανθρώπων εκεί, «φρικιαστικό ντουέτο σκοτεινιάς και βρώμας – χρησιμεύουν αρκετές για κρησφύγετο σεσημασμένων υπό της αστυνομίας προσώπων και γυναικών που η κάθε μια αποτελεί κι από έναν κινούμενον άμεσον κοινωνικόν κίνδυνον».
Μόλις έφτασαν μαζί με τον σκιτσογράφο της εφημερίδας στη γέφυρα του Αγίου Διονυσίου, σκέφτηκαν ότι φρόνιμο θα ήταν να τοποθετηθεί εκεί πινακίδα με τις φράσεις: «Μην προχωρείτε. Κίνδυνος-Θάνατος».
Λίγα βήματα πιο πέρα στεγαζόταν το «μεγάλο παζάρι της ανθρωπίνης σάρκας, τα περίφημα “Βούρλα”. Τι είναι τα Βούρλα; Αν σας έτυχε να διαβάσετε σε μυθιστορήματα περιγραφές βρωμερών “οίκων ανοχής” στις μεγάλες ναυτικές πόλεις, στις “πιάτσες” που με μερικές λιρέτες ή φράγκα ή κορώνες ή ξεύρω γω τί άλλο, μεθυσμένοι οι ναυτικοί να κυλιστούνε σε νερουλές σάρκες κτηνώδεις και στο τέλος φεύγουνε, στερνά, από τον απαραίτητο καυγά, έχετε ελπίδες να καταλάβετε τί είναι τα Βούρλα».
Μια αποπνικτική βρόμα κάνει τον ρεπόρτερ και τον σκιτσογράφο να τραπούν σε φυγή. Κατευθύνονται προς τον απέναντι λόφο, περνούν από τους δρομάκους ένας-ένας. Θέλουν να περάσουν και οι δύο, αλλά αδυνατούν να παραβιάσουν το αδιαχώρητο. Οι μικροσκοπικές τρώγλες, που αποτελούσαν τις κατοικίες των ανθρώπων εκεί, «φρικιαστικό ντουέτο σκοτεινιάς και βρώμας – χρησιμεύουν αρκετές για κρησφύγετο σεσημασμένων υπό της αστυνομίας προσώπων και γυναικών που η κάθε μια αποτελεί κι από έναν κινούμενον άμεσον κοινωνικόν κίνδυνον».

Προχωρούν κρατώντας τη μύτη τους. Μπροστά ο σκιτσογράφος παριστάνει τον Βιργίλιο και ο ρεπόρτερ –σαν τον Δάντη–, πατώντας σε διάφορες ανθρώπινες ακαθαρσίες και προσέχοντας να μην παρεξηγηθούν χωρίς να το θέλουν, «οπότε… αντίο κύριε Διευθυντά». Από εδώ κι από εκεί βλοσυρά πρόσωπα, που ξεμυτίζουν από παράθυρα που μοιάζουν με τρύπες, τους υποδέχονται με σκαιά βλέμματα. Τολμούν μια ερώτηση:
«Πώς λέγεται, σας παρακαλώ, η συνοικία;»
«Κρεμμυδαρού, κύριος… Να, μπάνιζε… εκεί τα Χιώτικα, να το σχολειό τ’ Αρμένικο…»
Προχωρούν ακόμα επάνω στον λόφο. Ένα ερείπιο με κρεμασμένα παράθυρα και μισογονατισμένη τη μια πλευρά του φαινόταν σαν να τους μορφάζει ειρωνικά. Ήταν το Αμερικάνικο Νοσοκομείο των Αρμενίων. Δίπλα ακριβώς, μερικοί στη σειρά στάβλοι αποτελούσαν το Αμερικάνικο Σχολείο των Αρμενίων.
Όσο και αν ήθελε να κάνει κανείς τον εύθυμο, δεν μπορούσε παρά να μελαγχολήσει πικρά μπροστά στο θέαμα.
«Αρκετές εκατοντάδες νέοι βλαστοί και μέλλουσες ελπίδες του Κράτους, κίτρινοι σα θειάφι, ατροφικοί, βήχοντες, πεθαμένοι-ζωντανοί, πληρώνουν από το πρωί μέχρι το βράδυ τον ζαμανφουτισμό των αρμοδίων. Γυμνά, πεινασμένα, ελεεινά και τρισάθλια κι όμως απείρως συμπαθητικώτερα για την αναξιοπάθειά τους από τα ευτραφή φρεσκοξυρισμένα, αρωματισμένα και αηδή μούτρα των υπευθύνων, τα παιδάκια δίπλα στους ηρωικούς μάρτυρες, στους δασκάλους των Σχολείων αυτών, σου δίνουνε την εντύπωση πως σε λίγες μέρες, σε λίγες ώρες, σε λίγες στιγμές δε θα είναι πια στη ζωή».
Φεύγουν δυτικότερα. Στα δρομάκια παντού τέλματα από βρωμόνερα και περιττώματα. Πουθενά βόθρος. Κάθε 500 μέτρα και ένα αποχωρητήριο. «Δηλαδή φτειασμένο επίσημο αποχωρητήριο γιατί αποχωρητήριο είναι κι όλη η συνοικία».
Μια ματιά στην Κοκκινιά
«Όχι πως δεν υπάρχουν και αυτοκίνητα συγκοινωνίας. Κάθε άλλο», σημειώνουν οι συντάκτες με την υπογραφή «Τα Λαγωνικά» τον Φλεβάρη του 1930 στην ίδια εφημερίδα. Στη διασταύρωση των οδών Ναυάρχου Μπήττυ και Μιαούλη υπήρχε πλήθος από τα μακρόστενα αυτά αμάξια.
«Μηχανές Ντότζ, Φορτ, Σεβρολέ κι ακόμη Μπουΐκ. Μα καροσερί αθάνατο πράγμα! Καθαρώς ρωμέικη κατασκευή. Κι έτσι ένα ταξειδάκι ως την Κοκκινιά μπορεί να στοιχίση ένα ζευγάρι νεφρά. Γιατί πρέπει να ’σαι από σίδερο για να μην αισθανθής τα χτυπήματα και να μη καταλάβης πόνους σ’ όλο σου το κορμί, μέσα σε δέκα λεπτά που διαρκεί το ταξείδι αυτό».

Αυτός ήταν ακριβώς ο λόγος που τους ανάγκασε να αποταθούν σε ταξί.
«Σοφέρ, είσαι ελεύθερος;»
Ένα αμάξι σταμάτησε μπροστά τους.
«Στην Κοκκινιά!»
Ο σοφέρ κατσούφιασε.
«Αδύνατον κύριοι… Κοστίζουν τόσο ακριβά τα λάστιχα σήμερα!… Κι είναι τόσο χαλασμένος ο δρόμος…»
Σταμάτησαν και δεύτερο και τρίτο ταξί. Μόλις όμως και μετά βίας το τέταρτο δέχτηκε να τους παραλάβει.
«Τι δρόμος, Θεέ μου! Ανατινασσόμεθα, κινδυνεύουμε να σπάσουμε τα κεφάλια μας, μας πιάνει ίλιγγος, προσπαθούμε να μη ζαλιστούμε».
Οι τροχοί βυθίζονταν σε λάσπες, η μηχανή αγκομαχούσε, ο σοφέρ ξεστόμιζε χοντρές βλαστήμιες.
«Να πάρει ο διάολος για δρόμος!»
Θαρρεί κανείς πως ταξιδεύουν στη θάλασσα. Οι ρόδες γλιστρούν και πολλές φορές το αυτοκίνητο μένει στη θέση του. Τσακίζονται κυριολεκτικά. Επιτέλους όμως αναπνέουν. Φτάνουν στο τέρμα του εκνευριστικού ταξιδιού τους.
Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο κουρασμένοι, σχεδόν άρρωστοι, χωρίς κέφι. Άντρες, γυναίκες, παιδιά στριφογύριζαν μπροστά τους. Μαγαζάκια χαμηλά, καφενεία, ουζοπωλεία, χασάπικα, εμπορικά, χιλίων ειδών μικρομάγαζα. Κάτι τους θύμιζε Ανατολή, κάτι τους έφερνε στη μνήμη μερικούς μαχαλάδες της Σμύρνης ή δυο-τρία καρτιέ της Πόλης.
Οι άνθρωποι εκεί πάνω –μόλις ένα τέταρτο μακρύτερα απ’ τον Πειραιά– είχαν μια διαφορετική ιδιοσυγκρασία.
Τα «Λαγωνικά» βάδιζαν σχεδόν μηχανικά στην κεντρικότερη διασταύρωση των οδών Επαμεινώνδα, Χαριλάου και Κουντουριώτου, μέχρι που ο ένας τους βυθίστηκε σχεδόν ως τα γόνατα στις λάσπες. Λάσπη παντού, γούβες αδιάβατες και πεζοδρόμια στενά, όπου κινδυνεύει να σταθεί ένας άνθρωπος μόνος του.

Έπειτα επισκέφθηκαν και το αστυνομικό τμήμα. Τα ετοιμόρροπα κρατητήρια του τμήματος δεν ήταν ικανά να περιφρουρήσουν «την κοινωνίαν απ’ τους εγκληματίας…».
Επέστρεψαν εκεί που τους άφησε το ταξί. Από ένα βραχνό γραμμόφωνο ακουγόταν ένας παθητικός αμανές… Πιο κάτω κάποιος πωλητής παστουρμά αγωνιζόταν να διαφημίσει το προϊόν του.
«Εδώ αγνό πράμα απ’ την Καισάρεια…»
Ένα ύποπτο καρτιέ του Πειραιώς
Την περιοχή, «στη γέφυρα ακριβώς. Στην πρώτη γέφυρα, κάτω από την οποία περνά κάθε πέντε λεπτά ο ηλεκτρικός, παρακαλώ!», περιγράφει τον Μάρτη του 1930 για λογαριασμό της ίδιας εφημερίδας ο Π. Πετρ. «Εις το σημείον αυτό του Πειραιώς, η ρυπαρότης έχει στήσει βωμόν εις την Θεάν αθλιότητα».
«Πλήθος από ξύλινες χαμηλές παράγκες, μέσα στις οποίες εκτίθενται προς πώλησιν όλα τα είδη που μπορεί να χαρίσει ο νους του ανθρώπου. Τα παλαιοπωλεία. Κι ανάμεσα στους χαμηλούς αυτούς και υπόπτους οικίσκους, στενοί δίοδοι, καλντερίμια ενθυμίζοντα βρωμερούς ανατολίτικους μαχαλάδες. Εκεί κάπου μια γυναίκα τηγανίζει ψάρια εις το ύπαιθρον μαζί με τα οποία προσφέρονται η φυματίωσις και ο τύφος αντί ενός διδράχμου. Και πιο κει δυο τρεις γυναίκες με βαμμένα τα χείλη των και κομμένους τους οφθαλμούς, επιδεικνύουν με επιμονήν τις γραμμές των ευτραφών κνημών των, καπνίζουν, βλασφημούν και φτύνουν καθώς κάθονται, έτοιμες με κάθε προσήλωση να προσφέρουν τον έρωτα, αντί ελαχίστου τιμήματος. Οι “φίλοι τους” κάθονται λίγο παράμερα και χαρτοπαίζουν, έτοιμοι να ζητήσουν την μερίδα του λέοντος εις περίπτωσιν εμφανίσεως αγοραστών διά την σάρκα των ρακενδύτων αυτών γυναικών. Όλοι εδώ σκέπτονται, αναπνέουν, φιλοσοφούν με ένα ιδιόρρυθμον τρόπον. Και όμως δέκα-δεκαπέντε μέτρα μακρύτερα περνά βιαστικά η ζωή, αδιάφορη, καλπάζουσα πάνω στους τροχούς αυτοκινήτων, λεωφορείων ή πολυτελών ποντιάκ και ρενώ».
Η κίνηση στα στενά δρομάκια ήταν αδιάκοπη. Άνθρωποι ύποπτοι, «γηράσαντες εν αμαρτίαις», πηγαινοέρχονταν διστακτικοί, έκλειναν ύποπτες συμφωνίες, ψιθύριζαν, σιωπούσαν και κοίταζαν με λοξό μάτι τον ρεπόρτερ των «Νέων Καιρών», αν κατά τύχη επιβράδυνε το βήμα του για να θαυμάσει κάποιο τεράστιο μαχαίρι κρεμασμένο δίπλα από ένα πρασινισμένο σμόκιν, το οποίο εναπέθετε εκεί μαζί με τόσα άλλα αντικείμενα η δυστυχία και η απόγνωση. Φωνόγραφα, λουκέτα, ρολόγια, τάπητες, φουστανέλες, παπούτσια.

Ένα ζευγάρι λουστρίνια κρεμόταν από το άκρο ενός καρφιού.
«Πόσο τα δίνεις αυτά;»
Ο πωλητής έριξε στον ρεπόρτερ μια ματιά γεμάτη περιέργεια. Ύστερα παρατήρησε τα πόδια του.
«Τέτοια παπούτσια δεν φορέσατε ποτέ σας… Μόνον εκατό πενήντα…»
«Λιγότερο;»
«Δεν κάνει, κύριος…»
Και οι πλάτες του στράφηκαν απότομα.
«Συνήθως δύο είδη ανθρώπων ξεπέφτουν στο μέρος αυτό του Πειραιώς: οι πολύ πτωχοί που πουλούν ή αγοράζουν μεταχειρισμένα ρούχα, παπούτσια, και οι ύποπτοι άνθρωποι που εργάζονται την νύχτα και φέρνουν εδώ τα προϊόντα των διαρρήξεών των για να τα δώσουν σ’ εξευτελιστικές τιμές… Γιατί παραλλήλως προς το εμπόριον των παλαιών ειδών διενεργούνται χιλίων άλλων ειδών εμπόρια, σκοτεινά, μυστηριώδη, ύποπτα, όπως οι πελάται και οι αγορασταί… Οι περισσότεροι απ’ όσους περιφέρονται εδώ διά να πωλήσουν ένα τάπητα ή διά να προμηθευτούν ένα αντικλείδι είναι οι άνθρωποι των οποίων τα αποτυπώματα κοσμούν το αρχείον σημάνσεως της αστυνομίας και οι φωτογραφίες τους συμπληρώνουν κάθε τόσο εν φας και εν προφίλ τα βιβλία των εγκληματικών φυσιογνωμιών…»
Καθώς προχωρά, αντικρίζει και ένα μεταχειρισμένο μεταξωτό πάπλωμα.
«Θαρρείς πως είναι έτοιμο ν’ αναλυθή σε δάκρυα με την ανάμνηση κάποιας πρώτης νύχτας γάμου η οποία έσβησε τόσο γρήγορα, όπως έσβησαν τόσα και τόσα όνειρα και όρκοι που αντηλλάγησαν κάποτε από δυο σφριγηλά εφηβικά κορμιά που ξαπλώθηκαν κάτω του […] Πιστόλια, ραπτομηχανές τις οποίες ποιος ξέρει ποιες μοδιστρούλες εγκατέλειψαν εκεί διά να συγκρατήσουν με το ελάχιστον αντίτιμο τους τούς αγαπημένους τους ζιγκολό που θα κατσούφιαζαν γιατί έχαναν στο πόκερ ή που περνούσαν οικονομικές δυσχέρειες, ποδήλατα, βιολιά, κρεβάτια, μποτίλιες. Πόσα πράγματα και πόσες ιστορίες έχουν να διηγηθούν όλα τους».
Καθώς εγκατέλειπε εκείνο το μέρος, μια σαραντάρα ξανθιά με υπερβολικά φτιασιδωμένο πρόσωπο τού χαμογέλασε προκλητικά.
«Δεν αγοράζετε τίποτα;»