-Προς ένα νέο νομικό πλαίσιο;
Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας που καθιερώθηκε για να τιμηθούν οι αγώνες του κινήματος για τα δικαιώματα των γυναικών και οι κατακτήσεις που οδήγησαν σε όσα σήμερα θεωρούνται αυτονόητα, όπως το δικαίωμα ψήφου, νοηματοδοτείται μόνο μέσα από τον προβληματισμό για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το γυναικείο ζήτημα σήμερα.
Διαπιστώνεται, δυστυχώς, ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών βρίσκονται αντιμέτωπα με ολοένα αυξανόμενες απειλές παγκοσμίως, από τις εντεινόμενες διακρίσεις έως την αποδυναμωμένη νομική προστασία και συρρικνωμένη χρηματοδότηση για προγράμματα και θεσμούς υποστηρικτικούς.
Πρόσφατη έκθεση της Υπηρεσίας του ΟΗΕ για τις γυναίκες, αποκαλύπτει ότι το ένα τέταρτο των κυβερνήσεων ανέφεραν οπισθοδρόμηση στα δικαιώματα των γυναικών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ΟΗΕ, κάθε 10 λεπτά μία γυναίκα ή ένα κορίτσι χάνει τη ζωή του εξαιτίας έμφυλης βίας μέσα στην οικογένεια ή από τον σύντροφο.

Τα διαρκώς αυξανόμενα γεγονότα βιαιοπραγίας σε βάρος των γυναικών, η κατακόρυφη αύξηση περιστατικών που οδηγούν γυναίκες στο θάνατο και η διαπίστωση ότι η βία διαπράττεται κυρίως από ένα οικείο πρόσωπο και μάλιστα εντός των ορίων του σπιτιού, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και αποκαλύπτει ότι ακόμη και όταν το νομικό πλαίσιο είναι επαρκές, η προστασία δεν είναι πάντα αποτελεσματική.
Το φαινόμενο της βίας στα πλαίσια των σχέσεων αναλύεται επιστημονικά (κοινωνιολογικά και εγκληματολογικά) και περιγράφεται ως ένα κυκλικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο με μετάβαση από την ένταση στην επιθετικότητα, και εν συνεχεία στην «μεταμέλεια» και τη συμφιλίωση.
Η βία παγιώνεται προοδευτικά στο ζευγάρι και αφομοιώνεται ως τρόπος ζωής από τη γυναίκα.
Τα άτομα, στην συντριπτική πλειοψηφία γυναίκες, που βιώνουν τη βία σε μία σχέση, ιδίως συζυγική, υποχωρούν ακόμη και από τις νομικές ενέργειες, υπό το φόβο της μοναξιάς, της οικονομικής αστάθειας, του κοινωνικού στίγματος και υποκύπτουν στους άκαμπτους κοινωνικούς ρόλους.
Κατά τη δικαστική διερεύνηση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας βρισκόμαστε πολύ συχνά μπροστά σε θύματα κακοποίησης που επιχειρούν και ενίοτε «καταφέρνουν» να απαλλάξουν τους θύτες από τις κατηγορίες, επαληθεύοντας ότι δεν αρκεί το επαρκές νομικό πλαίσιο, αλλά απαιτείται ισχυρό και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο προστασίας και φροντίδας, ώστε να καταπολεμηθεί το σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας και ο εγκλωβισμός σε κακοποιητικές σχέσεις.
Eνόψει της προφανούς επιδείνωσης των δεδομένων, ενδεχομένως και υπό την πίεση της κοινής γνώμης, τον δημόσιο διάλογο απασχολεί το ερώτημα αν χρειάζεται να τυποποιηθεί ως αυτοτελές έγκλημα στον ποινικό κώδικα η γυναικοκτονία.
Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά νομικό και σίγουρα δεν είναι κυρίως νομικό. Προσωπικά θεωρώ ότι η χρήση του όρου γυναικοκτονία έχει μεγαλύτερη σημασία σε επίπεδο συμβολισμού, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην κοινωνική και έμφυλη διάσταση του φαινομένου.
Υποστηρίζεται βέβαια από τους υπέρμαχους της ανάγκης νομοθετικής μεταβολής και της πρόβλεψης στον ΠΚ του εγκλήματος της γυναικοκτονίας ότι αυτό εξυπηρετεί την στόχευση να καταδείξουμε ότι πρόκειται για έγκλημα με μισογυνικό, σεξιστικό, κίνητρο, ώστε να ενισχύσουμε την ορατότητα του φαινομένου, να ευαισθητοποιήσουμε την κοινωνία και την ετοιμότητα προς καταγγελία.
Στην πραγματικότητα, η θεσμοθέτηση νέου, διακριτού, ποινικού αδικήματος, δεν παρίσταται κατά την γνώμη μου στην προκειμένη περίπτωση ως αναγκαία για την κάλυψη νομοθετικού κενού. Τέτοιο κενό δεν υφίσταται.
Ζητούμενο άλλωστε δεν είναι να διαφοροποιηθεί η ποινική αντιμετώπιση με την προσδοκία ότι αυτό θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους επίδοξους δράστες.
Ζητούμενο είναι η προστασία και η πρόληψη από σωστά εκπαιδευμένες Αστυνομικές, Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές και η λειτουργία επαρκών υποστηρικτικών δομών ώστε να προστατευθούν τα υποψήφια θύματα. Οι γυναικοκτονίες στην πλειοψηφία τους δεν είναι απρόβλεπτα εγκλήματα.
Για τον στόχο της αποτροπής τους περιορισμένη αξία και περιορισμένη επίδραση στις κοινωνικές διεργασίες θα έχει η νομοθετική παρέμβαση, παρότι πράγματι η δολοφονία μίας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα, μέσα στο πλαίσιο έμφυλης ανισότητας, ελέγχου, βίας και συχνά μακροχρόνιας κακοποίησης προσδίδει στο έγκλημα αυτό ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που είναι πραγματικά πολύ σημαντικό είναι οι δράσεις πρόληψης: οι δομές που μπορούν να δημιουργηθούν, τα προγράμματα που μπορούν να αναπτυχθούν, οι εκπαιδευτικές λειτουργίες που έχουν να κάνουν με τον μισογυνισμό, με τη διαιώνιση των πατριαρχικών μοντέλων, με την άσκηση βίας στο πλαίσιο της οικογένειας ή των ερωτικών σχέσεων ως τρόπου επίλυσης των προβλημάτων και συνομιλίας των κοινωνών.
Είναι αναγκαίο να αναζητήσουμε και να εφαρμόσουμε δημόσιες πολιτικές οι οποίες να έχουν ως στόχο την καταπολέμηση των έμφυλων διακρίσεων, την αποφυγή της απομόνωσης, την πραγματική εξασφάλιση όρων ίσης ανάπτυξης και συμμετοχής ανδρών και γυναικών στις κοινωνικές διεργασίες.
Αδικεί την προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών ο εγκλωβισμός της συζήτησης σε μια ποινικολογία πέραν του ότι κινδυνεύουμε να μεταθέσουμε το ενδιαφέρον από την έμφαση στην δημιουργία μηχανισμών περιορισμού του κακοποιητή και ενδυνάμωσης του θύματος, που είναι τα ζητούμενα, στο θέμα του τρόπου της, εκ των υστέρων, παρέμβασης και τιμώρησης του δράστη.
*Η Μαρίνα Μπεβούδα είναι δικηγόρος και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας