Η πρώτη στρατιωτική παρέλαση, λοιπόν σ΄ εθνική επέτειο καταγράφεται το 1875. Δεν αποκλείεται μάλιστα να έγινε …κατά λάθος και λόγω ασυνεννοησίας των αρμόδιων αρχών. Αφού άλλα προβλέπονταν στο επίσημο πρόγραμμα του γιορτασμού της 25ης Μαρτίου κι άλλα έγιναν- Γράφει ο Τάκης Κατσιμάρδος.

Όπως κάθε επέτειος, έτσι και η 25η Μαρτίου έχει τη δική της ιστορία. Μετά την καθιέρωσή της το 1838 και τον πρώτο πανηγυρικό γιορτασμό τη χρονιά εκείνη, έχοντας, πέρασε στ΄ αζήτητα από τους εκπροσώπους της βαυαροκρατίας. Μάλιστα …κάθισε και στο εδώλιο «για προσβολή της δημόσιας αρχής» το 1841, όταν συνελήφθησαν πολλοί νέοι που την τιμούσα ιδιωτικά με τον φιλελεύθερο τρόπο τους.

Οι γιορτασμοί της επετείου έχουν περάσει από διάφορες φάσεις. Η ημερομηνία της καθιέρωσης, με το γνωστό περιεχόμενο (αργότερα θα προστεθεί η μυθολογία περί της Αγίας Λαύρας) παρά την ιστορική της ανακρίβεια είχε τη γενική αποδοχή. Σε αντίθεση με το περιεχόμενο και τα μηνύματα που σηματοδοτούσε. Από τη μια ήταν τα επίσημα και δυναστικά και από την άλλη τα φιλελεύθερα αντιδυναστικά.

Οι πτυχές αυτής της διαδρομής είναι λίγο-πολύ γνωστές στις νεοελληνικές ιστορικές σελίδες. Λιγότερο γνωστό, όμως, είναι ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1870 δεν υπήρχε ούτε οι στρατιωτική παρέλαση, ούτε φοιτητική, ούτε μαθητική. Η τελευταία μάλιστα εμφανίστηκε για πρώτη φορά την τελευταία χρονιά του 19ου αιώνα.

Συμπωματικά στη διοργάνωση της επετείου ο στρατός άρχισε να περνά μπροστά από το βασιλιά Γεώργιο Α και τους επισήμους, ενώ η μαθητική συμμετοχή οφείλεται σε πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών – τοπικών αρχών το 1899 κι όχι σε κεντρική – επίσημη απόφαση κυβερνητικών οργάνων.

Η πρώτη στρατιωτική παρέλαση, λοιπόν, σ΄ εθνική επέτειο καταγράφεται το 1875. Δεν αποκλείεται μάλιστα να έγινε …κατά λάθος και λόγω ασυνεννοησίας των αρμόδιων αρχών. Αφού άλλα προβλέπονταν στο επίσημο πρόγραμμα του γιορτασμού της 25ης Μαρτίου κι άλλα έγιναν.

Ας δούμε τα γεγονότα ακολουθώντας τον Τύπο της εποχής.

Το πρόγραμμα για το γιορτασμό της εθνικής επετείου δημοσιεύτηκε χωρίς «νεωτερισμούς». Ήταν και «λίαν σύντομον και τυπικόν». Περιλάμβανε τα «ειωθότα», δηλαδή, η βασιλική οικογένεια, με άλλους αξιωματούχους, θα μετέβαινε από τ΄ ανάκτορα (πλατεία Συντάγματος ) στη Μητρόπολη (Αγία Ειρήνη), όπου γινόταν δοξολογία. Κατά τη μετάβαση και την επιστροφή κατά μήκος του δρόμου θα ήταν παραταγμένοι άνδρες της Φρουράς Αθηνών και πολίτες. Θ΄ ακούγονταν οι 21 κανιοβολισμοί από το Λυκαβηττό κτλ.

