Μια νέα επιστημονική ανακάλυψη ανοίγει τον δρόμο για πιο αποτελεσματικές θεραπείες κατά του καρκίνου, καθώς ερευνητές εντόπισαν ένα γονίδιο που λειτουργεί ως «ρυθμιστής» της αντικαρκινικής άμυνας του οργανισμού.
Η απενεργοποίησή του φαίνεται ότι ενισχύει σημαντικά την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να εντοπίζει και να καταστρέφει καρκινικά κύτταρα.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Μόνας στην Αυστραλία σε συνεργασία με τη βιοτεχνολογική εταιρεία ΟΝΚο-Ινέιτ στη Μελβούρνη και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cancer Cell.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η απενεργοποίηση ενός συγκεκριμένου γονιδίου μπορεί να καταστήσει ορισμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού πολύ πιο αποτελεσματικά στην καταπολέμηση των όγκων.
Η φυσική άμυνα του οργανισμού απέναντι στον καρκίνο
Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει έναν πολύπλοκο αμυντικό μηχανισμό που μπορεί να αναγνωρίζει και να εξουδετερώνει ανώμαλα κύτταρα.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζει η πρωτεΐνη Ιντερλευκίνη-15 (IL-15), η οποία ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα και ενισχύει τη δράση εξειδικευμένων κυττάρων που στοχεύουν τα καρκινικά κύτταρα.
Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονται τα λεγόμενα φυσικά φονικά κύτταρα (Natural Killer – NK). Τα κύτταρα αυτά αποτελούν βασικό τμήμα της πρώτης γραμμής άμυνας του οργανισμού και έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν και να καταστρέφουν καρκινικά ή μολυσμένα κύτταρα.
Ωστόσο, πολλοί όγκοι καταφέρνουν να αποδυναμώνουν αυτή την άμυνα, περιορίζοντας τη λειτουργία των NK κυττάρων ακόμη και όταν στον οργανισμό υπάρχει επαρκής ποσότητα της IL-15.
Οι περιορισμοί των σημερινών θεραπειών
Τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την IL-15 αναπτύσσοντας φάρμακα που ενεργοποιούν τους αντίστοιχους υποδοχείς στα ανοσοκύτταρα, με στόχο να ενισχύσουν την αντικαρκινική τους δράση.
Στην πράξη, όμως, πολλές από αυτές τις θεραπείες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα τοξικές. Η γενικευμένη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού σε ολόκληρο το σώμα μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες, γεγονός που περιορίζει τη χρήση τέτοιων φαρμάκων.
Ο εντοπισμός ενός «γενετικού διακόπτη»
Η ερευνητική ομάδα υπό τον καθηγητή Νικ Χάντινγκτον κατάφερε να εντοπίσει ένα γονίδιο που ρυθμίζει το πόσο ευαίσθητα είναι τα NK κύτταρα στο σήμα της IL-15.
Όταν το συγκεκριμένο γονίδιο απενεργοποιείται, τα κύτταρα αυτά αποκτούν πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση ακόμη και σε μικρές ποσότητες της πρωτεΐνης.
Με τον τρόπο αυτό το ανοσοποιητικό μπορεί να ενεργοποιείται πιο αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτούνται υψηλές δόσεις φαρμάκων.
Για να φτάσουν σε αυτό το αποτέλεσμα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν την τεχνολογία CRISPR, η οποία επιτρέπει την ακριβή επεξεργασία του DNA. Μέσω της μεθόδου αυτής εντόπισαν δύο κρίσιμα γονίδια που επηρεάζουν την αντίδραση των ανοσοκυττάρων στους αυξητικούς παράγοντες.
Τα γονίδια αυτά μπορούν είτε να αφαιρεθούν στο πλαίσιο κυτταρικών θεραπειών είτε να ανασταλούν με ειδικά φάρμακα.
Πειράματα σε προκλινικά μοντέλα έδειξαν ότι τα τροποποιημένα NK κύτταρα είχαν σημαντικά ισχυρότερη αντικαρκινική δράση και επιβράδυναν την ανάπτυξη όγκων.

Νέες προοπτικές για την ανοσοθεραπεία
Η ανακάλυψη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για ορισμένους τύπους καρκίνου, όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου. Σε αυτούς τους όγκους τα καρκινικά κύτταρα συχνά παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες IL-15 σε σχέση με τους υγιείς ιστούς.
Εάν τα NK κύτταρα γίνουν πιο ευαίσθητα σε αυτή την πρωτεΐνη, μπορούν να ενεργοποιηθούν κυρίως γύρω από τον όγκο, επιτρέποντας μια πιο στοχευμένη ανοσολογική επίθεση χωρίς να επηρεάζονται άλλα όργανα.
Οι ερευνητές εκτιμούν επίσης ότι η νέα αυτή προσέγγιση θα μπορούσε να συνδυαστεί με ήδη υπάρχουσες μορφές ανοσοθεραπείας, όπως οι αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού, που χρησιμοποιούνται σε αρκετούς τύπους καρκίνου.
Ένα νέο όπλο στη μάχη κατά του καρκίνου
Η ταυτοποίηση αυτού του «γενετικού διακόπτη» ανοίγει σημαντικές προοπτικές για την ανάπτυξη νέων θεραπειών που θα ενισχύουν τη φυσική άμυνα του οργανισμού απέναντι στον καρκίνο με πιο στοχευμένο και ασφαλή τρόπο.
Αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν και σε κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, η τεχνολογία αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο της σύγχρονης ανοσοθεραπείας, αξιοποιώντας τις ίδιες τις άμυνες του ανθρώπινου σώματος για την καταπολέμηση της νόσου.