Της Μαρίνας Μπεβούδα – δικηγόρος και πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου
Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία επιλύεται ενιαία το θέμα της ερμηνείας του αρ. 9 παρ.2 του ν. 3869/2010 είναι σημαντική όχι μόνο γιατί με αυτή αντιμετωπίσθηκε ένα ζήτημα με ευρύτατες οικονομικές, κοινωνικές, και νομικές προεκτάσεις αλλά και γιατί φαίνεται να συμβάλει εμμέσως και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική δικαιοσύνη.
Με έναν βαθμό υπερβολής, γίνεται λόγος για μία μάχη του Δαυίδ με τον Γολιάθ όπου επικράτησε το δίκαιο.
Η διάταξη που ερμηνεύθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφορά στον τρόπο υπολογισμού των δόσεων των ρυθμιζόμενων, με βάση τον νόμο Κατσέλη, οφειλών και συγκεκριμένα του ποσού των τόκων η οποία, μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου, δεν αντιμετωπιζόταν ομοιόμορφα από τα δικαστήρια στα οποία προσέφευγαν οι δανειολήπτες που είχαν πετύχει τη ρύθμιση των οφειλών τους, σύμφωνα με το ευνοϊκό νομικό πλαίσιο του ν. 3869/10, αλλά αντιμετώπιζαν στην πράξη νέο οικονομικό αδιέξοδο λόγω του τρόπου υπολογισμού των δόσεων από τους δανειστές.
Το ζήτημα παραπέμφθηκε στον Άρειο Πάγο από το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, λόγω της εκδόσεως αποφάσεων με αντιφατικές ερμηνείες και επιλύθηκε τελικά με την προσφάτως εκδοθείσα απόφαση υπέρ των απόψεων των δανειοληπτών.
Η τοποθέτηση του ΑΠ αναμενόταν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από τον νομικό κόσμο -να σημειωθεί η σημαντική συμβολή των δικηγορικών συλλόγων στην υποστήριξη της υπόθεσης – και με πραγματική αγωνία από τους δανειολήπτες, δεδομένου ότι η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης ερμηνείας συνεπάγεται τεράστια διαφορά στο ύψος των οικονομικών τους υποχρεώσεων.
Προβλέπεται συγκεκριμένα στον νόμο Κατσέλη ότι η εξυπηρέτηση του ρυθμιζόμενου χρέους γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει εκείνο της ενήμερης οφειλής, ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων, χωρίς ανατοκισμό. Ορίζεται, εξάλλου, ότι για την προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής και η οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη.
Οι δανειστές απαιτούσαν την πληρωμή των δόσεων της ρύθμισης με υπολογισμό των τόκων επί του συνόλου της οφειλής, εμμένοντας με βάση όσα υποστηρίζαν ενώπιον των δικαστηρίων, στη γραμματική ερμηνεία της διάταξης.
Eν αναμονή της δημοσιοποίησης του περιεχομένου της πρόσφατης απόφασης του Α.Π., η οποία ελήφθη με μεγάλη πλειοψηφία, θεωρείται βέβαιο ότι το σκεπτικό με βάση το οποίο έχει επικρατήσει η αντίθετη άποψη, συμφωνεί με όσα και η πρώην Εισαγγελέως του Δικαστηρίου κ. Γ. Αδειλίνη, είχε υποστηρίξει για το πνεύμα και τον σκοπό του νόμου , ότι δηλαδή με αυτόν επιδιώκεται η ρύθμιση των οφειλών, ώστε το χρέος να καταστεί βιώσιμο και όχι να εγκλωβιστεί ο οφειλέτης σε ένα νέο οικονομικό αδιέξοδο.
Πρόκειται για ερμηνεία απολύτως συμβατή με τον κοινωνικό και προστατευτικό χαρακτήρα του ν. 3869/10, καθόσον ο νομοθέτης στόχευε στη δημιουργία ρυθμίσεων προσαρμοσμένων στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των οφειλετών.
Αξιολογώντας τα αποτελέσματα στα οποία θα οδηγήσει η εφαρμογή της δίκαιης αυτής απόφασης, πρέπει να τονισθεί ότι οδηγούμαστε σε άτοκη ή σχεδόν άτοκη αποπληρωμή των συγκεκριμένων δανείων, αποτέλεσμα το οποίο αποτελεί απόκλιση από την κλασσική τραπεζική πρακτική, αλλά συνάδει με το ειδικό νομικό πλαίσιο του νόμου Κατσέλη.
Το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφασή του επέδειξε ισχυρά κοινωνικά αντανακλαστικά, αποτρέποντας τον κίνδυνο νέου κύματος αθέτησης πληρωμών και δημιουργίας σοβαρών κοινωνικών επιπτώσεων.
Μέλλει να δούμε αν η απόφαση αυτή θα «τροφοδοτήσει» ευρύτερη συζήτηση και δικαστική αντιπαράθεση για τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων σε ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με το επιχείρημα της ύπαρξης νομικού προηγουμένου, και σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτές της ρύθμισης οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, ή στα πλαίσια διμερών συμφωνιών.