Από τα παλιότερα χρόνια συνηθιζόταν να παρατάσσεται στρατός στο Πολύγωνο (σημερινό Πεδίο Άρεως), όπου μετέβαινε ο βασιλιάς και η ακολουθία του. Αυτό δεν γινόταν πάντα και απαραιτήτως μετά τη δοξολογία. Έτσι, πάντως, είχε προγραμματιστεί το 1875.

Διαβάζουμε, όμως, στα ρεπορτάζ: « Η παρέλασις της φρουράς της πρωτευούσης, προ των ανακτόρων, δεν εγένετο, αμέσως μετά το πέρας της τελετής εν τω ναώ και την επιστροφήν του Βασιλέως εις τα ανάκτορα, αλλά μετά παρέλευσιν ικανής ώρας».

Στο διάστημα αυτό «τα διάφορα σώματα ανέμενον εν τη πλατεία. Αιτία της βραδύτητος ταύτης υπήρξεν η επελθούσα, μεταβολή των προδιαγεγραμμένων. Είχεν ορισθή ίνα η παρέλασις, εν είδει μάλιστα επιθεωρήσεως, γίνη εν τω πεδίω του Πολυγώνου, ήδη δε το ιππικόν και άλλα σώματα διηυθύνθησαν προς το μέρος εκείνο, και οι υπουργοί αυτοί και τ΄ άλλα σώματα ήρξαντο πορευόμενοι την αυτήν οδόν, ότε εστάλη να επιστρέψωσι. Επειδή δε απητήτο καιρός, όπως επαναλάβωσι τα σώματα τας οικείας δια την νέαν παρέλασιν θέσεις, δισταγμοί τινές εγεννήθησαν… Τίνες λόγοι υπηγόρευσαν αιφνιδίως την μεταβολήν ταύτην των προδιαγεγραμμένων; Δεν κρίνομεν επάναγκες να προβώμεν εις την έρευναν του ζητήματος, προς Έλληνας απευθυνόμενοι…»

Ο υπαινιγμός του δημοσιεύματος παραπέμπει μεν στην παροιμιώδη προχειρότητα και ανοργανωσιά. Μπορεί, όμως, να υπονοεί και τις ανησυχίες από τυχόν ανεπιθύμητες εκδηλώσεις πολιτών κατά τη μετάβαση του βασιλιά.

Το πολιτικό κλίμα ήταν εξαιρετικά τεταμένο εξαιτίας «πραξικοπήματος» με την εκλογή του προέδρου και τη λειτουργία της Βουλής. Η χώρα διανύει τις μέρες των περίφημων «στηλιτικών», όταν ο Δ. Βούλγαρης κυβερνά χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία και σύσσωμος ο αντιπολιτευόμενος Τύπος αναγράφει καθημερινά τα ονόματα των 82 μόλις βουλευτών, που τον στηρίζουν. Παραπέμποντας, έτσι, στις αρχαιοελληνικές «στήλες», όπου αναγραφόταν τα ονόματα εχθρών της πόλης.

Οι αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης «μποϋκοτάρουν» τις επίσημες εκδηλώσεις για την επέτειο, όπως και ο ναύαρχος Κανάρης μαζί με τους μισούς περίπου προσκαλεσμένους, αρνούνται να προσέλθουν στο ανακτορικό γεύμα.

Στις «ιδιωτικές» εκδηλώσεις για την επέτειο κυριαρχούν εχθρικές διαθέσεις εναντίον της βασιλικής εξουσίας. Σε μια από αυτές, που διοργάνωσε ο πολιτικός σύλλογος Κοραής στον Άγιο Γεώργιο ο ναός “είχεν πολιορκηθή υπό αστυνομικών κλητήρων και υπό υπαξιωματικών» και από άλλους τους οποίους «η Αστυνομία προσέλαβεν εις έκτακτον υπηρεσίαν, δια τας κακάς αυτάς ημέρας και εξώπλισεν δι΄ όπλων κεκρυμμένων»!

