Η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ανακατανομή εξουσίας που έδινε κεντρικό ρόλο στη θρησκευτική ελίτ, επιβάλλοντας ταυτόχρονα νέους κανόνες δημόσιας ζωής και ελευθεριών

Επιμέλεια στήλης: Έστα Παπαγεωργίου


«Οι τελευταίες πηγές αντιστάσεως εναντίον οπαδών του “αγιατολλάχ” Χομεϊνί κατέρρευσαν χθες και οι υποστηρικτές της ισλαμικής δημοκρατίας κυκλοφορούν στους δρόμους της Τεχεράνης και των άλλων μεγάλων πόλεων, σφάζοντας εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, συλλαμβάνοντας γνωστούς μοναρχικούς και καταστρέφοντας κάθε τι που τους θυμίζει την αυτοκρατορική δυναστεία Παχλαβί». Αυτά ανέφερε στο πρωτοσέλιδό της η «Καθημερινή» στις 11 Φεβρουαρίου 1979. 

Εκείνη την ημέρα, η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν έφτασε σε ένα κρίσιμο ορόσημο: η χώρα πέρασε επισήμως υπό τον έλεγχο του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί και εγκαθιδρύθηκε μια θεοκρατική κυβέρνηση που έμελλε να επηρεάσει βαθιά την πορεία όχι μόνο της Μέσης Ανατολής, αλλά και της διεθνούς πολιτικής.

Η κατάληψη της εξουσίας από τον Χομεϊνί και τους υποστηρικτές του σήμανε την ολοκλήρωση ενός επαναστατικού κύκλου που είχε ξεκινήσει σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα, με μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί και των αυταρχικών πολιτικών του.

Η επανάσταση αυτή δεν ήταν απλώς μια εσωτερική αλλαγή καθεστώτος· αποτελούσε την έκφραση συσσωρευμένων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών εντάσεων. Ο σάχης, στηριζόμενος επί δεκαετίες στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικές δυνάμεις, είχε εισαγάγει εκσυγχρονιστικά μέτρα που συχνά αγνοούσαν τις παραδοσιακές ισλαμικές αξίες και προκαλούσαν έντονη δυσαρέσκεια μεταξύ της θρησκευτικής ηγεσίας και ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού. Οι μαζικές διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας κορυφώθηκαν μετά το 1978, οδηγώντας σε μια κατάσταση πολιτικής αστάθειας που ο σάχης δεν μπόρεσε να ελέγξει.

Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, που είχε επιστρέψει στο Ιράν από την εξορία στη Γαλλία στις αρχές του 1979, κατάφερε να ενοποιήσει διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες γύρω από το ιδεολογικό πρόγραμμα της ισλαμικής κυβέρνησης. Η ηγεσία του βασιζόταν σε μια σύνθεση θρησκευτικού κύρους, πολιτικής στρατηγικής και μάζας οπαδών, που έδωσε στην επανάσταση χαρακτηριστικά όχι μόνο κοινωνικού κινήματος αλλά και θεοκρατικού σχεδίου για τη διακυβέρνηση. Στις 11 Φεβρουαρίου, η ανατροπή του καθεστώτος του σάχη έγινε οριστική, με τις τελευταίες δυνάμεις του να υποτάσσονται χωρίς ουσιαστική αντίσταση.

Η θεοκρατική αυτή αλλαγή είχε άμεσες συνέπειες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό, η νέα κυβέρνηση εισήγαγε ένα σύστημα που συνδύαζε τη θρησκευτική νομοθεσία με πολιτικά θεσμικά όργανα, ενώ οι μη ισλαμικές πολιτικές και πολιτειακές δομές περιορίστηκαν σημαντικά. Η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ανακατανομή εξουσίας που έδινε κεντρικό ρόλο στη θρησκευτική ελίτ, επιβάλλοντας ταυτόχρονα νέους κανόνες δημόσιας ζωής και ελευθεριών. Παράλληλα, η επανάσταση τροφοδότησε έντονες συζητήσεις και διαμάχες μέσα στον ίδιο τον ισλαμικό κόσμο, καθώς ανέδειξε τη δυνατότητα ενός θρησκευτικού καθεστώτος να αναδειχθεί και να επικρατήσει εις βάρος ενός κράτους δυτικού τύπου.

Στο διεθνές επίπεδο, η ανατροπή του σάχη και η επικράτηση του Χομεϊνί προκάλεσαν ανησυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους. Η Ισλαμική Επανάσταση ανέτρεψε μια σταθερή συμμαχία της Δύσης στη Μέση Ανατολή, ενώ ενίσχυσε την επιρροή των ριζοσπαστικών και αντιδυτικών ρευμάτων στην περιοχή. Ο πανίσχυρος ρόλος της θρησκείας στη νέα κυβέρνηση έγινε παράδειγμα για άλλες πολιτικές δυνάμεις, ενώ η διπλωματική απομόνωση του Ιράν και οι εντάσεις με γειτονικές χώρες άνοιξαν έναν νέο κύκλο συγκρούσεων που θα κορυφωνόταν τη δεκαετία του 1980 και θα καθόριζε την πορεία της χώρας και την αλληλεπίδρασή της με τον υπόλοιπο κόσμο για δεκαετίες.

kathimerini.gr