Το πολυσύνθετο παζλ της προσπάθειας περιορισμού των εκπομπών ρύπων
Η πολιτική συζήτηση γύρω από το πράσινο υδρογόνο εξελίσσεται ταχύτατα σε έναν νέο «ιερό δισκοπότηρο» της ενεργειακής μετάβασης. Κυβερνήσεις, θεσμοί και επενδυτές το προβάλλουν ως λύση-κλειδί για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας και των μεταφορών. Όμως η επιστημονική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και η πολιτική οφείλει να την αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια.
Η μέχρι σήμερα κυρίαρχη πολιτική προσέγγιση περιορίζεται στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά τη φάση λειτουργίας των έργων. Αυτή η μονοδιάστατη λογική, αν και επικοινωνιακά βολική, αγνοεί κρίσιμες παραμέτρους: την κατανάλωση υδατικών πόρων, τις εξορυκτικές πιέσεις για σπάνια μέταλλα, την παραγωγή αποβλήτων και –κυρίως– τις διαρροές υδρογόνου με το αποδεδειγμένο κλιματικό αποτύπωμα.
Η ανάλυση κύκλου ζωής (LCA) δείχνει ξεκάθαρα ότι μεγάλης κλίμακας έργα πράσινου υδρογόνου μπορούν να αποτύχουν περιβαλλοντικά, ακόμη κι αν πληρούν τυπικά τους κλιματικούς στόχους. Ιδίως σε περιοχές με υδατικό στρες, η παραδοχή ότι «το νερό δεν είναι πρόβλημα» δεν είναι απλώς λανθασμένη είναι πολιτικά επικίνδυνη.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το έλλειμμα πολιτικής στρατηγικής. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε επιδοτήσεις και μεγαλεπήβολους στόχους εγκατεστημένης ισχύος. Χρειάζεται ρυθμιστικό βάθος. Υποχρεωτικές LCA, σαφή όρια στις διαρροές, σύνδεση των ενισχύσεων με μετρήσιμα κριτήρια ESG και πραγματική αξιολόγηση τοπικών κοινωνικών επιπτώσεων.
Διαφορετικά, το πράσινο υδρογόνο κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη ένα παράδειγμα «πράσινου ξεπλύματος» με δημόσιο χρήμα. Και τότε το πολιτικό κόστος θα είναι μεγαλύτερο από το κλιματικό όφελος. Η ενεργειακή μετάβαση είναι πρωτίστως πολιτική επιλογή. Αν θέλουμε να είναι και βιώσιμη, πρέπει να βασίζεται όχι μόνο σε φιλόδοξα συνθήματα, αλλά σε επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις. Το πράσινο υδρογόνο μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης όχι όμως χωρίς κανόνες, διαφάνεια και πολιτικό θάρρος.
Η σύγκριση
Τα αποτελέσματα μελέτης μου καταδεικνύει ότι η παραγωγή πράσινου υδρογόνου μεγάλης κλίμακας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μόνο εφόσον ληφθούν υπόψη οι πλήρεις περιβαλλοντικές και κοινωνικές εξωτερικότητες καθ’ όλο τον κύκλο ζωής των εγκαταστάσεων.
Η κυρίαρχη προσέγγιση που επικεντρώνεται αποκλειστικά στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά τη φάση λειτουργίας αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η ανάλυση LCA έδειξε ότι οι έμμεσες επιπτώσεις, όπως η κατανάλωση νερού, η εξόρυξη μετάλλων, η παραγωγή αποβλήτων και οι διαρροές υδρογόνου, μπορούν να μειώσουν σημαντικά το καθαρό περιβαλλοντικό όφελος, ιδίως σε περιοχές με περιορισμένους φυσικούς πόρους.
Η σύγκριση των τεχνολογιών ηλεκτρόλυσης ανέδειξε τους ηλεκτρολύτες PEM ως πιο ισορροπημένη επιλογή μεταξύ περιβαλλοντικής απόδοσης και λειτουργικής ευελιξίας. Παρά το υψηλότερο αρχικό κόστος, η σταθερότερη λειτουργία, η ταχύτερη απόκριση φορτίου και οι χαμηλότερες ανάγκες συντήρησης αντισταθμίζουν μέρος του επενδυτικού ρίσκου.