Όσο για τη στρατιωτική παρέλαση σε αυτή συμμετείχαν περίπου 2000 άνδρες. «Ο Βασιλεύς ( και οι άλλοι επίσημοι) ίστατο επί της κλίμακος του προς την πλατείαν των ανακτόρων εξώστου… Τα στρατιωτικά σώματα διερχόμενα ενώπιον ανέκραζον ΖΗΤΩ κατά τα κεκανονισμένα και κατά τα διαταχθέντα. Ο Βασιλεύς, αφού παρήλθεν ο στρατός, εχαιρέτησεν τρις το πληρούν την πλατείαν πλήθος του Λαού, όπερ ετήρησε ευλαβή σιγήν…» Νεκρική ονομάζει τη σιγή μια άλλη εφημερίδα…

Με το τελευταίο, που επαναλαμβάνεται συνεχώς στις φιλοβασιλικές περιγραφές του γιορτασμού, υποδηλώνεται ότι δια της σιωπής εκδηλωνόταν η λαϊκή αντίθεση για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και τα όσα διαδραματίζονταν συνολικά στην πολιτική σκηνή κατά την ευρύτερη περίοδο. Η στάση αυτή χαρακτηριζόταν «ως γαλήνη της Νεκράς Θαλάσης, γαλήνη φοβερωτέρα της τρικυμίας!»

Η ιστορικός Χριστίνα Κουλούρη, που έχει ασχοληθεί ειδικά με το θέμα των παρελάσεων, σημειώνει σχετικά: «Παρά το βαρύ κλίμα που περιγράφουν οι εφημερίδες ο εορτασμός του 1875 περιείχε μια καινοτομία της οποίας δεν αξιολογήθηκε τότε η σημασία: τη στρατιωτική παρέλαση. Στη Γαλλία και στα γερμανικά κράτη, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, η στρατιωτική παράταξη, επιθεώρηση και παρέλαση αποτελούσε τμήμα του εορταστικού κώδικα των δημόσιων εορτών, που ακόμη κι αν επρόκειτο για γιορτές εθνικές, ήταν τελετές που είχαν ως στόχο την πολιτική νομιμοποίηση και την κοινωνική συνοχή. Στην Ελλάδα, ο στρατός ήταν πάντοτε παρών στην εθνική εορτή, παραταγμένος στους δρόμους απ΄ όπου περνούσε η βασιλική πομπή στην καθιερωμένη διαδρομή παλάτι – εκκλησία – παλάτι, αλλά δεν παρήλαυνε…»

Η στρατιωτική παρέλαση, αν και τον επόμενο χρόνο θα ματαιωθεί λόγω κακοκαιρίας, καθιερώνεται ακριβώς τότε και θα κυριαρχήσει στο τελετουργικό της επετείου.

Η πρώτη μαθητική παρέλαση επιβάλλεται το 1899 από «τα κάτω» χωρίς κρατική έγκριση

Οι μαθητικές παρελάσεις, όπως και οι στρατιωτικές θ΄ αρχίσουν κι αυτές παρά-τυπα. Με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνονταν στο τυπικό των επίσημων γιορτασμών της 25ης Μαρτίου, όταν ξεκινούν.

Πρώτη καταγραφή τους γίνεται το 1899. Μέχρι τότε παρελαύνουν μόνο φοιτητές. Είτε ως ένοπλα τμήματα μετά την επανασύσταση της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας (τα ένοπλα τμήματα φοιτητών επανεμφανίζονται μετά το 1875- 1876) είτε “κατά τετράδες”, όταν στεφανώνουν ανδριάντες ηρώων του Αγώνα.

