Ο ρόλος τους στην αναπαραγωγή των περισσότερων άγριων και καλλιεργούμενων φυτών – Απειλούνται από τα φυτοφάρμακα και την ανεξέλεγκτη μελισσοκομία
Πίσω από κάθε λουλούδι που ανθίζει, από κάθε καρπό που φτάνει στο τραπέζι μας, κρύβεται η αθέατη δουλειά χιλιάδων εντόμων και άλλων ζώων που μεταφέρουν γύρη από άνθος σε άνθος – οι λεγόμενοι επικονιαστές. Από τις μέλισσες, τις πεταλούδες και τις συρφίδες (είδη δίπτερων εντόμων) μέχρι κάποια σκαθάρια και άλλα είδη, αυτοί οι μικροί αλλά κρίσιμοι οργανισμοί εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή των περισσότερων άγριων και καλλιεργούμενων φυτών.
Πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε η δημόσια διαβούλευση για το πρώτο ελληνικό σχέδιο δράσης για τους επικονιαστές, με στόχο την προστασία και την αύξηση των πληθυσμών τους. Οι επικονιαστές μειώνονται σε όλη την Ευρώπη αρχικά από τα φυτοφάρμακα, από τη γεωργία και τον τρόπο διαχείρισης των χώρων πρασίνου, αλλά και από τη μελισσοκομία, καθώς η «κοινή» μέλισσα είναι ιδιαίτερα επιθετική απέναντι στους υπόλοιπους επικονιαστές και σταδιακά τους εκτοπίζει.
Το έργο ανέλαβε ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, του οποίου το Εργαστήριο Βιογεωγραφίας και Οικολογίας έχει πραγματοποιήσει κάποιες από τις σημαντικότερες μελέτες στην Ελλάδα για το θέμα των επικονιαστών (συντακτική ομάδα: Θεοδώρα Πετανίδου, ομότιμη καθηγήτρια Οικολογίας και Οικογεωγραφίας, Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, καθηγητής Λειτουργικής Οικολογίας και Φιλίτσα Καραμαούνα, εντεταγμένη ερευνήτρια στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο). Η κατάρτιση σχεδίου δράσης ειδικά για τους επικονιαστές είναι και υποχρέωση της Ελλάδας έναντι της κοινοτικής νομοθεσίας, με βάση έναν Ευρωπαϊκό Κανονισμό που θεσπίστηκε το 2024.
Το σχέδιο καταλήγει σε 7 στόχους, 86 δράσεις και 249 δραστηριότητες. «Πρόκειται για ένα πολύπλοκο και πολυσχιδές ζήτημα, γιατί αφορά πάμπολλες ανθρώπινες δραστηριότητες και δη παραγωγικές, όπως είναι η γεωργία, αλλά και τη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος», εξηγεί στην «Κ» η κ. Πετανίδου. «Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν έχουν υπάρξει πολλές έρευνες γύρω από τη βιογεωγραφία των επικονιαστών, δηλαδή τόσο την ποικιλότητα των ειδών όσο και την κατανομή τους σε κάθε περιοχή. Αυτό είναι και το πρώτο βασικό κενό που πρέπει να αντιμετωπίσουμε στη χώρα μας. Ενα δεύτερο σημαντικό σημείο είναι η μετάδοση της γνώσης σε όσους ασχολούνται με τη γεωργία, με τη διαχείριση των φυσικών περιοχών, τη διαχείριση χώρων πρασίνου, ακόμη και των κήπων μας. Οπως είναι γνωστό, μία από τις σημαντικότερες απειλές για τους επικονιαστές είναι τα φυτοφάρμακα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο καλλιεργούμε, χωρίς να αφήνουμε ζώνες με αγριολούλουδα, καταστρέφοντας τις φωλιές τους».
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του προγράμματος Antinero, το οποίο ενώ έχει καλό σκοπό, την προστασία από τις δασικές πυρκαγιές, γίνεται με τρόπο πολύ βλαβερό για τους επικονιαστές. «Οταν “ξυρίζεις” τα πάντα, προκαλείς τεράστια ζημιά διότι καταστρέφεις κάθε δυνατότητα τροφής για τους επικονιαστές».
Αυτό που λίγοι εκτός των ειδικών επιστημόνων γνωρίζουν είναι ότι οι επικονιαστές απειλούνται και από την ανεξέλεγκτη μελισσοκομία. «Μελετώ τη συμπεριφορά της κοινής μέλισσας ήδη από τη δεκαετία του ’80. Η κοινή μέλισσα είναι πολύ ανταγωνιστική στη συμπεριφορά της, διώχνει τόσο τις άγριες μέλισσες όσο και τους υπόλοιπους επικονιαστές. Οπως απέδειξε πενταετής έρευνα που πραγματοποιήσαμε στις Κυκλάδες, σε 13 νησιά, η ποικιλότητα των επικονιαστών ήταν μικρότερη εκεί όπου υπήρχε έντονη μελισσοκομική δραστηριότητα. Με άλλα λόγια, εκεί όπου υπάρχουν πολλές κυψέλες, μειώνεται ο πληθυσμός των άλλων ειδών επικονιαστών, ενώ κάποια είδη εξαφανίζονται».
Οι σχετικές αναφορές στο σχέδιο δράσης προκάλεσαν την αντίδραση μελισσοκόμων, που κατέθεσαν αρνητικά σχόλια στη δημόσια διαβούλευση. «Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου ο αριθμός των μελισσοκόμων και των κυψελών αυξάνεται. Υπάρχουν μάλιστα πάρα πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται χωρίς να είναι κατ’ επάγγελμα μελισσοκόμοι. Οι κυψέλες τοποθετούνται σχεδόν οπουδήποτε, χωρίς έλεγχο. Η επίδραση των κοινών μελισσών στις άγριες μέλισσες και στους λοιπούς επικονιαστές είναι αποδεδειγμένη επιστημονικά. Η κοινή μέλισσα έχει πολύ μεγάλη ικανότητα να ανακαλύπτει, θυμάται, μεταδίδει την πληροφορία στην υπόλοιπη κυψέλη. Με αυτές τις αξιοθαύμαστες ικανότητές της φέρνει σε μειονεκτική θέση τους υπολοίπους. Κανείς δεν θέλει το κακό της μελισσοκομίας. Προτείνουμε όμως να καθοριστούν ειδικοί χώροι, τους οποίους ονομάζουμε “μελισσοκομικά πάρκα” και να επιτρέπεται εκεί συγκεκριμένος αριθμός κυψελών, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα ανθοφόρων φυτών και τη διάθεση νέκταρος. Η σημερινή κατάσταση μακροπρόθεσμα δεν ευνοεί κανέναν».