Γράφει ο Σταμάτης Λύκος
Από τη μία να ακούς τη χιλιοτραγουδισμένη «Φάμπρικα» του μεγάλου μας δημιουργού Βασίλη Τσιτσάνης, που τόσο παραστατικά εξύμνησε μέσα από τους στίχους την εργατική τάξη, ομόρφυνε με τη μουσική και το τραγούδι του την ασχήμια μιας δύσκολης καθημερινότητας, τον αγώνα για το μεροκάματο και την επιβίωση σε άλλους, πιο δύσκολους καιρούς.
Αυτή που, κάθε φορά που την ακούγαμε, ερχόταν να μας θυμίσει με τρυφερότητα εκείνο το συναίσθημα της περηφάνιας που βλέπαμε στα πρόσωπα των γονιών μας, αλλά και όλων των ανθρώπων του μόχθου, στις γειτονιές που μεγαλώσαμε και χάθηκαν στην αντιπαροχή.
Το λάτρευαν το τραγούδι, γιατί αξία για εκείνους δεν είχαν τα εύκολα φράγκα και τα μεγαλεία. Είχαν μάθει να ζουν απλά, να χαίρονται, να χαμογελούν. Ο πλούτος και η αξιοσύνη τους ήταν στα μουτζουρωμένα, μα καθαρά, χέρια τους, στη θέλησή τους για δουλειά, για προκοπή, στην αξιοπρέπειά τους. Έπαιρναν δύναμη ακούγοντάς το, και εμείς, τα παιδιά τους, χαιρόμασταν βλέποντάς τους· παίρναμε μερίδιο από την περηφάνια τους, την τιμιότητά τους, θέλαμε να τους μοιάσουμε.
Και από την άλλη ήρθε, όπως τουλάχιστον «έκπληκτοι» ακούμε, μια άλλη στημένη «φάμπρικα»· αυτή που τρέφει χρόνια τώρα πλουσιοπάροχα και χωρίς κόπο μια άλλη «εργατική τάξη», με προβαρισμένα χαμόγελα και λόγια, με πεντακάθαρα χέρια που το πολύ-πολύ να έχουν λερωθεί από το μελάνι ακριβών στυλό, από τις πολλές υπογραφές και τη χαρτούρα.
Για αυτήν δεν υπάρχει στίχος, μουσική επένδυση, τραγούδι. Ό,τι ακούγεται είναι χαμηλόφωνα και στα μουλωχτά, και «πάμε για άλλα», έχοντας αποδεχτεί σαν κανονικότητα τη «λαμογιά».
Ευχή και ελπίδα να ξανακουστεί καθαρό το σφύριγμα από τη φάμπρικα και διάφανος ο ήχος υπενθύμισης όσων μάθαμε από τους γονείς μας. Ας διασώσουμε ένα κομμάτι από την περηφάνια και την αξιοπρέπειά τους με τις συμπεριφορές μας και ας την περάσουμε, ως πλούτο, ως αξία, στα παιδιά μας, αρνούμενοι καθετί κάλπικο και δήθεν τσάμπα. Και ας μην ξεγελιόμαστε· εμείς τα πληρώνουμε όλα τελικά, και με ακριβό τίμημα.