Στο επίσημο πρόγραμμα του γιορτασμού της επετείου του 1899 αναφέρονται τα “ειωθότα”, χωρίς να γίνεται αναφορά σε μαθητές. Ιδού όμως η συνέχεια από τις περιγραφές των εφημερίδων της επομένης:

«Είχε λήξει η τελετή και ο πολύς κόσμος ήρχισε ν’ αποσύρεται, οπότε αιφνιδίως ακούονται τύμπανα ηχούντα και φωναί παιδικαί άδουσαι… Ησαν οι μαθητές των δημοτικών σχολείων, οι οποίοι υπό την αιγίδα των διδασκάλων των διηρημένοι κατά σώματα με την σημαίαν εκάστου σχολείου εμπρός, ανεχώρουν από την Μητρόπολιν μεταβαίνοντες εις το Πανεπιστήμιον δια να στέψωσιν τους ανδριάντας…

Διέσχισαν στην οδό Ερμού ανά τετράδας βαδίζοντες με βήμα αρρενωπόν, τη συνοδεία τυμπάνων και της μουσικής του Ορφανοτροφείου ( Χατζηκώστα), ενώ συγχρόνως έψαλλον καθ΄ οδόν διάφορα επίκαιρα πολεμικά άσματα…»”

Οι μαθητές έστεψαν τ΄ αγάλματα στα Προπύλαια, επιστρέφοντας συντεταγμένα στην οδό Σταδίου «όπου παρετάχθησαν πάλιν εις φάλαγγας κατά σχολεία… Εκεί εξεφώνησεν δεύτερον λογίδριον ο επιθεωρητής κ. Μιχαλόπουλος… Και έληξεν εδώ το ωραιότερον μέρος της χθεσινής τελετής, το οποίον εις όλους θ΄ αφήση αναμνήσεις δια την μοναδικήν επιτυχίαν του”.

Φαίνεται ότι η πρωτοβουλία ανήκει στο σχολικό νομαρχιακό επιθεωρητή. Ο θεσμός ήταν νεότευκτος και είχε εισαχθεί με πρόταση των δασκάλων και στόχο κάποια αποκέντρωση της εκπαίδευσης.

Όπως όλα δείχνουν ο Μιχαλόπουλος είχε την ιδέα αυτή, έκανε τη σχετική πρόταση στο σχολικό Εποπτικό Συμβούλιο και πραγματοποιήθηκε η παρέλαση. Άγνωστο αν απευθύνθηκε και στο υπουργείο Παιδείας κι αν πήρε, έστω άτυπα τη σχετική άδεια.

Το ίδιο, άλλωστε, συνέβη σε μικρότερη κλίμακα και στον Πειραιά, όπου και εκεί παρελάσανε οι μαθητές την ίδια χρονιά. Η παρουσία τους, μάλιστα, είχε καταχωρηθεί και στο επίσημο τοπικό πρόγραμμα.

Όσο για την υποδοχή της καινοτομίας είναι χαρακτηριστικά όσα σημειώνει ο Γεώργιος Σ. Φραγκάκης (λόγιος, πολιτικός και από τους ιδρυτές του Πάντειου Πανεπιστημίου αργότερα). Στη μαθητική παρέλαση, γράφει ότι βρήκε «την συγκίμνησιν της οποίας είχον ανάγκην εις την ωραίαν, όσο και πρωτότυπον εικόνα, την μόνην αξίαν της χθεσινής ημέρας.

Η ιδέα ήτο λαμπρά και ελπίζομεν πλέον η εορτή να καθιερωθή. Του χρόνου θέλομεν να ίδωμεν τους μαθητάς όλων των σχολείων, από του δημοτικού μέχρι των γυμνασίων, παρελαύνοντας με ρυθμικόν βήμα προ των εθνικών μνημείων κατά την 25ην Μαρτίου. Το θέαμα όλων των μαθητών με ομοιομόρφους στολάς και αρμονικόν βήμα, με έξυπνα και καθαρά πρόσωπα θα είναι η καλλιτέρα των εορτών…. Την χθεσινήν εορτήν υπολαμβάνομεν ως εν αίσιον δια το μέλλον…»

Αφήνοντας κατά μέρος την αξιολόγηση παρόμοιων προτάσεων και προβληματισμών, που εξηγούνται στο πλαίσιο της εθνικής κατήφειας μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, το διεθνή οικονομικό έλεγχο μετά την πτώχευση και την πολιτική κατάσταση της εποχής αυτό,που ενδιαφέρει εδώ, είναι άλλο: οι μαθητικές παρελάσεις άρχισαν στην εκπνοή του 19ου αιώνα. Μάλλον αυθόρμητα και ως διάσταση της λαϊκής συμμετοχής στις εθνικές επετείου. Άλλο θέμα πως εξελίχτηκαν σε συνέχεια.

