Του Νίκου Αχ. Διάκου
Όταν πριν λίγες μόλις ημέρες δημοσίευα στον τοπικό έντυπο τύπο τις σκέψεις μου ως πολίτης για το υπό λειτουργία, στο 2ο Γ-Λ, ενός Ωνάσιου σχολείου, είχα σημειώσει ότι η λειτουργία ενός σχολείου τύπου πρότυπου στην πόλη μας μόνο αντιθέσεις, προστριβές και κόντρες θα μπορούσε να δημιουργήσει στην τοπική μας κοινωνία, τη στιγμή που για την καλλιέργεια του πνευματικού επιπέδου των μαθητών πρώτα θα έπρεπε να γίνει ριζική τομή στα βιβλία και μετά συμπλήρωση των χειμαζόμενων υποδομών διδασκαλίας και απάλειψη του όρου αναπληρωματικός δάσκαλος. Και μετά πιστεύουμε ότι, αφού θα έχουν γίνει όλα αυτά, τότε θα έχει δικαιωθεί ο γέρος του Μοριά, θα έχει τιμηθεί ο 4ο φιλικός Αναγνωστόπουλος εξ Ανδριτσαίνης και θα έχει αναγνωρισθεί η εθνική αντίσταση ως η μητέρα της ανεξαρτησίας και της αδούλωτης ύπαρξης αυτής της χώρας, που τόσο αίμα έχυσε και τόσους λεβέντες θυσίασε, για να βγαίνουν κάποιοι «σπόροι» και να σπάζουν τις μαρμάρινες πλάκες των διακοσίων παλικαριών της Καισαριανής.
Διακόσιοι εκτελεσθέντες στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Συμβολική ημέρα της απελευθέρωσης από τη σκλαβιά της ολοήμερης εργασίας, σημαδιακή ημέρα για τη θεμελίωση και επισφράγιση της ανεξαρτησίας αυτής της πατρίδας και του επανακαθορισμού της έννοιας της λέξης ήρωας και της λέξης προδότης και δοσίλογος.
Τον Ηλία Ρίζο, τον αρτεργάτη στη Λαμία, τον «κάρφωσαν» οι δοσίλογοι, τον Βασίλη Παπαδήμα, τον εργάτη από τη Γιάλοβα, τον συνέλαβαν οι Ιταλοί στο μέτωπο και οι χωροφύλακες τον έστειλαν στο Γουδί, στον προθάλαμο του εκτελεστικού αποσπάσματος, σαν επιβράβευση, γιατί αντιστάθηκε στους κατακτητές στο μέτωπο για το σπίτι του στην Πύλο, για την Ελλάδα ολόκληρη, μαζί με τους υπόλοιπους εκτελεσθέντες, «αγύριστα κεφάλια» στις έννοιες της τιμιότητας, της αδελφοσύνης, του πατριωτισμού και της ελευθερίας.
Και βγαίνουν όλες οι πολιτικές παρατάξεις και βγαίνει όλη η Ελλάδα και μιλάει για τα παλικάρια της και ζητάει από την Κυβέρνηση να αποκτήσει τις φωτογραφίες της εκτέλεσης. «Εφ’ όσον είναι αυθεντικές», απαντάει η Κυβέρνηση. Γιατί δεν είναι; Και δεν καταλαβαίνω τι εννοούν με αυτό. Μήπως η εκτέλεση ήταν ψεύτικη, επειδή δεν την γράφει η ιστορία που διδαχθήκαμε; Μα αυτό συμβαίνει γιατί την ιστορία τη συγγράφουν πάντα οι «υπάλληλοι» των καθεστώτων της λήθης, μαθητές ή μακρινοί συγγενείς των χωροφυλάκων και των δοσίλογων, που παρέδωσαν στους κατακτητές τους «άτακτους» Έλληνες, κι εκείνοι τους εκτέλεσαν όχι γιατί αντιστάθηκαν, αλλά γιατί έπρεπε να ξεπλύνουν το βρώμικο αίμα ενός υψηλόβαθμου κατακτητή.
Και τώρα ξαφνικά, μετά από 80 και πλέον χρόνια, κάτι φωτογραφίες μαυρόασπρες, ξεθωριασμένες, με κάποιους λεβέντες Έλληνες, στημένους στον τοίχο, με σηκωμένες τις γροθιές απέναντι από τα ντουφέκια και με ανοιχτά τα μάτια για ν’ αντικρύσουν κατάματα τον χάρο, αφύπνισαν όλη την Ελλάδα.
Εκείνοι που δεν ήξεραν, λόγω ιστορικού αναλφαβητισμού, έμειναν άφωνοι, κι εκείνοι που ήξεραν δάκρυσαν κι άρχισαν να ξετυλίγουν την άγραφη ιστορία αυτού του τόπου και να διηγούνται λεπτομέρειες για κάποιους από τους διακόσιους που ανήκαν στο σόι τους. Οι πολλοί όμως δεν θα μπούνε στις διηγήσεις των μακρινών συγγενών ή συγχωριανών, γιατί μετά 80 χρόνια πολλά μάτια έκλεισαν και πολλές φωνές βουβάθηκαν.
Παραμένει όμως το γεγονός ότι ήταν διακόσιοι και χίλιοι και χιλιάδες που έδειξαν ότι κάτω από τα γιορτινά τους, φτωχά καθαρά ρούχα, έκρυβαν μια μεγάλη καρδιά που χώραγε όλη την Ελλάδα, τη χώρα που ένας ανιστόρητος δικτάτορας, όπως ο Μεταξάς, ήρωας κατά τα μαθητικά βιβλία, τους αρνήθηκε να υπερασπισθούν την πατρίδα τους, αγωνιζόμενοι κατά των εισβολέων, και τους παρέδωσε στους εισβολείς για να πατσίσουν τον θάνατο ενός εισβολέα.
Καιρός λοιπόν είναι να διορθωθεί και να συμπληρωθεί η ιστορία και να κατασκευασθεί το κεντρικό μουσείο εθνικής αντίστασης, πριν η λήθη «ξεριζώσει» τη γνωστή ρήση «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».