Ιδιαίτερη σημασία προκύπτει από τον ρόλο του νερού ως κρίσιμου και συχνά υποτιμημένου πόρου. Η υπόθεση ότι το νερό αποτελεί αμελητέο κόστος δεν είναι ρεαλιστική σε παγκόσμιο επίπεδο και ενδέχεται να οδηγήσει σε κοινωνικές αντιδράσεις και καθυστερήσεις έργων, επηρεάζοντας την οικονομική τους βιωσιμότητα. Επιπλέον, οι διαρροές υδρογόνου αναδείχθηκαν ως παράγοντας υψηλής αβεβαιότητας. Ακόμη και χαμηλά ποσοστά διαρροών έχουν δυσανάλογη επίδραση στο κλιματικό ισοζύγιο, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη θέσπιση αυστηρών τεχνικών προτύπων και μηχανισμών παρακολούθησης.
Οι επιπτώσεις
Τα ευρήματα της έρευνας υποδηλώνουν ότι οι πολιτικές προώθησης του πράσινου υδρογόνου πρέπει να υπερβούν την απλή παροχή οικονομικών κινήτρων και να ενσωματώσουν ολιστικά κριτήρια βιωσιμότητας.
Συγκεκριμένα, οι πολιτικές παρεμβάσεις θα πρέπει να:
* Ενσωματώνουν υποχρεωτική αξιολόγηση κύκλου ζωής (LCA) για μεγάλης κλίμακας έργα υδρογόνου.
* Λαμβάνουν υπόψη την τοπική διαθεσιμότητα υδατικών πόρων πριν την έγκριση έργων.
* Θεσπίζουν όρια και μηχανισμούς ελέγχου για διαρροές υδρογόνου.
* Συνδέουν τις επιδοτήσεις με επιδόσεις ESG και όχι μόνο με την εγκατεστημένη ισχύ.
* Η απουσία τέτοιων κριτηρίων ενδέχεται να οδηγήσει σε στρεβλώσεις της αγοράς και σε έργα που, παρά τον «πράσινο» χαρακτηρισμό τους, δεν επιτυγχάνουν ουσιαστική συμβολή στους κλιματικούς στόχους.
Για τους επενδυτές, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την ανάγκη μετάβασης από παραδοσιακές χρηματοοικονομικές αξιολογήσεις σε πολυδιάστατα μοντέλα κινδύνου, τα οποία λαμβάνουν υπόψη περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και κανονιστικούς παράγοντες. Η μη ενσωμάτωση εξωτερικοτήτων, όπως το κόστος νερού ή οι κοινωνικές επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, ενδέχεται να οδηγήσει σε υποεκτίμηση κινδύνων, αυξημένο κόστος κεφαλαίου και προβλήματα κοινωνικής αποδοχής. Αντιθέτως, έργα με υψηλή διαφάνεια και τεκμηριωμένη βιωσιμότητα είναι πιθανότερο να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης.
Για τη βιομηχανία, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν την ανάγκη επένδυσης σε τεχνολογίες υψηλής απόδοσης, συστήματα παρακολούθησης διαρροών και βελτιωμένες πρακτικές διαχείρισης νερού. Η ανάπτυξη αρθρωτών, αποδοτικών και διαφανών συστημάτων μπορεί να προσφέρει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης ρύθμισης και ελέγχου. Παράλληλα, η έγκαιρη ενσωμάτωση κριτηρίων βιωσιμότητας μπορεί να μειώσει το μακροπρόθεσμο επιχειρηματικό ρίσκο.
Δρ. Σοφοκλής Μακρίδης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, Τμήμα Αειφορικής Γεωργίας (πρώην Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος), πρ. Διευθυντής Εργαστηρίου Φυσικής Περιβάλλοντος και Τεχνολογίας Υδρογόνου-InnoEnergy lab.