Οι μαθητικές παρελάσεις δεν καθιερώθηκαν κεντρικά και πανελλαδικά αμέσως μετά το 1899, όπως προτεινόταν από μερικούς. Ούτε ήταν παρακολούθημα των στρατιωτικών παρελάσεων όταν και όπως γίνονταν. Η “στρατιωτικοποίηση”, με όλα τα παρεπόμενα, τα οποία προκάλεσαν στο παρελθόν και συνεχίζουν ως σήμερα πολλές συζητήσεις, θα συμβεί μερικές δεκαετίες αργότερα. Επί δικτατορία Μεταξά το 1936.

Παρά την ευχάριστη έκπληξη που προκάλεσαν οι πρώτες μαθητικές παρελάσεις σε Αθήνα και Πειραιά δεν μονιμοποιούνται. Οι κυβερνήσεις και τα υπουργεία Παιδείας δεν προκύπτει μετά να έχουν πάρει κάποια σχετική απόφαση.

Εξακολουθούν, όμως, να γίνονται σποραδικά όχι μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και σε άλλες πόλεις. Οφείλονται, όμως, σε περιφερειακές πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών ή τοπικών αρχών.

Έτσι για παράδειγμα το 1914 στον Πειραιά οι μαθητές παρελαύνουν ” ζητωκραύγοντες” στους δρόμους, στεφανώνουν το άγαλμα του Καραϊσκάκη, παίρνουν μέρος σε λαμπαδηφορίες. Παρομοίως στη Θεσσαλονίκη, το Αργος, τη Λάρισα και άλλες πόλεις. Στην Κέρκυρα «εγένετο λαμπρά παρέλασις προ των Ανακτόρων και δια των κεντρικοτέρων οδών, των στρατιωτικών λαμπαδηφορούντων, των δε μαθητών του Γυμνασίου μετά ανηρτημένων ενετικών φανών τη συνοδεία της μουσικής Ρομποτή έψαλλον…”

Μια δεκαετία αργότερα, όταν πανηγυρίζεται η ανακήρυξη της Δημοκρατίας στις 25 Μαρτίου 1924 οι μαθητές είναι πάλι παρόντες. Για την ιστορία ας σημειωθεί ότι τότε παίρνουν μέρος και αεροπλάνα ρίχνοντας προκηρύξεις για την αναγέννηση της Δημοκρατίας.

Το ίδιο δυο χρόνια μετά, μ΄ επίκεντρο το γιορτασμό στο Παναθηναϊκό Στάδιο και άλλες χρονιές.

Η στροφή προς τη “στρατιωτικοποίσή” τους ΄γίνεται το 1936. Μάλιστα πριν την κήρυξη της δικτατορίας όταν ο Μεταξάς γίνεται πρωθυπουργός ελέω του βασιλιά Γεωργίου Β¨. Τότε ακριβώς ο Μεταξάς αναλαμβάνει να υλοποιήσει το ΅μεγαλεπήβολο΅ σχέδιο για τη φασιστικοποίηση και των μαθητικών παρελάσεων.

«Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα, γράφει στο ημερολόγιό του σε μια από τις παρελάσεις επί των ημερών του. Το έργον μου! Έργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά… Εντύπωσις εις τον κόσμον καταπληκτική!»

Η συνέχεια, όμως, με τη νεολαία της ΕΟΝ του Μεταξά είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία…

(Ο Τάκης Κατσιμάρδος είναι δημοσιογράφος)