Τα έργα του δεν έτυχαν πάντοτε καλής υποδοχής. Κάποιες φορές, μάλιστα, αναγκάστηκε να ακυρώσει παραστάσεις και να υποστεί τις συνέπειες της χρεοκοπίας θεάτρων

Απεβίωσε 13 Φεβρουαρίου 1883

Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου


Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου 1813. Η αρχή της ζωής του ήταν δύσκολη, καθώς τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ξεκίνησε η Μάχη των Εθνών στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων και τον επόμενο μήνα έχασε τον πατέρα του. Το 1814 η μητέρα του αποφάσισε να μετακομίσει στη Δρέσδη με τα οκτώ παιδιά της. Μαζί τους μετακόμισε και ο ηθοποιός και ποιητής Λούντβιχ Γκάγιερ, με τον οποίο είχε παντρευτεί λίγο πριν. Ο Γκάγιερ ήταν αυτός που έφερε τον νεαρό Ρίχαρντ σε επαφή με το θέατρο. Μάλιστα, αυτές οι πρώιμες εμπειρίες τον επηρέασαν τόσο καταλυτικά, ώστε από πολύ μικρός εξέφραζε την επιθυμία να γίνει συνθέτης όπερας.

Δέκα χρόνια μετά τη γέννησή του, ο Βάγκνερ είχε ξεκινήσει σπουδές μουσικής και σύνθεσης, τις οποίες συνέχισε και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, ενώ το 1833 συνέθεσε την πρώτη του όπερα, Οι Νεράιδες. Τρία χρόνια αργότερα, του προσφέρθηκε η θέση του μουσικού διευθυντή στη Θεατρική Εταιρεία του Μαγδεμβούργου. Υστερα από πολλά ταξίδια με την εταιρεία, εισήγαγε ορισμένες καινοτομίες: ενθάρρυνε τους τραγουδιστές να παίζουν σαν ηθοποιοί και, ταυτόχρονα, άλλαξε τη θέση του μαέστρου, επιδιώκοντας την οπτική επαφή με την ορχήστρα. 

Τα έργα του, πάντως, δεν έτυχαν πάντοτε καλής υποδοχής. Κάποιες φορές, μάλιστα, αναγκάστηκε να ακυρώσει παραστάσεις και να υποστεί τις συνέπειες της χρεοκοπίες θεάτρων. Επιπλέον, τα χρέη του συνεχώς αυξάνονταν, αναγκάζοντάς τον το 1839 να φύγει από τη χώρα μαζί με την πρώτη σύζυγό του Μίνα Πλάνερ, με την οποία είχαν παντρευτεί τρία χρόνια πριν. Ξεκίνησε τότε μια αρκετά επικίνδυνη περιπλάνηση, στη διάρκεια της οποίας βρέθηκε ανάμεσα στα άλλα στη Ρίγα, στη Δρέσδη, στη Βιέννη, στο Μόναχο, στο Μπαϊρόιτ και στο Παρίσι. Τα σχέδιά του, ωστόσο, να κερδίσει μια θέση στη γαλλική πολιτιστική σκηνή απέτυχαν, με αποτέλεσμα να βυθιστεί σε ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό τέλμα. Στο τέλος, αναγκάστηκε να δώσει ως ενέχυρο ακόμη και τη βέρα του.

Η επιτυχία θα ερχόταν το 1843 με τον Ιπτάμενο Ολλανδό, τον οποίο το εμπνεύστηκε από το ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει λίγο νωρίτερα. Το έργο σημείωσε τόσο μεγάλη επιτυχία, που δόθηκε στον Βάγκνερ η ευκαιρία να εργαστεί στην Όπερα της Αυλής της Δρέσδης. Και σε αυτή την περίπτωση, προσπάθησε να μην ακολουθήσει τα μουσικά πρότυπα της εποχής, χωρίς όμως ανταπόκριση. Η παραμονή του στη Γερμανία ήταν σύντομη, αφού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Μαΐου 1849 ο συνθέτης βρέθηκε να είναι καταζητούμενος λόγω των ριζοσπαστικών πολιτικών του απόψεων. Επόμενος σταθμός, θα ήταν η Ελβετία. Και εκεί, όμως, ο Βάγκνερ έπρεπε επανειλημμένα να κάνει παραχωρήσεις για να συμμετάσχει σε παραγωγές άλλων. Έτσι έθεσε ως στόχο την κατασκευή δικού του θεάτρου, ώστε να παρουσιάζει τα έργα του με απόλυτη ελευθερία. 

Η πόλη που τράβηξε την προσοχή του και της δεύτερης συζύγου του, κόρης του Φραντς Λιστ, ήταν το Μπαϊρόιτ στη βόρεια Βαυαρία. Εκεί, με τη λειτουργία του δικού του θεάτρου, είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τα έργα του ακριβώς όπως ήθελε. Η τοποθέτηση της ορχήστρας, για παράδειγμα, χαμηλά και μακριά από τα μάτια του κοινού, δημιουργούσε μια μοναδική ακουστική.

Το πρώτο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1876, και στους παρευρισκόμενους περιλαμβάνονταν ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Α΄ καθώς και οι Τσαϊκόφσκι και Νίτσε. Πλέον το κοινό είχε ωριμάσει και τα πρωτοποριακά στοιχεία του Βάγκνερ αναγνωρίζονταν ευρέως. Μάλιστα, με το έργο του, Πάρσιφαλ, είχε καταφέρει να εξασφαλίσει οικονομικά τη συνέχιση της ύπαρξης του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ.

Ωστόσο, η συνεχής δουλειά και η ανησυχία για τα οικονομικά είχαν κλονίσει την υγεία του, ενώ συχνά εκδήλωνε καρδιολογικά προβλήματα. Το 1883 αποφάσισε να ταξιδέψει στην Ιταλία, σε μια προσπάθεια ανάκαμψης, όμως, ήταν ήδη αργά. Στις 13 Φεβρουαρίου, και ενώ βρισκόταν στη Βενετία, θα έφευγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του μια σημαντική παρακαταθήκη.

kathimerini.gr